Η μελλόνυμφη τσιγγάνα Σουσάνα Μακάγια βρίσκεται δολοφονημένη με φρικτό τρόπο: από τρεις τρύπες στο κρανίο της έχουν εισαχθεί προνύμφες ενός είδους μύγας που της έχουν καταφάει τον εγκέφαλο. Η αδελφή της, Λάρα, είχε δολοφονηθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο πριν από επτά χρόνια, αλλά ο δολοφόνος της εξακολουθεί να εκτίει την ποινή του. Κάποιος μιμήθηκε τις φρικαλέες μεθόδους του ή μήπως ένας αθώος βρίσκεται στη φυλακή;

 

Ένα μυθιστόρημα-τοιχογραφία της Μαδρίτης με πρωταγωνίστρια την αστυνόμο Έλενα Μπλάνκο, μια ιδιόμορφη μοναχική γυναίκα, εθισμένη στην γκράπα, το καραόκε και τις σεξουαλικές συνευρέσεις με ιδιοκτήτες αυτοκινήτων υψηλού κυβισμού. Η Έλενα παραμένει συνειδητά μονίμως εκτεθειμένη σε κίνδυνο, για να μην ξεχνάει πως στη ζωή της υπάρχει μια εκκρεμότητα που δεν κατάφερε να επιλύσει...

 

Η Κάρμεν Μόλα είναι η αινιγματική συγγραφέας που αρνείται να αποκαλύψει την ταυτότητά της – το μεγαλύτερο εκδοτικό φαινόμενο των τελευταίων ετών στο ισπανικό μυθιστόρημα νουάρ, με διεθνή απήχηση. Η Κόκκινη Μαδρίτη είναι το πρώτο βιβλίο για μια σειρά εγκλημάτων στη Μαδρίτη και αποτελεί ήδη εκδοτικό φαινόμενο, αφού ξεκίνησε να μεταφράζεται σε επτά χώρες προτού καν εκδοθεί στην Ισπανία. Όταν εκδόθηκε, παρέμεινε στις λίστες best seller για περισσότερες από 30 εβδομάδες, ενώ τα τηλεοπτικά του δικαιώματα έχουν αγοραστεί από το κανάλι Diagonal TV. 

 

Ακολουθεί το πρώτο κεφάλαιο:

 

Όταν νιώθει το χτύπημα στο κεφάλι και το μαντίλι που της κλείνει το στόμα, δεν προλαβαίνει ν' αντιδράσει, δύο μέτρα ακόμα και θα 'φτανε στην είσοδο, έβγαζε ήδη το κλειδί από την τσάντα, ονειρευόταν πως ξαπλώνει στο κρεβάτι της και τσεκάρει αν η Σίντια διάβασε τα μηνύματά της...

 

«Σου-σά-να! Σου-σά-να! Σου-σά-να!»


Οι φίλες της Σουσάνα ζητωκραυγάζουν, επευφημούν, χορεύουν σεληνιασμένες όπως και άλλες δεκαπέντε είκοσι νύφες σήμερα, Παρασκευή βράδυ, στο Very Bad Boys της οδού Ορένσε. Μήτε ένα αρσενικό, έτσι για δείγμα, στο κοινό. Γυναικοπαρέες μόνο «αποχαιρετούν» την εργένικη ζωή με τις κολλητές τους· κάποιες φορούν γελοίες τιάρες με πλαστικούς φαλλούς στο μέτωπο· άλλες ταινίες καλλιστείων περασμένες χιαστί με το όνομα της εκλεκτής· μια ομάδα φοράει μπλουζάκια με τη φωτογραφία της μελλόνυμφης... Οι φίλες της Σουσάνα, διακριτικές στο μέτρο του δυνατού, έχουν περάσει μόνο ένα ροζ τουτού γύρω απ' τη μέση τους.


«Σου-σά-να! Σου-σά-να! Σου-σά-να!»


Έχει φτάσει η φοβερή στιγμή που η Σουσάνα θα βρεθεί στο επίκεντρο της προσοχής. Της τυχαίνουν δύο χορευτές: ένας ξανθός με όψη Σουηδού Βίκινγκ κι ένας μιγάς, που θυμίζει Βραζιλιάνο. Ντυμένοι και οι δύο αστυνομικοί, παρότι τώρα μισόγυμνοι, είναι πολύ γοητευτικοί, ευρύστερνοι, με δυνατά, μυώδη πόδια, το μαλλί ξυρισμένο στο πλάι και το υπόλοιπο μακρύ, άτριχοι εντελώς, με το δέρμα να γυαλίζει από το λάδι που έβαλαν πριν απ' το σόου... Μένουν μόνο μ' ένα τάνγκα· κόκκινο του μιγά, λευκό του Βίκινγκ. Η Σουσάνα τρέμει μην της ζητήσουν να το βγάλει με τα δόντια, όπως έκαναν άπειρες νύφες πριν από αυτήν στη σκηνή. Αν την έβλεπε ο πατέρας της... Κάτι τέτοια τον κάνουν έξαλλο μαζί της.


«Μην ανησυχείς, δεν θα σε πειράξουμε», την καθησυχάζει ο μιγάς σε άπταιστα ισπανικά.


Η Σουσάνα έκανε λάθος, δεν είναι Βραζιλιάνος, Κουβανός είναι.


Την ανεβάζουν στη μικρή σκηνή καθισμένη σε μια καρέκλα, ενώ λικνίζονται αισθησιακά γύρω της υπό τους ήχους της εκκωφαντικής μουσικής, υπαινισσόμενοι ότι αγγίζουν όλο της το κορμί. Μπαίνοντας στο μαγαζί, όλες οι κοπέλες έδωσαν μια υπόσχεση: «ό,τι γίνεται στο Very Bad Boys μένει στο Very Bad Boys.» Καμία από την παρέα της δεν πρόκειται να πει λέξη σε κανέναν, πόσο μάλλον στον Ραούλ, τον υποψήφιο γαμπρό. Είναι σίγουρη πως δεν θα καταλήξει σαν την προηγούμενη νύφη, της παρέας με τους φαλλούς απέναντι, κάποια ονόματι Ροθίο· όλοι είδαν πως ο χορευτής που βγήκε στη σκηνή ντυμένος πυροσβέστης την έβαλε να γλείψει τη σαντιγί απ' το γυμνό του μόριο ενώ η παρέα της παραληρούσε. Εκείνη δεν πρόκειται να το κάνει, άσχετα αν καμιά τους δεν θα το πει. Ας λένε οι φιλενάδες της ότι είναι καταπιεσμένη, άλλωστε πάντα το 'λεγαν. Εκείνες τη θεωρούν αγία και ο πατέρας της τσούλα, δεν είναι όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο.


Δεν βλέπει τις κολλητές της, αλλά τις φαντάζεται να ξεφαντώνουν και να χασκογελούν. Όλες, εκτός από μία, τη Σίντια. Πρέπει να της μιλήσει, να της θυμίσει ότι αυτό δεν σημαίνει τίποτα· κάνει απλώς ό,τι περιμένουν όλοι από μια μέλλουσα νύφη στο μπάτσελορ πάρτι της.


Ο μιγάς κρατάει τον λόγο του· κανένας απ' τους δυο δεν την υποβάλλει στη δοκιμασία να κάνει κάτι που δεν θέλει ή να χαλάσει το κέφι με μια άρνηση. Τόσες νύφες βλέπουν ο Βίκινγκ και ο Κουβανός κάθε βδομάδα, υποτίθεται ξέρουν πόσο να το τραβήξουν. Χορεύουν, γδύνονται, τρίβονται λίγο πάνω της και τη βοηθούν να κατέβει απ' τη σκηνή, πολιτισμένοι και ευγενικοί παρά το κλίμα που επικρατεί.
Η Μάρτα, η πιο περπατημένη από τις φιλενάδες της, αυτή που τα διοργάνωσε όλα επιμένοντας πως η Σουσάνα δεν μπορεί να παντρευτεί χωρίς πάρτι, κάτι της ψιθυρίζει στο αυτί.


«Δεν σου πρότειναν να πας στο καμαρίνι τους;»


«Όχι.»


«Μα τι πράγμα είσαι εσύ; Εγώ, όταν παντρεύτηκα, μετά το σόου πήγα στο καμαρίνι με τον ξανθό που χόρεψε μαζί σου.»


«Και τι κάνατε;»


«Δεν πάει το μυαλό σου; Αυτό που φαντάζεσαι. Σίγουρα την έχει διπλή απ' τον Ραούλ, παρόλο που του Ραούλ δεν την έχω δει. Η προηγούμενη από σένα, κάποια Ροθίο, πήρε τους δυο πυροσβέστες της και τους δυο αστυνομικούς σου λες και τους ήξερε κι από χθες.»


Η Σουσάνα δεν είναι έτσι, δεν σκοπεύει να πάει μ' έναν στρίπερ, ό,τι κι αν κάνουν οι άλλες νύφες ή ακόμα και η φίλη της, η Μάρτα· δεν απορεί που ο γάμος της κράτησε μόνο πέντε μήνες. Κοιτάζει γύρω της με φόβο, δεν βλέπει τη μοναδική της παρέας που την ενδιαφέρει πραγματικά.


«Η Σίντια;»


«Έφυγε πριν ανέβεις. Καλά, πού το βρήκες κι εσύ τέτοιο βαρετό άτομο;»


Η Σίντια είναι η μοναδική που δεν ήταν μαζί τους στο σχολείο, η διαφορετική. Έπρεπε να το μυριστεί πως δεν κολλάει με τις άλλες. Πώς όμως να μην την καλέσει; Θα μπορούσε να είναι η μόνη καλεσμένη. Έπρεπε να είχε κάνει δύο μπάτσελορ, ένα για τη Σίντια κι ένα για τις άλλες.

 

Γιατί έφυγες;


Στο ταξί, καθ' οδόν προς το El Amante της οδού Μαγιόρ, όπου πάνε για ένα ποτό, γιατί σύμφωνα με τη Μάρτα θεωρείται το πιο ιν μέρος της Μαδρίτης, της στέλνει ένα WhatsApp· αλλά δύο ώρες αργότερα η Σίντια δεν το έχει διαβάσει, φαίνεται δεν της έχει περάσει ακόμα. Φεύγοντας από το El Amante, κοιτάζει ξανά το κινητό, αδημονώντας για μια απάντηση.

 

Αυτές τις δυο ώρες μπήκαν διάφορες αντροπαρέες, τις κέρασαν ποτά, τη στρίμωξαν στο μπάνιο να μοιραστούν μια γραμμή κόκας που εκείνη αρνήθηκε, είδαν έναν πρώην ποδοσφαιριστή και έβγαλαν φωτογραφίες μαζί του. Από δω οι φίλες, όλες μαζί· κι από κει η νύφη, μόνη μαζί του, πιασμένη απ' τη μέση... Ο ποδοσφαιριστής τής πρότεινε να φύγουν μαζί, του άρεσε μάλλον ή γούσταρε να περάσει με μια νύφη την τελευταία νύχτα ελευθερίας της. Η Σουσάνα δεν είχε την παραμικρή δυσκολία να τον ξεφορτωθεί, είναι πολύ όμορφη –τόσο που κάποτε ονειρευόταν να γίνει μοντέλο– και ξέρει από κολλιτσίδες χρόνια τώρα.

 

«Πάμε σ' ένα πριβέ άφτερ στην Αλόνσο Μαρτίνεθ», προτείνει η Μάρτα. «Δεν κλείνει πριν το πρωί, έχω τον κωδικό για να μπούμε.»


«Ώρα να πάμε σπίτια μας» απαντάει η Σουσάνα.


Και ακούγεται τόσο αποφασισμένη, που οι απόπειρες των άλλων να τραβήξουν τη νύχτα είναι μάλλον για να δείξουν πόσο διασκέδασαν παρά γιατί το εννοούν.


Κατεβαίνει απ' το ταξί με το οποίο οι φιλενάδες της θα συνεχίσουν την κραιπάλη τους· την αφήνουν δυο τετράγωνα απ' το σπίτι της γιατί τα σοκάκια της περιοχής είναι κόλαση και το αυτοκίνητο πρέπει να κάνει κύκλο για να φτάσει στην είσοδο. Συνειδητοποιεί ότι φοράει ακόμα το ροζ τουτού. Θα το βγάλει επάνω. Παίρνει το τηλέφωνο και επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά πως η Σίντια δεν διάβασε το μήνυμα που της έστειλε απ' το Very Bad Boys. Της γράφει άλλο ένα.


Μόλις έφτασα, εξουθενωμένη. Δεν θύμωσες, έτσι; Μου έλειψες.


Όλοι γελάνε με τα WhatsApp που στέλνει η Σουσάνα, τηρώντας τους ορθογραφικούς κανόνες, δίχως λάθη ή συντομογραφίες, με σωστά σημεία στίξης. Όταν της απαντήσει η Σίντια, θα το κάνει με εικονίδια, δίχως φωνήεντα, με ασυναρτησίες που μερικές φορές δυσκολεύεται να αποκρυπτογραφήσει. Η Σουσάνα συνειδητοποιεί ότι όλο το βράδυ είναι ζήτημα αν σκέφτηκε τον Ραούλ· αλλά δεν εκπλήσσεται, ούτε είναι λόγος αυτός ν' αλλάξει γνώμη: θα τον παντρευτεί ακόμα κι αν οι γονείς της της κόψουν την καλημέρα, ακόμα κι αν τσαντιστεί η Σίντια. Δεν είναι έρωτας, το θέμα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τον έρωτα.


Στην οδό Μινιστρίλες, όπου βρίσκεται το μικρό διαμέρισμα της Σουσάνα, δεν υπάρχει ψυχή. Οποιοσδήποτε άλλος θα φοβόταν να κυκλοφορεί εκεί βραδιάτικα, σ' ένα τόσο σκοτεινό στενό, που ο δήμος μάλλον ξέχασε να φωταγωγήσει. Αυτή όμως είναι εξοικειωμένη, δεν νιώθει τον παραμικρό φόβο, δεν είναι διατεθειμένη να ζει με τον φόβο, όπως θα ήθελε η μητέρα της. Δεκάρα δεν δίνει για τις οδηγίες και τις συμβουλές της, τίποτα δεν πρόκειται να της συμβεί, η οικογένειά της έχει εξαντλήσει το μερτικό της στην κακοτυχία για αιώνες. Το είδε σε κάποια ταινία: ποτέ δεν πέφτουν δύο βόμβες στο ίδιο σημείο, δεν υπάρχει πιο σίγουρο μέρος από τον κρατήρα μιας έκρηξης.


Όταν νιώθει το χτύπημα στο κεφάλι και το μαντίλι που της κλείνει το στόμα, δεν προλαβαίνει ν' αντιδράσει, δύο μέτρα ακόμα και θα 'φτανε στην είσοδο, έβγαζε ήδη το κλειδί από την τσάντα, ονειρευόταν πως ξαπλώνει στο κρεβάτι της και τσεκάρει αν η Σίντια διάβασε τα μηνύματά της... Αντιλαμβάνεται μόνο ότι χάνει τις δυνάμεις της, ότι τη σέρνουν και τη βάζουν στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου, πιθανόν ενός βαν. Τίποτε άλλο.