Η σκοτεινή έπαρση που μπορεί να κάνει έναν συγγραφέα να αναμετρηθεί με έναν Αυτοκράτορα ξεκινάει από κάτι θεμελιώδες: από το ότι αυτός και μόνο αυτός διαθέτει το θάρρος και την ικανότητα να δει τον βασιλιά γυμνό. Γράφοντας τον 600 σχεδόν σελίδων Αύγουστο, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στα ελληνικά σε πολύ όμορφη απόδοση από τη Μαρία Αγγελίδου στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg, ο Αμερικανός συγγραφέας Τζον Γουίλιαμς κατάφερε να βγει νικητής στην αναμέτρησή του με τον πρώτο, ουσιαστικά, αυτοκράτορα της Ρώμης, ακολουθώντας τον σε όλη του τη διαδρομή, από τις άγουρες πρώτες μέρες της πορείας του προς τη Ρώμη έως τις ύστερες, λίγο πριν από το τέλος (63 π.Χ-14 μ.Χ).

 

Προκειμένου να φωτίσει ολόπλευρα την εικόνα του Αύγουστου, κατέφυγε στην επιστολική μορφή –γράμματα, φανταστικά απομνημονεύματα ή ημερολογιακές καταχωρίσεις– και στις αφηγήσεις των άλλων. Ο λόγος στον ίδιο τον Αυτοκράτορα δίνεται μόνο στο τέλος, ενώ μέχρι τότε αναφαίνονται οι περιγραφές των ανθρώπων που τον συναναστράφηκαν, από τους πιο στενούς του φίλους, όπως ο Μαικήνας και ο Αγρίππας, την κόρη του Ιουλία, τους δασκάλους του και θεωρητικούς Αθηνόδωρο, Νικόλαο Δαμασκηνό, Στράβωνα και Βιργίλιο, μέχρι τους αντιπάλους του, τον Κικέρωνα, τον Βρούτο, τον Κάσιο και τον Μάρκο Αντώνιο.

 

Ως μυθιστοριογράφος, ο Γουίλιαμς δεν αφορμάται απλώς από την ισχύ των γεγονότων αλλά και από την ανθρώπινη αντίδραση απέναντι σε αυτά – γιατί είναι μέσα από τις αντιφάσεις, τις αγωνίες και τις συγκρούσεις που γίνεται αντιληπτός ο κρυφός παλμός της ίδιας της ζωής.

 

Με τον Αύγουστο ο Τζον Γουίλιαμς όχι μόνο έφερε εις πέρας το στοίχημα με τον πιο βαθύ συγγραφικό του εαυτό, λαμβάνοντας τελικά το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας πολλά χρόνια μετά τη συγγραφή του, το 1973, αλλά άλλαξε για πάντα τα δεδομένα στη συγγραφή του ιστορικού μυθιστορήματος. Για όλους όσοι επιμένουν ότι το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως αυτά που είναι της μόδας σήμερα και αναμειγνύουν τα γεγονότα με αναρίθμητα κλισέ, είναι μια ενδιάμεση περίπτωση στη λογοτεχνία, η περίπτωση του Αυγούστου μάλλον ξεπερνά τα όποια δεδομένα, αναδεικνύοντας τον συγγραφέα του σε δεινό μάστορα της τέχνης.

Ως μυθιστοριογράφος, ο Γουίλιαμς δεν αφορμάται απλώς από την ισχύ των γεγονότων αλλά και από την ανθρώπινη αντίδραση απέναντι σε αυτά – γιατί είναι μέσα από τις αντιφάσεις, τις αγωνίες και τις συγκρούσεις που γίνεται αντιληπτός ο κρυφός παλμός της ίδιας της ζωής. Επομένως, στην ερώτηση γιατί καταγράφεται ο βίος του Αυτοκράτορα Αύγουστου, όπως και στην περίπτωση του Αδριανού της Γιουρσενάρ, με τον οποίο υπόγεια επικοινωνεί, η απάντηση έρχεται από την ανάγκη επισκόπησης του μεγαλείου ή της πτώσης του ανθρώπου. Αν ο Χάιντεγκερ ανακάλυπτε στα λασπωμένα παπούτσια του Βαν Γκογκ το μυστήριο της τέχνης, ο Γουίλιαμς εντόπιζε σε όλες αυτές τις μικροπρέπειες και τις ασήμαντες λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν τα γράμματα το μυστήριο του ανθρώπινου χαρακτήρα και του κόσμου.


Κανείς δεν ξέρει επομένως αν κάτι θα κριθεί σπουδαίο η ανυπολόγιστο, αν θα τεθεί για πάντα στο προσκήνιο ή στο μουσείο των αιώνιων δεινών, παρά μόνο όταν αναμετρηθεί με τη στιγμή. Ο ίδιος ο συγγραφέας άλλωστε δεν εμπνεύστηκε από καμία νίκη ή ήττα του Αύγουστου αλλά από το γεγονός ότι ο Αυτοκράτορας έφτασε να φυλακίσει την κόρη του Ιουλία γιατί έτσι πρόσταζε ο νόμος περί μοιχείας που ο ίδιος είχε θεσπίσει!

 

Αυτή η αντιφατική πράξη ενός ανθρώπου που όχι μόνο είχε αδυναμία στη μονάκριβη θυγατέρα, τη μόνη που αναγνώριζε ως ισάξια του, αλλά και που είχε φροντίσει, αν και γυναίκα, να την εξοπλίσει με γνώση, είναι που κατευθύνει και την εξιστόρηση του Γουίλιαμς. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνει υπόψη την ανεπάρκεια ή τα πάθη που στιγμάτισαν τη ζωή του ισχυρού άνδρα: ο πόνος, η τάση του για την υπερβολή ή και τον τζόγο, το ανικανοποίητο του έρωτα είναι ο μακρύς κατάλογος της μεταμόρφωσης του Γάιου Οκτάβιου σε Αύγουστο.

 

Αυτό είναι που διέκρινε ο Γουίλιαμς στον κόσμο του Αύγουστου, αυτό το μήνυμα θέλει να περάσει σε ένα βιβλίο που θα μείνει στους αιώνες: να κοιτάς ψηλά, να σκέφτεσαι, να μπορείς τα πάντα, να είσαι περήφανος σαν αετός ή αινιγματικός σαν τη σφραγίδα με τη Σφίγγα που εκπροσωπούσε τον Αυτοκράτορα και να διψάς για γνώση, γιατί τι ζωή, όπως θα έλεγε ο ποιητής, χωρίς αυτά θα κάμεις; Στη φωτογραφία, άγαλμα του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Φωτό: Getty Images
Αυτό είναι που διέκρινε ο Γουίλιαμς στον κόσμο του Αύγουστου, αυτό το μήνυμα θέλει να περάσει σε ένα βιβλίο που θα μείνει στους αιώνες: να κοιτάς ψηλά, να σκέφτεσαι, να μπορείς τα πάντα, να είσαι περήφανος σαν αετός ή αινιγματικός σαν τη σφραγίδα με τη Σφίγγα που εκπροσωπούσε τον Αυτοκράτορα και να διψάς για γνώση, γιατί τι ζωή, όπως θα έλεγε ο ποιητής, χωρίς αυτά θα κάμεις; Στη φωτογραφία, άγαλμα του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Φωτό: Getty Images

 

Αυτό που εν προκειμένω απασχολεί τον συγγραφέα, καθώς παρακολουθεί τον βασιλιά του, δεν είναι η ανέλιξη στην εξουσία αλλά η δυνατότητα συνειδητοποίησης του εσωτερικού του κλέους, αν υπάρχει. Αντιστρέφοντας τους όρους του αμερικανικού ονείρου, ο Γουίλιαμς δεν ξεχνάει την ποταπή καταγωγή του Οκτάβιου και επιμένει πως σημασία δεν έχει η επιτυχία αλλά η γνώση του εαυτού: όχι τόσο το να γίνει κανείς βασιλιάς αλλά το να βρει την άκρη στον δύσβατο δρόμο της αυτογνωσίας.

 

Εσκεμμένα, λοιπόν, το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: στο πρώτο περιγράφεται η αρχή του δημόσιου βίου και το πώς κατάφερε ο νεαρός να κατακτήσει τη Ρώμη, στο δεύτερο δίνεται βάρος στον ιδιωτικό του βίο και στη σύγκρουση τόσο με την κόρη του όσο και με τις γυναίκες της ζωής του και στο τρίτο αποκαλύπτεται ο πραγματικός, εσώτερος εαυτός. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, οι οποίοι απλώς αποκαλύπτουν τα γεγονότα, τον φίλο του και τελικό σύζυγο της κόρης Αγρίππα, τον ικανό ρήτορα και άνθρωπο της τέχνης Μαικήνα, τον εχθρό του Αντώνιο, οι μόνοι που δείχνουν να αναστοχάζονται ουσιαστικά πάνω στα δεδομένα του βίου είναι ο ίδιος και η κόρη του Ιουλία. Ενδεχομένως, αν και με άλλον τρόπο, ο Αθηνόδωρος και ο Στράβωνας αλλά και ο ποιητής Βιργίλιος σε μερικές από τις πιο όμορφες σελίδες του βιβλίου. Οι υπόλοιποι απλώς επαναφέρουν τη δική τους οπτική, τις δικές προσδοκίες ή αναμνήσεις. Κακώς, λοιπόν, αναρωτιούνται όλοι πώς ο Γουίλιαμς μετατοπίζεται τόσο εύκολα ως προς τη θεματική του, γράφοντας δύο εντελώς διαφορετικά μυθιστορήματα, όπως ο Αύγουστος και ο Στόουνερ: αυτό που κάνει είναι ουσιαστικά να εμμένει στη δυναμική της ανθρώπινης αντίδρασης στον κόσμο της εξουσίας.

 
Στην περίπτωση του Στόουνερ, το πεδίο δράσης είναι το πανεπιστημιακό κάμπους, σε αυτή του Αύγουστου η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Και στις δύο περιπτώσεις οι πρωταγωνιστές δοκιμάζονται σε όλο το φάσμα των μετατοπίσεων, καθώς ανελίσσονται από την κατώτερη κοινωνική κλίμακα στην ανώτερη. Μια πρώτη ματιά θα μιλούσε για το κοινό θέμα της ανέλιξης ή της επιτυχίας, για τον επιδιωκόμενο έπαινο του δήμου και των σοφιστών που αμφότεροι επιδιώκουν, ενώ μια δεύτερη θα έβλεπε το υπαρξιακό δράμα που μετατρέπει τον πρωταγωνιστή σε τραγικό ήρωα.

 

Γιατί αυτό είναι που χαρακτηρίζει τον εκάστοτε ήρωα του Γουίλιαμς, η στάση του απέναντι σε κάτι που τον ξεπερνά. Και εδώ υπεισέρχεται το μεταφυσικό: όταν αναπαρίστανται σοβαρά, όταν υποβάλλονται σε έλεγχο οι εικασίες για την πηγή του ανθρώπινου πόνου, αναφέρονται σε μια μοίρα που μας υπερβαίνει, σε κάτι που δεν αφορά μόνο τη δική μας απόφαση αλλά και την τύχη. Εν προκειμένω, ο Αύγουστος, σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή, όταν μαθαίνει τον θάνατο του θείου του Ιούλιου Καίσαρα, καλείται να αποφασίσει αν θα αναμετρηθεί με τη βασιλική του μοίρα, φέρνοντας στον νου έναν άλλο άρχοντα, τον Οιδίποδα, και ανάλογα ερωτηματικά για το τι συνιστά δυστυχή ή όλβιο βίο. Παρότι φαινομενικά έζησε καλά και είχε με το μέρος του την τύχη, κάνοντας τη Ρώμη μεγάλη αλλά και ξεπαστρεύοντας συγκλητικούς, δολοφονώντας εχθρούς, όπως ο Λούκιος Καίσαρας ή ο Κικέρωνας, και αναγκάζοντας τελικά τον Αντώνιο στην αυτοκτονία, στερήθηκε για χάρη της πόλης την αγαπημένη του κόρη, φέρνοντας στον νου εύλογα όσα τραγικά λέει ο Χορός στην Αντιγόνη ή εκείνον τον συγκλονιστικό μονόλογο για το μάταιο της ανθρώπινης φύσης στο σαιξπηρικό Μακμπέθ.

 

Αν λοιπόν η Αντιγόνη είναι μια ουσιαστικά τραγική ηρωίδα, τη θέση της στον κόσμο του Γουίλιαμς καταλαμβάνει η κόρη του Αύγουστου, η Ιουλία. Ενδεικτικός είναι ο άπλετος χώρος που δίνει στη δική της εξιστόρηση: μόνο η Ιουλία δείχνει ουσιαστικά να ξεπερνά αυτό που την ορίζει ως άνω θρώσκουσα, καταφέρνοντας να γίνει κάτι άλλο από αυτό που ορίζουν γι' αυτήν οι περιστάσεις. Είναι σχεδόν αποκαλυπτικό το γεγονός ότι οι πραγματικές ηρωίδες του Αύγουστου στην πλειονότητά τους είναι γυναίκες που πραγματοποιούν την υπέρβαση του κοινωνικού τους ρόλου. Ακόμα και η Κλεοπάτρα αποδεικνύεται ηρωίδα αντί για τον παράφορο Αντώνιο.

 

Με τον Αύγουστο ο Τζον Γουίλιαμς όχι μόνο έφερε εις πέρας το στοίχημα με τον πιο βαθύ συγγραφικό του εαυτό, λαμβάνοντας τελικά το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας πολλά χρόνια μετά τη συγγραφή του, το 1973, αλλά άλλαξε για πάντα τα δεδομένα στη συγγραφή του ιστορικού μυθιστορήματος.
Με τον Αύγουστο ο Τζον Γουίλιαμς όχι μόνο έφερε εις πέρας το στοίχημα με τον πιο βαθύ συγγραφικό του εαυτό, λαμβάνοντας τελικά το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας πολλά χρόνια μετά τη συγγραφή του, το 1973, αλλά άλλαξε για πάντα τα δεδομένα στη συγγραφή του ιστορικού μυθιστορήματος.

 

Υπάρχει όμως και μια κρυμμένη συμβολική δύναμη στην εξιστόρηση του Γουίλιαμς: όχι τυχαία μέσα από τις περιγραφές ο Μάρκος Αντώνιος εκλαμβάνεται ως ο άνθρωπος της Ανατολής, εκστατικός και εκστασιασμένος, παράφορος και άνθρωπος του Διονύσου, σε αντίθεση με τους φίλους του Αύγουστου που είναι πάντα κοντά στην εκδυτικισμένη, πρακτική διάσταση. Τον ενδιάμεσο πόλο, αυτόν της ιωνικής ενόρασης και της αρχαίας φιλοσοφίας που τίμησαν οι Ρωμαίοι, καταλαμβάνουν μόνο ο πραγματικά φιλοσοφικές φωνές, όπως αυτή του Αθηνόδωρου και της μαθήτριάς του, κόρης του Αύγουστου.

 

Η Ιουλία δεν λατρεύεται τυχαία ως θεά Αφροδίτη στην Ελλάδα και ειδικά στη γη της Ιωνίας, στην οποία επιστρέφει αφηγηματικά μέσα από τις επιστολές ο Γουίλιαμς, αφού εκεί είναι που το ανθρώπινο εμπλέκεται αρμονικά με το θείο. Αντιλαμβανόμενη σε βάθος και τις δύο πτυχές ως πραγματικά φιλοσοφημένη, η Ιουλία αποφασίζει να κουβαλήσει μόνη της τη δική της ειμαρμένη, όπως η Άρτεμις στα μάτια του Ευριπίδη που αποσύρεται από φόβο μήπως ο ανθρώπινος πόνος μολύνει τη θεϊκή της υπόσταση. Πρέπει, άλλωστε, πρώτα και κύρια να στοχαστεί και να αναλογιστεί τι έχει συμβεί πραγματικά με τη ζωή της.

 

Η vita contemplativa που εμπνεύστηκε για τον ήρωά της κάποτε η Γιουρσενάρ φαίνεται αντίστοιχα να χαρίζεται από τον Γουίλιαμς στην κόρη αλλά και στον ουσιαστικό του ήρωα στο τέλος, μετατρέποντας τελικά ακόμα και την ίδια τη Ρώμη από μια πόλη αλλοτινών συγκρούσεων σε ένα κέντρο που τίμησε τη στωική φιλοσοφία, την εσωτερική ενατένιση και τον στοχασμό.

 

Αυτό είναι που διέκρινε ο Γουίλιαμς στον κόσμο του Αύγουστου, αυτό το μήνυμα θέλει να περάσει σε ένα βιβλίο που θα μείνει στους αιώνες: να κοιτάς ψηλά, να σκέφτεσαι, να μπορείς τα πάντα, να είσαι περήφανος σαν αετός ή αινιγματικός σαν τη σφραγίδα με τη Σφίγγα που εκπροσωπούσε τον Αυτοκράτορα και να διψάς για γνώση, γιατί τι ζωή, όπως θα έλεγε ο ποιητής, χωρίς αυτά θα κάμεις;