Εγώ έχω διαλέξει τον πολύ δύσκολο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο — δυστυχώς. Φτιάχνω ένα πρόβλημα, το κάνω όσο πιο δύσκολο γίνεται και μετά μπαίνω στη θέση του ήρωά μου και προσπαθώ να το λύσω.
Εγώ έχω διαλέξει τον πολύ δύσκολο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο — δυστυχώς. Φτιάχνω ένα πρόβλημα, το κάνω όσο πιο δύσκολο γίνεται και μετά μπαίνω στη θέση του ήρωά μου και προσπαθώ να το λύσω.

 

Από τη «Μάσκα» στην «Ίντριγκα στο Ιόνιο»

Έχοντας μεγάλη αγάπη στην pulp fiction και σε αυτό που ονομάσαμε εκ των υστέρων «αστυνομικό», ή «αστυνομική λογοτεχνία», και έχοντας φυσικά εντρυφήσει στη «Μάσκα» και στο «Μυστήριο» από πολύ μικρός όπως τόσες χιλιάδες άλλοι, δεν μπορώ παρά να θαυμάζω τον Τζίμμυ Κορίνη, την αρχετυπική μορφή του χώρου — για την ακρίβεια: να τον αγαπώ. Σήμερα, ακμαίος όσο και όταν καταπιανόταν με τα ελληνικά pulp περιοδικά γράφοντας μερικές εκατοντάδες ιστορίες σε μια πολύχρονη (και πολυτάραχη) καριέρα που τη συνόδευσαν άπειρες συγκρούσεις, παράλληλα με την ενασχόλησή του με την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, εξέδωσε ακόμη ένα σκληροτράχηλο αστυνομικό μυθιστόρημα, την «Ίντριγκα στο Ιόνιο», ιδανικό για τους λάτρεις του είδους. Ήταν ακριβώς η ευκαιρία που περίμενα για την παρακάτω συζήτηση που είχα μαζί του.

 

Η συζήτηση

Κ.Α.: Μια ζωή στο γράψιμο, σωστά; Για πόσες λέξεις μιλάμε; Τις έχετε υπολογίσει ποτέ;

Τζίμμυ Κορίνης: Θα πρέπει να είναι αστρονομικό το νούμερο. 300 τεύχη «Μυστήριο» επί 40.000 λέξεις σε κάθε τεύχος, κάπου εκεί γύρω με άλλα τόσα τεύχη «Μάσκας», γύρω στα 70 western των 4.000 λέξεων στο περιοδικό «Φαντασία», καμιά σαρανταριά βιβλία της τσέπης, 13 πρωτότυπα βιβλία των 50.000–100.000 λέξεων και άλλα σκόρπια γραψίματα — χρειάζεται λογιστής για να υπολογίσει το σύνολο.

 

— Ποια είναι η καθημερινή σας παραγωγή; Πόσες λέξεις γράφετε τη μέρα ή ανά ώρα υπό φυσιολογικές συνθήκες;

Τζ.Κ.: Όταν έχει αποκρυσταλλωθεί στο μυαλό μου αυτό που θέλω να γράψω, μπορώ να ολοκληρώσω και είκοσι σελίδες Α4 σε διπλό διάστημα, ώστε να μπορώ μετά να πιάσω το κείμενο και να «του αλλάξω τα φώτα», που λέμε. Είναι μέρες που κάθομαι ώρες ολόκληρες και κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή μου σαν ηλίθιος, ενώ η σύζυγος και η κόρη μου έρχονται και τσεκάρουν να δουν αν δεν έχω μεταβληθεί σε στήλη άλατος — δεδομένου ότι υπάρχει και «αμαρτωλό» παρελθόν!

 

— Μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά για τον πολυγραφότερο Έλληνα συγγραφέα;

Με έχουν αποκαλέσει κι έτσι σε μια διατριβή που υποβλήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο από τη Μαρία Παλαιολόγου, μα που δεν προχώρησε ποτέ επειδή δεν υπήρχε ανάλογο κονδύλι.

 

Όσο και να μην είσαι «λογοτέχνης», σαν αυτούς που γεμίζουν βιβλία με φιοριτούρες και συγγραφικές ακροβασίες, στριμώχνεις και κάποια μηνύματα σ' αυτά που γράφεις.

 

— Και σχεδόν πάντα κείμενα με λιγότερη ή περισσότερη βία; Με σκληρούς άντρες και μοιραίες γυναίκες;

Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτό είναι το essence του detective story, του thriller, του caper, του heist, υποείδη με τα οποία έχω ασχοληθεί από τα γεννοφάσκια μου. Με σκληρούς άντρες που δεν τους περιγράφεις, αλλά τους βλέπεις σε δράση και τους ακούς να μιλούν και βγάζεις συμπέρασμα. Βλέπε και τη σχετική σκηνή στο ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ, όπου, αντί να κάθομαι να περιγράφω τι εστί Άρης Παυλίδης, τον βάζω να ξυπνάει τσίτσιδος στο κρεβάτι του, πλάι σε μια επίσης τσίτσιδη ξανθιά που την κοιτάζει καλά-καλά και σκέφτεται: «Πού στο διάβολο βρέθηκε αυτή στο κρεβάτι μου;» Χρειάζεται να πω τίποτα περισσότερο για δαύτον;

 

— Αλλά και με πολλά ηθικά διλήμματα. Και με αποφάσεις που πρέπει να παρθούν γρήγορα και άμεσα.

Άλλο ένα must. Όσο και να μην είσαι «λογοτέχνης», σαν αυτούς που γεμίζουν βιβλία με φιοριτούρες και συγγραφικές ακροβασίες, στριμώχνεις και κάποια μηνύματα σ' αυτά που γράφεις. Ο ήρωάς σου, έτσι κι αλλιώς, είναι ήρωας, διαφέρει από τους άλλους ανθρώπους, σηκώνει έναν σταυρό δικής του επιλογής κι αποφασίζει και ενεργεί ανάλογα.

 

— Πώς γράφετε, ή μάλλον πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα; Ακολουθείτε ή πρέπει να ακολουθούνται κάποιοι στερεότυποι κανόνες; Ποιος είναι ο δικός σας τρόπος;

Και βέβαια υπάρχουν κανόνες, με πρώτο και καλύτερο τη ρήση του Gustave Flaubert: «Ο συγγραφεύς στο βιβλίο του πρέπει να είναι ό,τι ο Θεός στο Σύμπαν. Πανταχού παρών και πουθενά ορατός». Εγώ έχω διαλέξει τον πολύ δύσκολο, σχεδόν μαζοχιστικό τρόπο — δυστυχώς. Φτιάχνω ένα πρόβλημα (ιδιαίτερα στα police procedurals που έχω γράψει), το κάνω όσο πιο δύσκολο γίνεται και μετά μπαίνω στη θέση του ήρωά μου και προσπαθώ να το λύσω, δίνοντας περισσότερο βάρος στο πώς θα λυθεί το πρόβλημα και λιγότερο στο πόσο καλά κρύβεται ο ένοχος, αδιαφορώντας για την κλασική παρατήρηση ορισμένων μη εκπαιδευμένων στο είδος αναγνωστών που παραπονιούνται ότι μάντεψαν τον ένοχο στα μισά του βιβλίου ή κάπου εκεί γύρω. Είναι πιο ενδιαφέρον να γνωρίζεις ποιος είναι ο ένοχος και να μην έχεις τα στοιχεία που χρειάζονται για να τον βάλεις στη θέση του. Κι εκεί παίζει ρόλο το είδος του γραψίματος, πώς πλασάρεις δηλαδή την έρευνα για τη συγκέντρωση στοιχείων.

 

Στο ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ οι γνώσεις μου περί Λευκάδος, και ορισμένες εμπειρίες μου εκεί, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.
Στο ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ οι γνώσεις μου περί Λευκάδος, και ορισμένες εμπειρίες μου εκεί, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.
Κυκλοφόρησαν περίπου 300 τεύχη «Μάσκα»
Κυκλοφόρησαν περίπου 300 τεύχη «Μάσκα»

 

— Και ποιες είναι οι δομικές διαφορές ανάμεσα σε ένα (αστυνομικό) μυθιστόρημα και ένα διήγημα;

Στο μυθιστόρημα έχεις «άπλα» να στρώσεις τον μύθο σου και να «φυτέψεις» τα τεκμήρια που αργότερα θα ανακαλύψει ο ήρωάς σου για να φτάσει στον ένοχο ή να εξηγήσεις με περισσότερα λόγια τις διάφορες καταστάσεις. Στο διήγημα, στο σύντομο διήγημα ιδιαίτερα, πρέπει να βρεις ένα έξυπνο clue και να το αφηγηθείς με όσο λιγότερα λόγια γίνεται καταλήγοντας σε ένα απρόοπτο τέλος, που θα εντυπωσιάσει τον αναγνώστη.

 

— Πόσος Κορίνης υπάρχει σε όλους αυτούς τους λογοτεχνικούς ήρωες;

Ε, κάμποσος. Δεν γεννήθηκα χτες κι έχω ζήσει μερικές περίεργες καταστάσεις απ' όπου άντλησα συγκεκριμένες εμπειρίες.

 

— Από το πρώτο διήγημα για τη «Μάσκα» μέχρι την «Ίντριγκα στο Ιόνιο» μεσολαβούν μερικές δεκαετίες, ή κάτι σαν δυο-τρεις γενιές. Πόσα άλλαξαν στις αναγνωστικές προτιμήσεις του κοινού και στα δικά σας πεζογραφικά ενδιαφέροντα;

Το «αστυνομικό», ας το πούμε έτσι —μολονότι είναι λάθος ονομασία— υπέστη μια σχετική κακοποίηση, κατά τη γνώμη μου, εξαιτίας της μανίας του κάθε καινούργιου συγγραφέα να πρωτοτυπήσει, φτάνοντας αναπόφευκτα στα άκρα. Και οι νεότεροι αναγνώστες, μην έχοντας γευτεί το έργο των σκαπανέων του είδους για να ξέρουν τι θα πει «βερίκοκο», έχαψαν το νέο προϊόν hook, sink and line που λένε στην Εσπερία, και φτάνουν τώρα στο σημείο να αντιδρούν αρνητικά στο «καθαρόαιμο» είδος. Εκείνο, όμως, που έκανε εμένα να μαζευτώ στο καβούκι μου και να ορκιστώ ότι δεν θα ξεφύγω ποτέ από αυτά που μου δίδαξαν τα «μεγαθήρια» ήταν η «σκανδιναβοποίηση» του είδους. Ξεκινώντας από το «ουκ εν τω πολλώ το ευ» και περνώντας τις 700 τόσες σελίδες τού κάθε τέτοιου μυθιστορήματος από το κυνικό scanner του εγκεφάλου που μου έχει απομείνει, κατέληξα σε μια αμετάκλητη απόφαση — I am not interested!

 

Το noir περιγράφει την ελεγχόμενη αχρειότητα και τους υπαρξιακούς παραλογισμούς που αντιμετωπίζουν οι άντρες και οι γυναίκες όταν παγιδεύονται σε ένα δίχτυ απρογραμμάτιστης βίας, ανηθικότητας και πάθους για σεξ και χρήμα.

 

— Αθήνα, Λονδίνο, και τώρα πια Μύκονος. Πόσο επηρεάζει ο τόπος όπου ζείτε το γράψιμό σας;

Όσο καλύτερα ξέρεις έναν τόπο, τόσο πιο εύκολα στήνεις μια υπόθεση, χρησιμοποιώντας «τοπικά» στοιχεία που κάνουν τη διαφορά και ίσως να επηρεάσουν και την όλη υπόθεση. Αυτό έκανα στο ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΘΑΝΑΤΟΥ και σε ένα τηλεοπτικό επεισόδιο με τίτλο ΤΕΛΕΙΟ ΣΧΕΔΙΟ, ΤΕΛΕΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑ, και τα δύο στημένα στο Λονδίνο, αλλά περισσότερο στο ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ όπου οι γνώσεις μου περί Λευκάδος, και ορισμένες εμπειρίες μου εκεί, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.

 

— Ελληνική τηλεόραση.

Έκανα το πρώτο CSI, να το πούμε έτσι χοντρικά, στα πρώτα βήματα της ελληνικής τηλεοράσεως και μετά ένα άλλο σίριαλ με τίτλο ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΛΕΙΔΙ. Όταν επιχείρησα την τρίτη δουλειά, μια σειρά αστυνομικών προβλημάτων με τίτλο ΤΗΛΕ-ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ, εντελώς πρωτοποριακή διεθνώς, έπεσε ο ουρανός και με πλάκωσε, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να εγκαταλείψω την Ελλάδα. Το πώς και το γιατί απαιτεί συμμετοχή... ψυχιάτρου.

 

— Ελληνική αστυνομική λογοτεχνία.

Εγώ δεν είμαι λογοτέχνης — αν κρίνω από την αντιμετώπιση που έχω από την πλευρά των «συγγραφέων ελληνικής λογοτεχνίας» που έχουν συγκροτήσει και λέσχη και αλληλολιβανίζονται σε καθημερινή βάση, ξεχνώντας ότι οι περισσότεροι πέρασαν από τον πάγκο που λεγόταν «Μυστήριο» και «Μάσκα», όπου μπάρμαν ήταν ο, κατά τη γνώμη μερικών απλών ανθρώπων, «θρύλος», «μαιτρ», «Δάσκαλος», «Πατριάρχης» που ακούει στο όνομα Τζίμμυ Κορίνης.

 

 
 

 

— Είναι η «Ίντριγκα στο Ιόνιο» ένα αρχετυπικό hard-boiled παρότι εκτυλίσσεται σήμερα; Είναι μία σύμβαση αυτό; Θα μπορούσε να εκτυλίσσεται τη δεκαετία τού '30 ή του '50 είτε στην Ελλάδα είτε, ας πούμε, στην Αμερική;

Στην Αμερική, άνετα. Εδώ στην Ελλάδα, όχι, δεδομένου ότι η εγκληματικότητα δεν είχε... προοδεύσει τόσο στις δεκαετίες που ανέφερες, ώστε να μπορούν να γίνουν πιστευτά τα διαδραματιζόμενα στο ΙΝΤΡΙΓΚΑ ΣΤΟ ΙΟΝΙΟ.

 

— Οι διαφορές του hard-boiled από το noir;

Δυο εντελώς διαφορετικά είδη. Για να καταλάβουν οι αναγνώστες μας τι δεν είναι το hard-boiled story, παραθέτω μια αναλυτική περιγραφή του noir, με το απαραίτητο για μένα τσουχτερό σχόλιο στο τέλος.

Το μυθιστόρημα noir είναι ένα παρεξηγημένο είδος. Στην Ελλαδίτσα του 2016 όπου ισχύει πάντοτε το «είσαι ότι δηλώσεις», αναγράφονται (ιδιαίτερα στο Ίντερνετ) όλο και πιο συχνά ανακοινώσεις ότι ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας έγραψε ένα εκπληκτικό «νουάρ» μυθιστόρημα και έπαινοι και παιάνες για το «ελληνικό νουάρ» που κυριαρχεί στην αγορά του βιβλίου. Έχει δημιουργηθεί, με άλλα λόγια, ένα κίνημα «νουαρίστας» —κατά το «Σαντινίστας» και «ζουρναλίστας»— κι έχουμε φτάσει, μάλιστα, στο σημείο να ανακηρύξουμε και «πρίγκιπα» και «βασιλιά» του ελληνικού νουάρ. Επειδή, όμως, το noir είναι ένα, μοναδικό και ιδιαίτερο κι επειδή το επινόησαν άλλοι και όχι εμείς, καλό είναι να ενημερωθούμε για το τι λένε εκείνοι γι αυτό, πώς το ορίζουν επίσημα, δηλαδή, με την ελπίδα ότι θα προσγειωθούμε λιγάκι.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν: Η γαλλική λέξη «noir», που σημαίνει «μαύρο», είναι ένας όρος που ισχύει γενικά για μυθιστορήματα με θέμα το έγκλημα, που γράφτηκαν τη δεκαετία του '40 και του '50 και που, σχεδόν όλα, κατέληξαν να γυριστούν σε ταινίες στο Χόλιγουντ — τα γνωστά film noir. Το στιλ είναι κάτι σαν το σκληροτράχηλο (hard-boiled) μυθιστόρημα ή διήγημα χωρίς τον ντετέκτιβ. Οι φιγούρες που παρελαύνουν στα μυθιστορήματα του γνωστού για το ύφος του Cornell Woolrich, λόγου χάρη, είναι σαν μια τράπουλα ταρώ του noir: το κορόιδο, ο καταδικασμένος, η «πλανεύτρα», ο μανιακός δολοφόνος, το «τύλιγμα» κι η κακοτυχία. Αντλώντας από τα μυθιστορήματα της εποχής του hard-boiled, αλλά ακόμα και από τον συμβολισμό του Gothic και του Ρομαντισμού, το noir βασίζεται πολύ στην αντίθεση ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, στην τρέλα και στη λογική, στον Παράδεισο και στην Κόλαση, στην αμαρτία και στη μετάνοια.

Αυτοί οι δυϊσμοί και οι αντιθέσεις είναι περισσότερο ορατοί στα σεξιστικά στερεότυπα του noir. Η κεντρική φιγούρα, συνήθως άντρας, είναι παγιδευμένος ανάμεσα σε δυο γυναίκες. Η μελαχρινή, σέξι και «κακιά» γυναίκα με αντίπαλο την ξανθιά και «καλή» γυναίκα είναι μια δυναμική που πηγαίνει πίσω στον 19ο αιώνα κι ακόμα παραπέρα. Στο noir γράψιμο, η φόρμουλα διαφοροποιόταν μερικές φορές από τον φτηνό/ονειροπόλο δυϊσμό — η «πλανεύτρα» είναι μια κλασική «σεξοβόμβα» που στάζει σεξουαλικότητα, ενώ η «καλή» γυναίκα είναι νεότερη, αβέβαιη ως προς τη σεξουαλικότητά της, και άπειρη. Η μία γεμίζει τον ήρωα «βαρβατίλα», ενώ η άλλη τον κάνει ονειροπόλο. Η σεξουαλικά διαθέσιμη γυναίκα ανάβει έναν εκρηκτικό, αλλά σύντομο σε διάρκεια, πόθο που αποδεικνύεται καταστροφή για τον ήρωα, ενώ ο ελπιδοφόρος και γεμάτος λατρεία πόθος για την «καλή» γυναίκα είναι αυτό που παρακινεί τον ήρωα —που τις περισσότερες φορές νιώθει ξοφλημένος, προδομένος και καθοδόν προς την αγχόνη— να καταβάλει μια τελική προσπάθεια προκειμένου να σωθεί.

Με άλλα λόγια, το noir περιγράφει την ελεγχόμενη αχρειότητα και τους υπαρξιακούς παραλογισμούς που αντιμετωπίζουν οι άντρες και οι γυναίκες όταν παγιδεύονται σε ένα δίχτυ απρογραμμάτιστης βίας, ανηθικότητας και πάθους για σεξ και χρήμα. Αυτή η ζοφερή άποψη της ζωής ήταν αποτέλεσμα της «Μεγάλης Ύφεσης» που έζησε η Αμερική, όταν η προσωπική ηθική και ικανότητα βρέθηκαν αντιμέτωπες με δυνάμεις πέρα από τον έλεγχο του ατόμου.

Ο James M. Cain είναι ίσως ο πιο γνωστός συγγραφέας μυθιστορημάτων τύπου noir. Παίζει με την ιδέα του κουτιού της Πανδώρας που, αφού ανοίξει, δεν μπορεί να κλείσει ξανά και όλες οι προσπάθειες του άτυχου θύματος δεν σημαίνουν τίποτα, ούτε φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Στο μυθιστόρημα «The Postman Always Rings Twice» («Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές», 1934) ο μικροαπατεώνας Φρανκ Τσέιμπερς υποκύπτει στους κτηνώδεις δαίμονες του πόθου και του χρήματος, βοηθώντας την Κόρα Παπαδάκη να σκοτώσει τον άντρα της, τον Νικ, καθώς επιδιώκουν και οι δυο να αρπάξουν ένα κομμάτι του αμερικάνικου ονείρου. Και στο μυθιστόρημα «Double Indemnity» («Κολασμένη αγάπη», 1943) ο ασφαλιστικός πράκτορας Γουόλτερ Χαφ δεν μπορεί να αντισταθεί στην προοπτική για γρήγορο χρήμα και σεξ με τη Φίλις Νερντλίνγκερ, που τον σαγηνεύει προκειμένου να σχεδιάσουν μαζί τον φόνο του συζύγου της. Ο Χαφ διαπιστώνει σύντομα ότι έχει κάνει ένα μεγάλο σφάλμα, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει, έχει παγιδευτεί από το ίδιο το εγώ του κι από τον πράκτορα Κήις.

Αν ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας πιστεύει ότι έχει γράψει ή μπορεί να γράψει κάτι τέτοιο, δικαιωματικά τού ανήκει ο τίτλος του «νουαρίστα» και του ευχόμαστε από καρδίας, που λένε, να προβιβαστεί και σε «μαιτρ», «πρίγκιπα» ή και «βασιλιά» του ελληνικού noir.

 

Εγώ δεν είμαι λογοτέχνης — αν κρίνω από την αντιμετώπιση που έχω από την πλευρά των «συγγραφέων ελληνικής λογοτεχνίας» που έχουν συγκροτήσει και λέσχη και αλλληλολιβανίζονται σε καθημερινή βάση
Εγώ δεν είμαι λογοτέχνης — αν κρίνω από την αντιμετώπιση που έχω από την πλευρά των «συγγραφέων ελληνικής λογοτεχνίας» που έχουν συγκροτήσει και λέσχη και αλλληλολιβανίζονται σε καθημερινή βάση

 

— Βιβλία, περιοδικά, κινηματογράφος/τηλεόραση. Τι αγαπάτε πιο πολύ;

Τα παλιά, καλά, κατά τη γνώμη μου, βιβλία δεν λείπουν από το κομοδίνο μου (Dashiell Hammett, Ellery Queen, Rex Stout, Jonathan Latimer, George Harmon Cox, Mickey Spillane, Richard S. Prather, για να αναφέρω μερικούς αγαπημένους συγγραφείς). Είμαι λάτρης των κινηματογραφικών ταινιών, που χρησίμεψαν άλλωστε σαν τάξεις πανεπιστημίου για μένα, προκειμένου να καλλιεργήσω το δαιμόνιο του σεναριογράφου/σκηνοθέτη που με έτρωγε περισσότερο από το δαιμόνιο του συγγραφέα και ήταν ο βασικός λόγος που ξεσηκώθηκαν όλοι εναντίον μου —ίσως το παράκανα κι εγώ με την προβολή μου— και με ανάγκασαν να αυτοεξοριστώ στην αλλοδαπή.

 

— Θα παρατούσατε τα πάντα εάν βρισκόταν ένας τολμηρός εκδότης που θα χρηματοδοτούσε μία μοντέρνα εκδοχή της «Μάσκας» σήμερα; Θα την αναλαμβάνατε; Και, εντέλει, πιστεύετε ότι θα είχε επιτυχία;

Υπάρχει ένα τεράστιο απαίδευτο κοινό εκεί έξω και μια επανέκδοση της «Μάσκας», έτσι όπως την έχω συλλάβει, με ιστορική διάθεση, και την είχα αναρτήσει στο site www.maska.gr ελπίζοντας ότι θα μπορούσα να βρω τρόπο να την προωθήσω, θα είχε μια σχετική επιτυχία. Και, ναι, θα την αναλάμβανα για να ξαναζήσω τις στιγμές εκείνες που έζησα κάποτε και που δεν πρόκειται να σβήσουν από τη μνήμη μου παρά μόνο από το σφουγγάρι τού... You know who!

 

— Υπήρξατε δύσκολος άνθρωπος στις συνεργασίες σας; Κάνατε πολλές υποχωρήσεις; Έπρεπε να κάνετε πολύ περισσότερες;

Δύσκολο με έβλεπαν οι άλλοι επειδή δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη φιλοσοφία μου, ότι, έτσι και κάνεις μια συμφωνία, πρέπει να την τηρήσεις, ότι, έτσι και υποσχεθείς κάτι, πρέπει να τηρήσεις την υπόσχεσή σου. Η αξιοπρέπεια γι' αυτούς ήταν κάτι άγνωστο. Όσο για υποχωρήσεις — να κάνεις υποχώρηση σε κάποιον που είναι καλύτερος από σένα, που ξέρει περισσότερα από σένα, που σου προκαλεί σεβασμό με τις γνώσεις του και τον τρόπο του, τρώγεται, αλλά να υποχωρείς στις απαιτήσεις των διαφόρων καρεκλοκένταυρων που καταλάμβαναν συνήθως τις επίκαιρες θέσεις είτε στο Κέντρο Κινηματογράφου ή στα τηλεοπτικά κανάλια και προσπαθούσαν να σου κάνουν την ζωή πατίνι για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους — όχι, ποτέ!

 

— Πόσο χρόνο θα χρειαζόσασταν αν σας πρότειναν (ξανά) να γράψετε ένα σύγχρονο αστυνομικό σίριαλ για την τηλεόραση;

Εφόσον θα στηριζόταν πάνω σε ένα από τα βιβλία μου, το πολύ μια εβδομάδα για κάθε επεισόδιο.

 

— Έχετε αρχείο παλαιών τευχών από τα περιοδικά που εκδίδατε, διευθύνατε και γράφατε;

Δυστυχώς, όχι από όλα. Εκείνος που τα έχει όλα —όπως με «απείλησε» κάποτε— είναι ο άλλοτε φανατικός θαυμαστής και φίλος Κώστας Γιαννίκος, που μεταλλάχτηκε κι αυτός με το πέρασμα του χρόνου.

 

— Ποια περιοδικά και ποια τεύχη θα χαρίζατε, από αυτό το αρχείο, σε έναν σημερινό δεκαπεντάρη για να μυηθεί στο είδος; Και ποια θα δανείζατε σε εμένα;

Δύσκολο να αποχωριστώ τη μοναδική σειρά του περιοδικού «Μυστήριο», όπου έγραφα από το 1958 μέχρι το 1963, ή τη βιβλιοδετημένη μοναδική σειρά της «Μάσκας» (1963-1974), ή το περιοδικάκι «Ο κάου-μπόυ Φάντασμα» που έγραψα για τον Στέλιο Ανεμοδουρά το 1963 ή τους τόμους του περιοδικού «Φαντασία» που μου πρόσφερε την ευκαιρία να γίνω κι εγώ «όνομα» κάποτε. Επειδή σε συμπαθώ, όμως, θα το συζητήσουμε!

 

— Σας ευχαριστώ θερμά!

Η ευχαρίστηση δική μου.

 

Υπάρχει ένα τεράστιο απαίδευτο κοινό εκεί έξω και μια επανέκδοση της «Μάσκας» θα είχε μια σχετική επιτυχία.
Υπάρχει ένα τεράστιο απαίδευτο κοινό εκεί έξω και μια επανέκδοση της «Μάσκας» θα είχε μια σχετική επιτυχία.
Δύσκολο να αποχωριστώ τη μοναδική σειρά του περιοδικού «Μυστήριο», όπου έγραφα από το 1958 μέχρι το 1963
Δύσκολο να αποχωριστώ τη μοναδική σειρά του περιοδικού «Μυστήριο», όπου έγραφα από το 1958 μέχρι το 1963