Ο φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγάδο φωτογραφίζει τις μάζες για να μας θυμίσει τον άνθρωπο, φωτογραφίζει μεμιάς εκατοντάδες απρόσωπα κορμιά για να εξάρει τη σημασία του προσώπου, του βλέμματος.
Ο φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγάδο φωτογραφίζει τις μάζες για να μας θυμίσει τον άνθρωπο, φωτογραφίζει μεμιάς εκατοντάδες απρόσωπα κορμιά για να εξάρει τη σημασία του προσώπου, του βλέμματος.

 

Ορυχεία. Από τις πιο φημισμένες φωτογραφίες του είναι αυτή του ανοιχτού ορυχείου χρυσού: Σέρα Πελάδα, επαρχία Παρά, Βραζιλία, 1986. Ένα ορυχείο που ανακαλύφθηκε το 1980 και προκάλεσε πυρετό χρυσοθηρίας. Εκατοντάδες, χιλιάδες άνθρωποι σε μια τεράστια τρύπα μοχθούν εθελοντικά, δίχως να είναι σκλάβοι κανενός, παρά μόνον του πόθου τους να πλουτίσουν. Διαβιούν όλοι μαζί σ' ένα εργοτάξιο, σε καλύβες. Κοιμούνται σε αιώρες. Άντρες, όλοι. Για να δουν γυναίκα πρέπει να διανύσουν σαράντα και πενήντα χιλιόμετρα. Απαγορεύεται το αλκοόλ. Κυριαρχεί μια αδυσώπητη, υπόγεια βία. Καθένας ζει εγκλωβισμένος στο όνειρό του. Σιτίζονται επαρκώς: κρέας, λαχανικά, ρύζι, μανιόκα (ένα πολύ θρεπτικό κονδυλώδες φυτό). Βλέποντας τη φωτογραφία του ορυχείου, χάνεις την αίσθηση του χρόνου. Μεταφέρεσαι στην αρχαιότητα, στην Αίγυπτο των πυραμίδων, στο Άουσβιτς του Ολοκαυτώματος, παντού όπου οι μάζες εξευτελίζονται, λεηλατούνται, υποβιβάζονται. Παντού όπου ο άνθρωπος ως αυτόνομη προσωπικότητα φθίνει, αφανίζεται, σβήνει. Ο φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγάδο (Sebastiao Salgado) φωτογραφίζει τις μάζες για να μας θυμίσει τον άνθρωπο, φωτογραφίζει μεμιάς εκατοντάδες απρόσωπα κορμιά για να εξάρει τη σημασία του προσώπου, του βλέμματος.

 

2.

Φοράω πάντοτε χακί όταν δουλεύω. Το ντοκιμαντέρ Το αλάτι της γης του Βιμ Βέντερς έφερε κοντά μας τον φωτογράφο από τη Βραζιλία. Ακούμε τη βελούδινη φωνή του, τα προσεκτικά και κομψά γαλλικά του, τις ζυγιασμένες προσεκτικά λέξεις του. Και τώρα το βιβλίο Από τη γη μου στη Γη (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα) μας συστήνει, σε πρώτο πρόσωπο μάλιστα, όλο τον πλούτο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου. Μαθαίνουμε πώς μεγάλωσε και τι τον συνεπήρε, πώς εντάχθηκε στην άκρα αριστερά της χώρας του και πώς γνώρισε την παντοτινή γυναίκα, σύντροφο, ερωμένη, συνεργάτιδά του, τη Λέλια Δελουίζ Ουόνικ Σαλγάδο. Μαθαίνουμε ότι γεννήθηκε το 1944, στην επαρχία Μίνας Ζεράις, σε μια φάρμα που την αρδεύει ο ποταμός Ρίο Ντόσε, και ότιήδη από την παιδική του ηλικία τον κατέκλυζαν οι εικόνες, αυτό το ιδιαίτερο φως που τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή. «Γεννήθηκα με εικόνες από έναν βαρύ ουρανό», λέει, «που τον διαπερνά το φως. Αυτό το φως έχει εισβάλει στις εικόνες μου. Στην πραγματικότητα, βρισκόμουν μέσα στις εικόνες μου πριν καν αρχίσω να τις δημιουργώ».

 

 

3.

Παρατάω την οικονομία.Ήταν στο Λονδίνο, το 1973. Ο Σαλγάδο είναι περιζήτητος οικονομολόγος, ζει άνετα σε ένα μεγάλο διαμέρισμα στο Χάιντ Παρκ, έχει μια λαμπρή σταδιοδρομία μπροστά του, κυκλοφορεί με ένα σπορ Triumph. Κι όμως, το στοίχημα το κερδίζει η δημιουργικότητα. Αποφασίζουν με τη Λέλια να προσηλωθούν στη μαγεία και στη δύναμη των εικόνων. «Παρατάω την οικονομία» θα πει. Επιστρέφουν στο Παρίσι, μένουν σε μια μικρή κάμαρα (το βράδυ υπνοδωμάτιο, την ημέρα φωτογραφικό εργαστήρι) και επενδύουν ό,τι οικονομίες έχουν σε φωτογραφικό εξοπλισμό. Αποκτά μια Leica –αυτό το πραγματικά μεγαλειώδες μηχάνημα–, ένα «θαυμάσιο περιστρεφόμενο εμφανιστήριο και έναν επαγγελματικό μεγεθυντή που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα». Και η περιπέτεια αρχίζει. Ο Σαλγάδο, πάντα με τη Λέλια στο πλάι του, ταξιδεύει παντού, αφού οργανώνει με εξαντλητική φροντίδα το πρόγραμμά του, και πασχίζει να ανακαλύψει «νησίδες πλούτου» (ίσον ψυχική γενναιοδωρία, ευγένεια, βαθιά ανθρωπιά, αλληλεγγύη, έρωτα, μέριμνα, αγάπη) μέσα σε ωκεανούς φτώχειας. Θα καταγράψει τον μόχθο στο συνταρακτικό λεύκωμα Εργάτες ή το Χέρι του ανθρώπου, επισκεπτόμενος και φωτογραφίζοντας ναυπηγεία, χαλυβουργεία, ορυχεία. «Η φωτογραφία μου», λέει ο Σαλγάδο, «δεν είναι μια μορφή ακτιβισμού, δεν είναι ένα είδος στράτευσης, δεν είναι καν επάγγελμα. Είναι η ίδια μου η ζωή. Λατρεύω τη φωτογραφία, να φωτογραφίζω, να καδράρω, να παίζω με το φως. Μου αρέσει να ζω με τους ανθρώπους, να παρατηρώ τις κοινότητές τους, και τώρα τελευταία τα ζώα, τα δέντρα, τις πέτρες. Η φωτογραφία μου είναι όλα αυτά και δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι οι αποφάσεις που με οδηγούν να πάω εδώ ή εκεί είναι λογικές. Είναι μια ανάγκη που πηγάζει από τα βάθη του εαυτού μου. Είναι ο πόθος να φωτογραφίσω που με ωθεί να ξαναφύγω. Να δω κάτι άλλο, κάπου αλλού. Να ψάξω γι' άλλες εικόνες. Να τραβήξω ξανά και ξανά καινούργιες φωτογραφίες».