Τα νέα από τη βιβλιαγορά, χρόνια τώρα, έχουν πάψει να είναι ευχάριστα. Τον φετινό χειμώνα, δε, που σημαδεύτηκε και από την πτώχευση του «Παπασωτηρίου», η ερημιά που έζησαν τα βιβλιοπωλεία ήταν αποκαρδιωτική. Ευτυχώς, έστω και συρρικνωμένη, η εκδοτική δραστηριότητα συνεχίζεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΒiblioΝet, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας εκδίδονταν πάνω από 10.000 νέα βιβλία τον χρόνο, αλλά με το που μπήκαμε στην κρίση η παραγωγή άρχισε να παίρνει την κατηφόρα, πέφτοντας το 2014 κάτω από τους 6.000 νέους τίτλους, στα επίπεδα του 1998. Στον τομέα της λογοτεχνίας, εντούτοις, με ό,τι σημαίνει πια αυτός ο όρος, παρατηρείται υπερπροσφορά. Τις «καλές» εποχές το μερίδιο που αναλογούσε στη λογοτεχνία ήταν μόλις 22%. Τα τελευταία χρόνια, όμως, πήρε τα σκήπτρα και το ποσοστό της σχεδόν διπλασιάστηκε.

 

Τα ελληνικά μυθιστορήματα, είτε δοκιμασμένων είτε πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων, έφτασαν να ξεπερνούν σε αριθμό τα μεταφρασμένα, ενώ και οι –ασύμφορες, κατά γενική ομολογία− ποιητικές συλλογές καλά κρατούν. Δεν είναι εντυπωσιακό; Πώς γίνεται, μέσα σ' αυτό το τοπίο των λουκέτων και των κατακρημνισμένων τζίρων, να δίνονται τόσες ευκαιρίες σε αφανείς πεζογράφους και ποιητές; Εκτός κι αν δεν παίρνονται τα ανάλογα ρίσκα. Εκτός, δηλαδή, και αν κάποιοι από τους παραπάνω συμμετέχουν ή καλύπτουν τα έξοδα της έκδοσης των βιβλίων τους. Κάτι που γινόταν κατά κόρον ως τα τέλη της δεκαετίας του '70, πριν τεθούν επαγγελματικές βάσεις στον χώρο, κι έκτοτε μόνο κατ' εξαίρεση.

 

Υπάρχουν οίκοι, όπως, για παράδειγμα, ο Οσελότος, που ειδικεύονται ανοιχτά στις αυτοεκδόσεις, δημοσιεύοντας και ενδεικτικούς τιμοκαταλόγους στην ιστοσελίδα τους. Άλλοι, όπως ο Γαβριηλίδης, έχουν παραδεχτεί πως μοιράζονται τα βάρη της έκδοσης με νέους ποιητές κυρίως, προτείνοντάς τους να προαγοράσουν εκείνοι μερικές εκατοντάδες αντίτυπα των συλλογών τους και να τα διαθέσουν όπου επιθυμούν.

 

 

Πόσα βιβλία κυκλοφορούν σήμερα μ' αυτό τον τρόπο; Ας μη βαυκαλιζόμαστε. Η έκταση του φαινομένου είναι αδύνατον ν' αποσαφηνιστεί. Υπάρχουν οίκοι, όπως, για παράδειγμα, ο Οσελότος, που ειδικεύονται ανοιχτά στις αυτοεκδόσεις, δημοσιεύοντας και ενδεικτικούς τιμοκαταλόγους στην ιστοσελίδα τους. Άλλοι, όπως ο Γαβριηλίδης, έχουν παραδεχτεί πως μοιράζονται τα βάρη της έκδοσης με νέους ποιητές κυρίως, προτείνοντάς τους να προαγοράσουν εκείνοι μερικές εκατοντάδες αντίτυπα των συλλογών τους και να τα διαθέσουν όπου επιθυμούν. Οι μεγάλοι παραδοσιακοί εκδότες αποκηρύσσουν αυτές τις πρακτικές δημοσίως και μαρτυρίες που να τους διαψεύδουν δύσκολα εκμαιεύονται. Είναι κοινό μυστικό, όμως, πως πολλά μικρά εκδοτικά μόνον έτσι καταφέρνουν να επιβιώνουν, είτε βάζοντας νερό στο κρασί τους είτε προσπαθώντας να διατηρήσουν τον πήχη ψηλά.

 

 

Ο Κώστας Γκοβόστηςτων ομώνυμων εκδόσεων και γενικός γραμματέας της Ένωσης Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ) δεν το αρνείται: «Πράγματι, τα τελευταία χρόνια υπάρχει η αίσθηση ότι τα πληρωμένα βιβλία έχουν αυξηθεί. Ενδεχομένως το ποσοστό τους να έχει μεγαλώσει. Σε απόλυτους αριθμούς, ωστόσο, είναι λιγότερα. Η κρίση χτυπάει τους πάντες, όχι μόνο τις εκδοτικές επιχειρήσεις, κι εκείνοι που θα έβαζαν το χέρι στην τσέπη για να δουν δημοσιευμένα τα γραπτά τους, αναπόφευκτα, έχουν περιοριστεί». Για τον ίδιο, αυτή η μορφή της αυτοέκδοσης, όση ματαιοδοξία κι αν κρύβει, «δεν είναι απαραίτητα ηθικά επιλήψιμη. Εκείνο που μετράει είναι το ποιοτικό κριτήριο. Αν μιλάμε για ένα πολύ καλό έργο το οποίο δεν θα κάνει πωλήσεις, μια τέτοια λύση ίσως είναι προτιμότερη. Κανείς δεν υποχρεώνεται να δώσει χρήματα. Το ότι το κάνει, σε τόσο δύσκολους καιρούς, είναι και μια μορφή σταυροφορίας».

 

 

Ανάλογες απόψεις έχουν εκφράσει και εκδότες με εξαιρετική αισθητική, όπως η Τζούλια Τσιακίρη των εκδόσεων Το Ροδακιό και ο Σταύρος Πετσόπουλος της Άγρας. Όπως έλεγε η πρώτη, όταν επιχειρούσα το ίδιο ρεπορτάζ, προ κρίσης, «ό,τι κυκλοφορεί από εμάς, είναι επειδή το έχουμε εγκρίνει και ποθούμε να το δημοσιεύσουμε. Προκειμένου, όμως, να τυπωθούν βιβλία που αποκλείεται να σταθούν εμπορικά, αναζητούμε οικονομική στήριξη είτε από κάποιον χορηγό είτε από τον ίδιο τον συγγραφέα». Κι ο δεύτερος, πολύ πιο πρόσφατα, παραδεχόταν πως «το κάναμε κι εμείς στο ξεκίνημά μας, αλλά τα τελευταία 25 χρόνια το αποφεύγουμε. Δεν πιστεύω ότι τίθεται ηθικό ζήτημα εφόσον μιλάμε μόνο για τα έξοδα του βιβλίου και όχι για το κέρδος του εκδότη, κι εφόσον πρόκειται για χειρόγραφα άξια, ούτως ή άλλως, να τυπωθούν. Προτιμώ χίλιες φορές αυτήν τη δυνατότητα στην Ελλάδα, από τον απόλυτο αποκλεισμό της έκδοσης τέτοιων βιβλίων, όπως συμβαίνει στις μεγάλες χώρες του εξωτερικού».

 

Εικονογράφηση: Athenean Sailor/ LIFO
Εικονογράφηση: Athenean Sailor/ LIFO

 

Πόσο πιεστική έφτασε να γίνει η έλλειψη ρευστού; «Εμείς στον Gutenberg δεν δεχόμαστε χρήματα από κανέναν, αλλά αμφιβάλλω αν υπάρχει σήμερα εκδότης που να μην μπαίνει στον πειρασμό» λέει ο Γιώργος Δαρδανός. «Πόσο μάλλον αν είναι καταχρεωμένος και του χτυπούν την πόρτα άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν όσο-όσο για να ικανοποιήσουν την κάψα τους. Ευελπιστεί ότι θα υπάρξει κάποια κίνηση, ότι το ένα βιβλίο θα παρασύρει το άλλο, είναι ένας τρόπος να δείξει πως παραμένει ενεργός. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα από τα πληρωμένα βιβλία δεν φτάνουν στα βιβλιοπωλεία. Εδώ δεν φτάνουν τα άλλα... Σκεφτείτε ότι πριν από την κρίση συνεργαζόμασταν με 2.600 σημεία πώλησης, ενώ σήμερα δεν εμπιστευόμαστε πάνω από 80».

 

Από τη μεριά των συγγραφέων, το είπαμε, τα στόματα μένουν κλειστά. Σε κατ' ιδίαν, όμως, συζητήσεις, ακούγονται διάφορα. Οίκος που φημίζεται για τις ποιητικές επιλογές του διεκδίκησε τις προάλλες 3.000 ευρώ για να τυπώσει μια συλλογή 120 σελίδων, χωρίς ν' αναλαμβάνει και την υποχρέωση να τη διακινήσει. Κι όταν ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος περίμενε απάντηση επί μήνες, ζήτησε να το σκεφτεί λιγάκι, μόνο που δεν εκδιώχθηκε. Κατά τ' άλλα, το χειρόγραφό του είχε κριθεί άξιο προς δημοσίευση... Με τον ίδιο οίκο συνεργάστηκε και γνωστή δημοσιογράφος για μια ποιητική σύνθεσή της, που μεταφέρθηκε έπειτα στο θέατρο, στην «πολύ φιλική τιμή», όπως αναγνωρίζει, «των 1.000 ευρώ». Έκτοτε, όμως, «όσο κι αν το επεδίωξα, δεν είχα επαφή με τον εκδότη. Ήθελα να τον καλέσω στην παράσταση, κι ούτε στο τηλέφωνο δεν έβγαινε. Λες και το βιβλίο μου, παρότι είχε τη σφραγίδα του, δεν τον αφορούσε καθόλου...».

 

Άλλο παράδειγμα, από την απέναντι όχθη, από εκεί όπου δεν γίνεται καν λόγος για ποιοτικά κριτήρια. Πρώην εκπαιδευτικός «παλεύει» εδώ και χρόνια να δημοσιεύσει σε βιβλίο, ιδίοις εξόδοις, τρία διηγήματα – ούτε εκατό σελίδες συνολικά. «Οι τιμές», λέει, «πάνε από τα ύψη στα βάθη. Άλλος ζητάει 1.000, άλλος 2.500 ευρώ, όπου σε πετύχει, κι όχι πάντα με απόδειξη. Έχω φίλες ποιήτριες που τις έχουν ξετινάξει... Κατέληξα στον φθηνότερο, για 450, και το μετάνιωσα οικτρά. Βρέθηκα αντιμέτωπη μ' έναν ανεκδιήγητο τύπο που υποδύεται και τον συγγραφέα, με τον οποίο επί τρία χρόνια τσακώνομαι, χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα σκέφτομαι να πάω στον Οσελότο. Εκεί τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα».

 

Ξέρετε, οι συγγραφείς είναι πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι. Άλλοι πιστεύουν πως γράφουν "αριστουργήματα" κι είναι αποφασισμένοι να πληρώσουν για να το αποδείξουν. Άλλοι πιστεύουν πως έχουν γράψει κάτι τόσο αξιόλογο, που είναι ντροπή να πληρώσουν οι ίδιοι για να εκδοθεί. ―Λένα Παντοπούλου

 

Ο συγκεκριμένος οίκος, από τους πρώτους που δραστηριοποιήθηκαν στον χώρο των αυτοεκδόσεων, έχει τυπώσει από το 2009 γύρω στους 600 τίτλους − παιδικά βιβλία, συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα τα περισσότερα. «Στην αρχή», λέει η επικεφαλής του, Λένα Παντοπούλου, «οι παραδοσιακοί εκδότες μάς είδαν ανταγωνιστικά και οι συγγραφείς με επιφύλαξη. Ξέρετε, οι συγγραφείς είναι πολύ ευαίσθητοι άνθρωποι. Έχουν συνηθίσει να μην τους εκτιμούν ιδιαίτερα κι αυτό τους έχει γίνει βίωμα. Είναι φοβισμένοι, όλο νομίζουν ότι κάποιος πάει να τους ξεγελάσει... Απ' ό,τι βλέπω, άλλοι πιστεύουν πως γράφουν "αριστουργήματα" κι είναι αποφασισμένοι να πληρώσουν για να το αποδείξουν. Άλλοι πιστεύουν πως έχουν γράψει κάτι τόσο αξιόλογο, που είναι ντροπή να πληρώσουν οι ίδιοι για να εκδοθεί. Κι άλλοι θέλουν να διαχειριστούν μόνοι τους το γραπτό τους, ώστε, αν πουλήσει, να κερδίσουν κιόλας. Κανονικά, μόνο οι τελευταίοι θα 'πρεπε να καταφεύγουν στην αυτοέκδοση».

  

Γεγονός είναι ότι τα χειρόγραφα που φτάνουν στον Οσελότο δεν ξεσκαρτάρονται. «Δεν μπορώ να πω ότι γίνεται επιλογή, μόνο editing κάνουμε. Όταν ξεκινούσαμε, νόμιζα πως, για να σταθούμε, τα περισσότερα βιβλία που θα βγάζαμε θα ήταν για πέταμα. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο, θεωρώ ότι τα περισσότερα είναι πρωτότυπα, καλογραμμένα, με ωραίο θέμα και συνοχή. Καλύπτουμε όλο το φάσμα της δουλειάς, από τη στοιχειοθεσία ως την προβολή στον Τύπο, χωρίς να κρατάμε αποθήκη. Τοποθετούμε γύρω στα 100 αντίτυπα σε τέσσερα κεντρικά βιβλιοπωλεία και τα υπόλοιπα, που μπορεί να είναι από 50 ως 5.000, ο συγγραφέας μπορεί να τα χαρίσει, να τα πουλήσει, να τα κάνει ό,τι θέλει».

 

Όλα ειδυλλιακά λοιπόν; Όχι ακριβώς. «Η επισκεψιμότητα στο Διαδίκτυο και τα likes στο Facebook δεν έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές πωλήσεις» λέει η Λένα Παντοπούλου. Και το κυριότερο, «οι συγγραφείς μας νιώθουν πολύ αδικημένοι από τους δημοσιογράφους. Παραπονιούνται ότι δεν ασχολούνται μαζί τους, ότι τους αγνοούν». Αλήθεια είναι. Οι δημοσιογράφοι δεν ανυπομονούν να εξερευνήσουν το τοπίο των αυτοεκδόσεων. Ενδιαφέρονται να καλύψουν εκδόσεις που έχουν περάσει μέσα από κάποια φίλτρα, η εκδοτική σφραγίδα εξακολουθεί να μετράει μέσα τους. Και η ζωή έχει δείξει πως οι πιθανότητες ν' αγνοηθεί ένα μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο είναι μηδαμινές.