Ο Γιώργος Χειμωνάς ήταν ένας συγγραφέας που έδινε ελάχιστες συνεντεύξεις. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως από τη μία δεν του ζητούσαν κι από την άλλη ότι δίνει κανείς συνέντευξη όταν έχει κάτι να πει. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μιλούσε κάθε φορά που κυκλοφορούσε ένα βιβλίο του, κάθε φορά που δίνονταν παραστάσεις με δικές του μεταφράσεις του Σαίξπηρ και των μεγάλων τραγικών.

 

«Δεν θεωρώ πως αμέλησα καμιά υποχρέωσή μου απέναντι στο πλατύ κοινό. Ασφαλώς και πρέπει ένας συγγραφέας να επικοινωνεί με το κοινό του. Και μάλιστα μέσα από εφημερίδες, κάτι που δεν θα έλεγα για την τηλεόραση. Είναι ένα είδος απολογίας εκ μέρους του, μια απολογία ίσως επηρμένη. Μιλάω φυσικά για συγγραφείς που πιστεύουν σε αυτό που κάνουν και δίνουν την ψυχή τους στη γραφή.Όμως, υπάρχει μια παρανόηση σχετικά με την περίπτωσή μου. Με θεωρούν σιωπηλό, σκοτεινό, κρυπτικό, δυσνόητο...»

 

— Είναι αλήθεια πως η παρουσία σου στα γράμματα ανέκαθεν προκαλούσε αμηχανία. Άλλοι σε θεωρούν αξεπέραστα μοντέρνο, άλλοι εγκεφαλικό και δυσνόητο, όπως είπες. Είσαι τελικά αταξινόμητος;

Όχι, δεν θα το έλεγα. Θα παραφράσω την περιβόητη φράση του Τσαρούχη. «Στην Ελλάδα είσαι ό,τι σε δηλώσουν». Μπαίνει μια στάμπα. Σε μένα η στάμπα είναι καλειδοσκοπική. Οι πεζογράφοι με θεωρούν ποιητή, οι ποιητές πεζογράφο, οι γιατροί λογοτέχνη, οι Καβαλιώτες Θεσσαλονικέα, οι Θεσσαλονικείς Αθηναίο, οι Αθηναίοι Θεσσαλονικέα και Καβαλιώτη... Στα μαθήματα Νευροψυχολογίας που έκανα στους τελειόφοιτους, ήμουν γι' αυτούς ένας ποιητής που ασχολείται με τη Νευρολογία...

 

Όταν γράφω, δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι εγώ. Αισθάνομαι σαν κάποιος να μου υπαγορεύει. Νιώθω σαν εκτελεστικό όργανο, σαν ένας δίαυλος. Τώρα, το ποιος το υπαγορεύει, ο Θεός ή ο Διάβολος...κυρίως νομίζω ο Διάβολος!

 

— Πιστεύεις ότι τα κείμενά σου «κατεβαίνουν» στο κοινό, υπάρχει προσληπτικότητα; Θεωρείς ότι η νεολαία σε διαβάζει;

Φυσικά, κυρίως η νεολαία με διαβάζει. Αυτό το στηρίζω και στα μαθήματα που έδινα στο πανεπιστήμιο, όπου έβλεπες τη διαφορά στη μετάδοση της επιστημονικής γνώσης ανάμεσα στους φοιτητές και τους τελειόφοιτους γιατρούς. Εκείνοι ήταν κατασταλαγμένοι, αμετάπειστοι, αμετανόητοι, ενώ η νεολαία ρουφούσε κυριολεκτικά τα λόγια μιας πολύ δύσκολης επιστήμης σαν τη Νευροψυχολογία. Όπως οι ειδικευμένοι ψυχίατροι νευρολόγοι, έτσι κι οι μεσήλικες αναγνώστες έχουν αμετακίνητες απόψεις περί λογοτεχνίας. Όμως, εκείνο που με εξοργίζει είναι κάποιες κριτικές που γράφονται. Αν είναι δυνατόν να έχεις εκ των προτέρων αμετακίνητες απόψεις πάνω στη λογοτεχνία! Να «διδάσκεις», δηλαδή, ότι έτσι πρέπει να είναι το πεζογράφημα, έτσι πρέπει να είναι η ποίηση! Πρόκειται για ένα τραγικό σφάλμα αντιμετώπισης. Εδώ ο συγγραφέας αγνοεί τι είναι η λογοτεχνία, πώς είναι δυνατόν να το ξέρει ένας κριτικός;

 

Όπως, επίσης, το γεγονός ότι αγνοούν τη διαδικασία συγγραφής. Με ποιο τρόπο ωριμάζει εντός σου η σκέψη, η ιδέα, οι εικόνες κυρίως - γιατί ο λόγος είναι εικόνα -, πώς ύστερα φτάνεις σε ένα σημείο κύησης και στο τέλος οφείλεις να παραδοθείς στο ίδιο το κείμενο. Άνευ όρων. Να σε πάει το κείμενο εκεί όπου θέλει αυτό. Φοβάμαι ότι πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς οδηγούν οι ίδιοι το κείμενο. Όσο για την προσληπτικότητα, αυτό είναι κάτι που αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας όταν διαβάζει δημοσίως τα κείμενά του. Η εμπειρία μου με τα Ελεύθερα Πανεπιστήμια, απέναντι σ' ένα κοινό απαίδευτο, απέδειξε μια επικοινωνία ουσίας. Δεν ετίθετο το θέμα του καταλαβαίνω ή δεν καταλαβαίνω, ή ότι διαβάζω ποιητικά ή όμορφα. Υπήρχε ένα συγκινητικό παραξένισμα στο κοινό, πράγμα που είναι θαυμάσιο. Θυμάμαι ένα περιστατικό σε μία ανάγνωση στο Αλιβέρι, όπου όταν διάβασα και την τελευταία σελίδα ένας γεράκος, ένας χωριάτης που καθόταν στην πρώτη σειρά είπε : Αμήν! Και το εννοούσε.

 

Ποιος μιλάει για τον θάνατο; Το χειρότερο είναι η αρρώστια.
Ποιος μιλάει για τον θάνατο; Το χειρότερο είναι η αρρώστια.

 

— Γράφεις με έναν λόγο υπέρπυκνο, υπερεντατικό, σαν τα νοήματα αλλά και οι φθόγγοι με τις λέξεις να έχουν συμπιεστεί.

Η συμπύκνωση γίνεται σε όλα τα επίπεδα: γνωστικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, μελοδραματικά. Για μένα ο λόγος είναι πάντοτε μια προφορική υπόθεση. Δεν υπάρχει άλλος λόγος. Θα επικαλεστώ και τις γνώσεις μου της Νευροψυχολογίας. Στον εγκέφαλο δεν υπάρχει κέντρο της γραφής. Υπάρχει μόνο κέντρο του προφορικού λόγου. Το πρόβλημα είναι ότι δεν βρίσκεται καμία γέφυρα ανάμεσα στην τέχνη, τη γραφή κυρίως και στον λόγο - όπως και στους ανθρώπους . Όσο κι αν σου φανεί παράξενο, πιστεύω ότι τα μεγάλα λογοτεχνικά αριστουργήματα ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία. Τα κείμενα του Σεφέρη, ο Ντοστογιέφσκι, ο Παπαδιαμάντης, όλα τους είναι παιδική λογοτεχνία.

 

— Υπάρχουν κριτικές για τις θεατρικές σου μεταφράσεις. Δεν αρέσει το ότι επεμβαίνεις στο κείμενο...

Τις μεταφράσεις δεν τις ξεχωρίζω από το πρωτογενές μου έργο. Είναι μια μεταφορά του μεγάλου, ξένου ποιητικού λόγου στην ελληνική γλώσσα κι επίσης το διύλισμα του αρχαίου ελληνικού λόγου στα νέα ελληνικά. Εδώ τώρα συμβαίνουν πολλές παρεξηγήσεις. Κάποιοι πιστεύουν ότι προσαρμόζω τα ξένα κείμενα στη δική μου φωνή. Έγινε ολόκληρη ιστορία για τον Μάκβεθ από ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαβάζουν. Ο Μάκβεθ είναι το πιο δύστροπο έργο του Σαίξπηρ. Ως μεταφραστής όφειλα να βγάλω κάποια πράγματα στην επιφάνεια, όπως και στις τραγωδίες, όπου η επιφάνεια είναι συχνά απλοϊκή, σχεδόν μελοδραματική. Ο μεταφραστής πρέπει να εξορύξει από το κείμενο εκείνο που θα ισχύσει για το σημερινό δραματικό ασυνείδητο. Αυτό σημαίνει ότι είσαι υποχρεωμένος να «αυθαιρετήσεις», αναλύοντας, πολλαπλασιάζοντας ή και αφαιρώντας στίχους για να βγει η εν τω βάθει ποιητική ουσία.

 

— Τα μεγάλα κείμενα τα διατρέχουν υπόγειοι κώδικες, είναι μια μυστική στρώση, θεολογικής καταγωγής, σαν ο συγγραφέας μέσα από παγκόσμιες σταθερές, αριθμούς, γράμματα, να σφραγίζει μαγικά το έργο του.

Η ποίηση αυτό ακριβώς κάνει: κωδικοποιεί αυτό το κρυπτικό στοιχείο κι εδώ έγκειται η θεολογική πλευρά. Υπάρχει ένα είδος μαγείας, πρωτόγονης σκέψης και γι' αυτό ακριβώς μάς αγγίζουν αυτά τα κείμενα. Ο Σαίξπηρ θα πρέπει να ήξερε αλχημεία.

 

Ο Γιώργος Χειμωνάς με τη σύζυγό του Λούλα Αναγνωστάκη
Ο Γιώργος Χειμωνάς με τη σύζυγό του Λούλα Αναγνωστάκη

 

— Το έργο σου έχει μία οργανικότητα. Αισθάνεσαι τη χλωρίδα, την πανίδα αλλά και τη φυσική ροή σαν δύο φυσικά συστήματα, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, να επικοινωνούν.

Υπάρχει Φυσική Ιστορία... Αρχίζει όταν συλλαμβάνεις την ιδέα και τα πρόσωπα και από τη στιγμή που θα γεννηθεί η πρώτη λέξη, η πρώτη φράση του κειμένου. Τότε παραδίδεσαι άνευ όρων και παρακολουθείς τη ροή. Όσο διαρκεί η ροή υπάρχει δημιουργία, δημιουργικότητα, και του κόσμου ακόμα, μέχρι να επέλθει η ισοπέδωση, κάτι που φοβάμαι ότι ήδη συμβαίνει στην εποχή μας. Αυτή δεν είναι η αρχή της εντροπίας; Η ροή ανάμεσα σε δύο διαμερίσματα διαφορετικής θερμοκρασίας. Το ίδιο ισχύει και στον έρωτα. Γιατί η τέχνη είναι υπόθεση ερωτική.

 

— Το ζεύγος έρωτας-θάνατος...

Ποιος μιλάει για τον θάνατο; Το χειρότερο είναι η αρρώστια.

 

— Στον λόγο σου υπάρχει μια διαχυτικότητα που δεν διαχωρίζει ρήματα, ουσιαστικά κι επίθετα. Σαν η γλώσσα να προσπαθεί να «αγκιστρώσει» τον νου. Επίσης η στίξη και η σύνταξη στα κείμενά σου «παθαίνουν».

Αυτά είναι τα ελαττώματα του γραπτού λόγου. Τα μειονεκτήματα και οι αναπηρίες ενός λόγου, ο οποίος είναι μια υπόθεση εντελώς συμβατική. Στον προφορικό λόγο δεν έχουμε στίξη, έχουμε προσωδία, τονισμούς σχεδόν μουσικούς.

 

— Τι πιστεύεις για το μονοτονικό σύστημα;

Η καταστροφή της ελληνικής γλώσσας με το μονοτονικό θα οδηγήσει τελικά σε λατινικό αλφάβητο. Στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα αγγλικά υπάρχουν φθόγγοι που γράφονται, αλλά δεν προφέρονται. Ποιος διανοήθηκε ποτέ να τους ισοπεδώσει; Εδώ έχουμε κατάργηση διφθόγγων, κατάργηση διπλών συμφώνων... Υπάρχουν μελέτες που αποδεικνύουν ότι αλλιώς ο σύγχρονος Έλληνας προφέρει μία λέξη που αρχίζει με φωνήεν με ψιλή και αλλιώτικα όταν τονίζεται με δασεία, βαρεία ή οξεία.

 

— Είναι ο εκσυγχρονισμός. Σβήνει το fine tunning και απομένει ο ψυχρός κώδικας...

Η Ελλάδα ήταν πάντα σύγχρονη, από αρχαιοτάτων χρόνων. Δεν έχει ανάγκη από τέτοιες μεταλλαγές και μεταλλάξεις.

 

 — Πώς βρίσκεις το φαινόμενο των μπεστ σέλερ;

Δεν είμαι εναντίον τους. Ακόμα και τα κακά μπεστ σέλερ λειτουργούν σαν Δούρειος Ίππος. Προσοικειώνεται ο αναγνώστης προς τη λογοτεχνία κι έτσι μπορεί να περάσει μία φάση, να εκπαιδευτεί και να προχωρήσει σε πιο σοβαρή ανάγνωση. Το κακό βιβλίο, το εμπορικό βιβλίο λειτουργεί και θετικά. Δεν πρέπει ο αναγνώστης να αγριεύεται.

 

— Τα ζηλεύεις;

Αφάνταστα! Έχω σκάσει από τη ζήλια μου! Θα ήθελα να με διαβάζουν και τα δέκα εκατομμύρια των Ελλήνων!

 

— Με την τεχνολογία ποια είναι η σχέση σου;

Πολύ καλή. Γιατί όχι; Αν όμως πιστεύουμε ότι με αυτή την πρόοδο λύνονται όλα τα προβλήματα, λαθεύουμε... Είναι αστείο να πιστεύεις ότι η σχιζοφρένεια ή και ο καρκίνος, ακόμα, προκύπτουν από ένα γονίδιο. Η διαπλοκή των παραγόντων είναι απίστευτα σύμπλοκη. Είναι φοβερά περίπλοκος ο κόσμος, φοβερά.

 

— Υπάρχει διακειμενικότητα στο έργο σου;

Δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει. Απόδειξη είναι ότι, όταν γράφω, δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι εγώ. Αισθάνομαι σαν κάποιος να μου υπαγορεύει. Νιώθω σαν εκτελεστικό όργανο, σαν ένας δίαυλος. Τώρα, το ποιος το υπαγορεύει, ο Θεός ή ο Διάβολος... κυρίως, νομίζω, ο Διάβολος!