Με συγκίνηση μάλλον, ο οίκος Sotheby's σημειώνει στην ιστοσελίδα του ότι το τελικό χτύπημα του σφυριού του δημοπράτη, στις 5 Οκτωβρίου, στο Λονδίνο, «έγραψε ιστορία», μια και για πρώτη φορά, μπροστά στα μάτια του κόσμου, ένα έργο αυτοκαταστράφηκε και δημιουργήθηκε απ' αυτό «με τη διαδικασία της περφόρμανς» ένα νέο έργο, το οποίο διατέθηκε και πουλήθηκε μέσω της ίδιας δημοπρασίας, χάρη στην οποία η «περφόρμανς» ολοκληρώθηκε.

 

Μπορεί να ακούγεται περίπλοκη αυτή η περιγραφή, αλλά επί της ουσίας αποδίδει με τη λογική και το λεξιλόγιο που συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις την περίφημη «προσποίηση αυτοκτονίας» του έργου του Banksy, η οποία κατέπληξε τα πλήθη παγκοσμίως και σίγουρα εκτόξευσε την αξία του σε νέα ανήκουστα ύψη.

 

Το περιστατικό «διδάσκει», με ανατριχιαστική ικανότητα στον εκμηδενισμό των περιθωρίων για απορίες, αυτό που οι αγγλόφωνοι ονομάζουν «a win-win situation» -ένα παιχνίδι μόνο με κερδισμένους- αφού ο Banksy κερδίζει πόντους στην αγάπη του λαού, παίζοντας πάντα το ρόλο του μεγάλου ενάντιου στην εμπορευματοποίηση της τέχνης, ενώ ταυτόχρονα οι δημοπράτες και ο νέος ιδιοκτήτης του «δήθεν κατεστραμμένου» τρίβουν τα χέρια τους για την προστιθέμενη αξία στο έργο, η οποία αποτελεί την πεμπτουσία της εμπορευματοποίησης της τέχνης.

 

Συχνά, η ζωγραφική της έχει συγκριθεί με εκείνην των Lucian Freud, Francis Bacon αλλά και του αρχαιότερου μαιτρ Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Όμως αυτές οι αναγωγές φανερώνουν κυρίως την ανάγκη εκείνου που τις κάνει να αναγνωρίσει ομοιότητες με κάτι το εγνωσμένο, προκειμένου να γλυτώσει από την ανασφάλεια που γεννά το καινούργιο και άγνωστο. Και για τον λόγο αυτό, συνήθως δεν προσφέρουν σπουδαία διορατική προσέγγιση του νεότερου έργου.


Και όπως είναι αναμενόμενο, όπου εμφανίζεται ένα τέτοιο μεγαθήριο απήχησης στο πλατύ κοινό, κάθε άλλη σημαντική είδηση αδικείται, επειδή παραγκωνίζεται από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.


Αυτό ακριβώς συνέβη και με τον πίνακα «Propped» της Jenny Saville, ο οποίος είναι σήμερα ο πιο ακριβός πίνακας εν ζωή καλλιτέχνιδας που έχει πωληθεί ποτέ και πέτυχε αυτό το ρεκόρ την ίδια μέρα και από τον ίδιο δημοπρατικό οίκο με αυτόν του εν λόγω έργου του Banksy.


Ξεκινώντας από τιμή εκτίμησης τα 3 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας, το έργο της Saville πουλήθηκε προς 9,5 εκ. λίρες (περίπου 11,3 εκ. ευρώ). Γιατί λοιπόν ασχολούνται όλοι με τη δήθεν μπραβούρα του Banksy; Αφού το πάθος εθεάθη αλλού.


Ο τίτλος «Propped» σημαίνει «υποστηριζόμενη» και δείχνει τη Saville γυμνή να στηρίζεται σε κάτι σαν κουπαστή σκάλας, μπήγοντας τα νύχια των χεριών της στα μπούτια της. Στην επιφάνεια του καμβά απλώνεται (ζωγραφισμένο ως εάν ήταν εγχάρακτο και ανάποδα, σαν να το διαβάζει κάποιος σε καθρέφτη) ένα απόσπασμα από το δοκίμιο «Αυτό το φύλο που δεν είναι ένα» (1977) της Γαλλίδας φεμινίστριας Luce Irigaray.

 

Τα μεγάλου μεγέθους ζωγραφικά έργα γυμνών γυναικών συνέχισαν να την καταξιώνουν και στη συνέχεια της καλλιτεχνικής πορείας της. Στα πιο πολλά από αυτά κυριαρχεί μια στρέβλωση της απεικόνισης της σάρκας και γενικότερα των όγκων του σώματος υπέρβαρων γυναικών. Jenny Saville, Ruben's Flap. © Jenny Saville
Τα μεγάλου μεγέθους ζωγραφικά έργα γυμνών γυναικών συνέχισαν να την καταξιώνουν και στη συνέχεια της καλλιτεχνικής πορείας της. Στα πιο πολλά από αυτά κυριαρχεί μια στρέβλωση της απεικόνισης της σάρκας και γενικότερα των όγκων του σώματος υπέρβαρων γυναικών. Jenny Saville, Ruben's Flap. © Jenny Saville


Το έργο ανήκε αρχικά στον Βρετανό μεγιστάνα και συλλέκτη Charles Saatchi και στη συνέχεια περιήλθε στην κατοχή του σημαντικού συλλέκτη σύγχρονης τέχνης David Teiger, ο οποίος ήταν ιδιαιτέρως αγαπητός στον καλλιτεχνικό κόσμο. Με το θάνατό του, η περίφημη συλλογή του, προσφέρθηκε προς πώληση (υπό τον κομψό τίτλο δημοπρασίας «Η ιστορία του τώρα») με σκοπό να «προικοδοτηθεί» με την αξία της το Ίδρυμα Teiger, που στηρίζει τη σύγχρονη τέχνη και τους καλλιτέχνες.


Με κριτήριο ότι το «Propped» είναι έργο γυναίκας καλλιτέχνη, από το ρεκόρ που σημειώθηκε στη δημοπρασία προκύπτει το θετικό συμπέρασμα ότι υπάρχει πράγματι μια κινητικότητα από την πλευρά των συλλεκτών για έργα γυναικών. Όμως, τα ποσά που πετυχαίνουν στις δημοπρασίες εξακολουθούν να είναι πολύ μικρότερα σε σχέση με κείνα των ανδρών καλλιτεχνών.

 

Για παράδειγμα, εντός του Νοεμβρίου θα δημοπρατηθεί έργο του David Hockney από τη σειρά με τις πισίνες, το οποίο αναμένεται να αγγίξει τα 80 εκατομμύρια δολάρια κι έτσι, να σπάσει το ρεκόρ που κατέχει το «Πορτοκαλί μπαλόνι-σκυλάκι» του Jeff Koons, το οποίο προ πενταετίας πουλήθηκε προς 58 εκ. δολάρια.


Σύμφωνα με τα στερεότυπα κι αν κάποιος ήθελε να εκφραστεί με τόλμη, θα έλεγε ότι η Jenny Saville είναι «πολύ Αγγλίδα». Γεννήθηκε το 1970, στο Κέμπριτζ και τώρα ζει και εργάζεται στην Οξφόρδη. Οι γονείς της ήταν εκπαιδευτικοί και αναγνώρισαν από νωρίς το ταλέντο της στο σχέδιο και τη ζωγραφική παρέχοντας της διευκολύνσεις για να ασχοληθεί με αυτό. Όμως ο θείος της, ο οποίος ήταν καλλιτέχνης, αποτέλεσε τον «ενδοοικογενειακό μέντορα» της και ήταν εκείνος που, παίρνοντας την μαζί του στα ταξίδια του στην Ιταλία, από τότε που εκείνη ήταν ακόμα μικρή, της μετάγγισε το θαυμασμό του για τη Μεγάλη Ζωγραφική του Τιτσιάνο και του Τιντορέττο.

 

Το έργο «Cindy» του 1993 υποδέχεται τον επισκέπτη και τον προϊδεάζει για τις συγκινησιακές φορτίσεις που θα ακολουθήσουν ενόσω θα περιηγείται στην έκθεση. © Jenny Saville
Το έργο «Cindy» του 1993 υποδέχεται τον επισκέπτη και τον προϊδεάζει για τις συγκινησιακές φορτίσεις που θα ακολουθήσουν ενόσω θα περιηγείται στην έκθεση. © Jenny Saville


Η Saville συνδέεται με το γκρουπ των YBA (εκ του Young British Artists) για τους οποίους ένα εξέχον μέλος τους, ο Michael Landy, έδωσε έναν πολύ χαριτωμένο ορισμό στην περσινή συνέντευξή του στη LiFO, λέγοντας ότι είναι αυτοί που «έκαναν τη Βρετανία και πάλι σέξι» στο σύμπαν της σύγχρονης τέχνης.

 

Αποφοίτησε το 1992 από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Γλασκώβης και κέρδισε υποτροφία για το πανεπιστήμιο του Σινσινάτι στις ΗΠΑ, όπου εκεί, όπως η ίδια έχει πει, είδε «πολλές παχιές γυναίκες, με σορτς και τι-σερτ». Η πρώτη σπουδαία αναγνώριση της τέχνης της ήρθε το 1992 όταν ο Charles Saatchi έκανε δικά του μερικά «ατίθασα» μεγάλης κλίμακας γυναικεία γυμνά που εκείνη είχε δημιουργήσει για τη διπλωματική της εργασία αποφοίτησης.

 


Τα μεγάλου μεγέθους ζωγραφικά έργα γυμνών γυναικών συνέχισαν να την καταξιώνουν και στη συνέχεια της καλλιτεχνικής πορείας της. Στα πιο πολλά από αυτά κυριαρχεί μια στρέβλωση της απεικόνισης της σάρκας και γενικότερα των όγκων του σώματος υπέρβαρων γυναικών.


Συχνά, η ζωγραφική της έχει συγκριθεί με εκείνην των Lucian Freud, Francis Bacon αλλά και του αρχαιότερου μαιτρ Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς. Όμως αυτές οι αναγωγές φανερώνουν κυρίως την ανάγκη εκείνου που τις κάνει να αναγνωρίσει ομοιότητες με κάτι το εγνωσμένο, προκειμένου να γλυτώσει από την ανασφάλεια που γεννά το καινούργιο και άγνωστο. Και για τον λόγο αυτό, συνήθως δεν προσφέρουν σπουδαία διορατική προσέγγιση του νεότερου έργου.

 

Στο έργο «Interwine» (2011-2014) θα ήταν κρίμα αν εξαιτίας της καθηλωτικής ζωντάνιας των εικονιζόμενων δεν σταθεί ο θεατής στα στοιχεία που φανερώνουν κινήσεις των σωμάτων τους και τα οποία συμμετέχουν στη σύνθεση ως αναφορές στη λειτουργία της μνήμης και στην πορεία του χρόνου. © Jenny Saville
Στο έργο «Interwine» (2011-2014) θα ήταν κρίμα αν εξαιτίας της καθηλωτικής ζωντάνιας των εικονιζόμενων δεν σταθεί ο θεατής στα στοιχεία που φανερώνουν κινήσεις των σωμάτων τους και τα οποία συμμετέχουν στη σύνθεση ως αναφορές στη λειτουργία της μνήμης και στην πορεία του χρόνου. © Jenny Saville


Η Saville έχει ασχοληθεί επίσης με την αναπαράσταση σωμάτων διεμφυλικών ατόμων, που τη δελεάζουν επειδή «αναβλύζει» από αυτά το καθεστώς μιας ρευστής και διάμεσης κατάστασης σε ό,τι αφορά στην ένταξη τους στη διαφορά των φύλων. Ο ερμαφροδιτισμός, ο τραβεστισμός, αλλά και οι έννοιες «κουφάρι» και «ημιθανής όψη», όπως και οι όποιοι συνδυασμοί τους, δεν την αφήνουν αδιάφορη.


Την έχει επίσης απασχολήσει το τι είναι πρόθυμος ο άνθρωπος να επιβάλει στο σώμα του – όπως είναι, για παράδειγμα, οι επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής. Αλλά και η «μυθοπλασία» που επιβάλει απαιτήσεις από το σώμα μέσα στο λόγο – όλα εκείνα τα «έτσι θα ήμουν αν το στήθος μου στεκόταν πέντε εκατοστά πιο ψηλά και μόνο τότε οι άλλοι θα με αντιμετώπιζαν σαν την τάδε ή την δείνα σταρ του σινεμά».


Συχνά ζωγραφίζει και τον εαυτό της γυμνό (όπως συμβαίνει στο «Propped»).

 

Στα έργα της η σάρκα αναπαρίσταται με δυναμική, επιθετική και «μεγαλοπρεπή» κίνηση του πινέλου. Η Saville φαίνεται σαν να γοητεύεται ανά πάσα στιγμή η ίδια τόσο από την απεικόνιση της «ψηλαφησιμότητας» της σάρκας, όσο και από τις ανατομικές ακρότητες και το γκροτέσκο. Η απόδοση του φυσικού χρώματος του ανθρώπινου σώματος γίνεται και αυτή με υπερβολή. Είναι ένα στοιχείο με το οποίο υπογραμμίζεται ο απροσδόκητος αισθησιασμός στο επίπεδο του δέρματος και του όγκου του σώματος.

 

H Jenny Saville δεν απεικονίζει τις γυναίκες ως αντικείμενα επιθυμίας ή ως αντικείμενα του ανδρικού βλέμματος, ή ως αντικείμενα της βιομηχανίας ερωτισμού και στερεοτύπων. Τις δείχνει όπως είναι και όπως οι ίδιες βλέπουν τον εαυτό τους. Jenny Saville, Ruben's Flap. © Jenny Saville
H Jenny Saville δεν απεικονίζει τις γυναίκες ως αντικείμενα επιθυμίας ή ως αντικείμενα του ανδρικού βλέμματος, ή ως αντικείμενα της βιομηχανίας ερωτισμού και στερεοτύπων. Τις δείχνει όπως είναι και όπως οι ίδιες βλέπουν τον εαυτό τους. Jenny Saville, Ruben's Flap. © Jenny Saville


«Δεν ζωγραφίζω αηδιαστικές χοντρές γυναίκες. Ζωγραφίζω γυναίκες που τις έκαναν να νομίζουν ότι είναι χοντρές και αηδιαστικές», επιμένει η ίδια. Και δηλώνει σε κάθε ευκαιρία ότι την ενδιαφέρει η υπονόμευση των παραδοσιακών αντιλήψεων για τη γυναικεία ομορφιά και τη θηλυκότητα που κυριαρχούν επί αιώνες στη Δυτική Τέχνη.


Ο εαυτός της ως μοντέλο για έργα της περιέχει τον υπαινιγμό ότι αυτή η αμφισβήτηση των παραδοσιακών αντιλήψεων θα έπρεπε να αγγίζει ακόμα και εκείνη τη σταθερή και στέρεη προσωπική αντίληψη του καθενός για την δική του ταυτότητα και το σώμα του.


Τις περισσότερες φορές, κοιτάζοντας τις φιγούρες της ο θεατής νιώθει ότι αδυνατεί να διαχωρίσει ποια είναι ενεργή από τις δύο δυνάμεις που είναι ικανές να συγκρατούν τον ψυχισμό στην ψυκτική συντήρηση μιας απολαυστικής απάθειας: η «χλαπάτσα» (συναισθήματος και πνεύματος) ή η νιρβάνα;

 

Ωστόσο, ο θεατής είναι συνήθως βέβαιος ότι όλες αυτές οι περσόνες που ζωγραφίζει είναι «βολικά μουδιασμένες» -βολεμένες με την απώλεια της ικανότητάς τους να συναισθάνονται. Οι φιγούρες της Saville κείτονται, χωρίς διάλειμμα, εκεί, στην κεντρική πλατεία του μεταμοντέρνου πριγκιπάτου των χαλαρών αποφάσεων και θέσεων σε ό,τι συνιστά σήμερα τον έμφυλο αυτοπροσδιορισμό. Την ενδιαφέρει το ανθρώπινο σώμα κυρίως όποτε δεν υπογράφει υπεύθυνη δήλωση εγγραφής του στη διαφορά των φύλων.


Το αναπάντητο ερώτημα είναι ωστόσο, αν σε αυτές τις περιπτώσεις σωμάτων θα μπορούσε να υπάρξει κάποια στιγμή ειρήνευσης και γαλήνης με τον εαυτό και τι ενδεχομένως θα μας διευκρίνιζε για την ανθρώπινη υπόσταση.

 

H Jenny Saville δεν απεικονίζει τις γυναίκες ως αντικείμενα επιθυμίας ή ως αντικείμενα του ανδρικού βλέμματος, ή ως αντικείμενα της βιομηχανίας ερωτισμού και στερεοτύπων. Τις δείχνει όπως είναι και όπως οι ίδιες βλέπουν τον εαυτό τους. Και σε αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό υπάρχει ομορφιά. Πρόκειται για κάτι το ωμό, αλλά και παντοδύναμο. Αναπαριστά τον γυναικείο κόσμο μέσα από το πρίσμα της γυναικείας θέσης.


Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ΥΒΑ η Saville ενδιαφέρεται κυρίως για τη ζωγραφική και την αναπαράσταση. «Είμαι ριζωμένη στην παραστατική ζωγραφική. Αν και μπορεί να ξεκινώ από μια εντελώς αφηρημένη εικόνα που δημιουργώ αρχικά πάνω στη ζωγραφική μου επιφάνεια. Όμως, ένα ζωώδες ένστικτο, που είναι εντελώς δικό μου, με ωθεί να βγάζω κάτι από την συγκεχυμένη αυτή εικόνα. Εννοώ να μην μένω στο να έχω ζωγραφίσει μία αίσθηση, αλλά να δημιουργώ μια εικόνα που περιγράφει κάτι το συγκεκριμένο. Είναι η αποδοχή αυτής της φύσης μου που με κρατά στην παραστατική ζωγραφική. Όμως τρέφω μεγάλη αγάπη για την αφηρημένη τέχνη, χάρη στην οποία άλλωστε έμαθα και το τι σημαίνει ζωγραφική. Ποτέ όμως δεν θέλησα να εγκαταλείψω την διεκδίκηση της απεικόνισης της φιγούρας».


Με μόλις δέκα έργα να εκτίθενται, η αθηναϊκή έκθεση έργων της Jenny Saville προσφέρει στον επισκέπτη μια καλή εποπτεία τής μέχρι τώρα καλλιτεχνικής πορείας της, με βάση τη θεματολογία και τις εκάστοτε τροπές που διακρίνονται στην τεχνική της.


Τέσσερα από τα έργα ανήκουν στη συλλογή Γιώργου Οικονόμου και τα υπόλοιπα προέρχονται από άλλες ιδιωτικές συλλογές. Εικόνες τους περιέχονται στον εξαιρετικής ποιότητας και περιεχομένου τόμο στα αγγλικά που εξέδωσε η Συλλογή Γιώργου Οικονόμου με αφορμή την έκθεση και ο οποίος εικονογραφικά δεν περιορίζεται μόνο στα εκτιθέμενα.


Το έργο «Cindy» του 1993 υποδέχεται τον επισκέπτη και τον προϊδεάζει για τις συγκινησιακές φορτίσεις που θα ακολουθήσουν ενόσω θα περιηγείται στην έκθεση.


Είναι εντυπωσιακά επιτυχημένος ο τρόπος «ενσωμάτωσης» έργων τόσο μεγάλων διαστάσεων σε ένα κτίριο που είναι μάλλον χαμηλοτάβανο. Δεν υπάρχει στιγμή που τα εκτιθέμενα να δείχνουν σαν να τα στενεύει ο χώρος, ή ο χώρος να μοιάζει «σαν να υποφέρει από δυσπεψία» επειδή τα φιλοξενεί.

 

O θεατής είναι συνήθως βέβαιος ότι όλες αυτές οι περσόνες που ζωγραφίζει είναι «βολικά μουδιασμένες» -βολεμένες με την απώλεια της ικανότητάς τους να συναισθάνονται. Jenny Saville, Dusk. © Jenny Saville
O θεατής είναι συνήθως βέβαιος ότι όλες αυτές οι περσόνες που ζωγραφίζει είναι «βολικά μουδιασμένες» -βολεμένες με την απώλεια της ικανότητάς τους να συναισθάνονται. Jenny Saville, Dusk. © Jenny Saville


Με το έργο «Ebb and Flow» (2015) ο θεατής έχει ένα καλό δείγμα της πιο πρόσφατης δουλειάς της, με την οποία η Saville μετακινείται από τις αλλεπάλληλες στρώσεις χρώματος στον καμβά, προς τα περιγράμματα των σωμάτων με κάρβουνο, που της επιτρέπουν να φανερώνονται ολόκληρες οι φιγούρες παρά το ότι, καθώς περιπτύσσονται, καλύπτουν η μία την άλλη.

 

Ενώ στο έργο «Interwine» (2011-2014) θα ήταν κρίμα αν εξαιτίας της καθηλωτικής ζωντάνιας των εικονιζόμενων δεν σταθεί ο θεατής στα στοιχεία που φανερώνουν κινήσεις των σωμάτων τους και τα οποία συμμετέχουν στη σύνθεση ως αναφορές στη λειτουργία της μνήμης και στην πορεία του χρόνου.


Το έργο «Matrix» του 1999 αποτελεί «σκληρούτσικη» δοκιμασία για το μάτι και την ψυχή, αλλά και πάλι, δεν συγκρίνεται με την αίσθηση που δημιουργεί το έργο «Rosetta III» (2005-2008), το οποίο εκτίθεται με την ευγενική χορηγία της ίδιας της Jenny Saville. Προέρχεται από μία σειρά πορτρέτων για τα οποία η ζωγράφος έχει αναφέρει: «Το μίσος για τον εαυτό του και η αηδία για τη μορφή του που μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος προέκυψαν καθαρότερα και πιο δυνατά μπροστά μου ενόσω δούλευα με μια τυφλή ονόματι Ροζέτα που γνώρισα στη Νάπολη και πόζαρε ως μοντέλο μου. Μέσα από αυτά τα στοιχεία και την διαδικασία να την ζωγραφίζω αναδύθηκε στα μάτια μου η πραγματική ομορφιά της. Και επέτρεψα στον εαυτό μου να ανασύρω σε πρώτο πλάνο αυτήν την ομορφιά».

 

Είναι μια αναφορά της που συνιστά σημαντικό κλειδί για να μπει κάποιος σε όλο το έργο της: η Jenny Saville δεν απεικονίζει τις γυναίκες ως αντικείμενα επιθυμίας ή ως αντικείμενα του ανδρικού βλέμματος, ή ως αντικείμενα της βιομηχανίας ερωτισμού και στερεοτύπων. Τις δείχνει όπως είναι και όπως οι ίδιες βλέπουν τον εαυτό τους. Και σε αυτόν τον αυτοπροσδιορισμό υπάρχει ομορφιά. Πρόκειται για κάτι το ωμό, αλλά και παντοδύναμο. Αναπαριστά τον γυναικείο κόσμο μέσα από το πρίσμα της γυναικείας θέσης. 

 

Info

Jenny Saville

Συλλογή Γιώργου Οικονόμου 

Λ. Κηφισίας 80, Μαρούσι, 210 8090595

Δευ.-Παρ. 10:00-18:00

Έως 30/4