Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Γενέθλια.

 Της Νίκης Κόλλια

 

 

Οι άνδρες με τα κοστούμια περπατούν γρήγορα στα πεζοδρόμια. Κρατούν χάρτινες σακούλες με τάπερ γεμάτα φασολάκια, ποτέ δεν χαμογελούν και δεν σε κοιτάνε. Ο πατέρας της έχει πια για τα καλά χαθεί κι αυτή ως σωστή αγωνίστρια δουλεύει όλη μέρα, ξέρει όλους τους αρχαίους νεκρούς, μελετά στα σοβαρά τα χέρια τους και συχνά κλαίει μπροστά σ' επιτύμβιες στήλες.

Μερικά βράδια όμως τον συναντά. Στον ύπνο της είναι ακόμη νέος και υγιής, πάνε μαζί σούπερ-μάρκετ, τσιμπολογούν αηδίες στα κρυφά, χαζεύουν στις λαϊκές τα κουνέλια, της κάνει αστεία κι έτσι γλυκός και χαρούμενος την αποχαιρετά.

"Κανείς δεν είναι μόνος, παιδί μου".

Το μονοπάτι προς την θάλασσα περνά απ' το χωράφι τους, βγάζει ίσια σ' έναν μικρό κόλπο με πεύκα που κρέμονται και κανείς βουτά μόλις στα τρία βήματα. Κολυμπάς μες το πράσινο μέχρι τα σύννεφα να κλέψουν τα μάτια σου. Ένας αέρας τα μετακινεί. Να η κατάλληλη ώρα. Όλα τα χρώματα έρχονται κατά πάνω σου. Έχεις πάψει να σκέφτεσαι. Κι αυτό είναι καλό. Τα μπάνια τα έκαναν οι δυό τους. Πάγωναν μόλις έμπαιναν στην θάλασσα κι ας ήταν φούρνος, χοροπηδούσαν σαν παιδιά, μετρούσαν ως το τριάντα και μετά βουτούσαν. Πριν μια βδομάδα πέρασε μια βόλτα. Η λάμπα σβήνει κατά ανεξήγητο τρόπο. Θα έπρεπε να διαρκεί 7 ημέρες. Έτσι έγραφε στην εγγύηση. Μπορεί να φταίει ο ήλιος που πέφτει κατακόρυφα. Όταν τελείωνε το μπάνιο της, εκείνος της έριχνε νερό για να ξεπλύνει τα πόδια και μετά της έφερνε νερό να πιει.

"Έλα παιδί μου, μην απελπίζεσαι. Η μεγάλη ομορφιά είναι παντού παρούσα".

Πράσινα και μπλε κύματα, γαλάζια και λευκά πουλιά με μαύρα ράμφη, θορυβώδη κοράκια, πολύχρωμα χρυσάνθεμα, πεταλούδες, βάτραχοι και έντομα πάνω σε μετάξι. "Μπορείς να αναγνωρίσεις τον θαυμαστό αυτό κόσμο, μπορείς να τον περπατάς μέσα στις εποχές, να αισθάνεσαι την παγωνιά του χειμώνα και τη γλυκύτητα της άνοιξης, τον ερωτισμό της απλότητάς του. Μπορείς να ζεις έτσι, δεν είναι σπουδαίο όλο αυτό; Έλα, χαμογέλασέ μου!"

Χέρια, χρώματα, μάτια, λέξεις, χάδια. Ο πατέρας της βγήκε βόλτα, γύρισε, ξάπλωσε στα σεντόνια και δεν ξαναξύπνησε ποτέ.

"Φύσα τα κεράκια! Χαμογέλασε!"

Τα γενέθλιά της είχαν πάντα άπειρο κόσμο. Παιδιά έβγαιναν απ' τα δωμάτια τρέχοντας, έπαιρναν τα πράγματά της, τους τα έδινε από μόνη της για να τα έχει παρέα. Όμως η αληθινή ομορφιά προσφέρεται δωρεάν. Χωρίς κόπο, χωρίς εκβιασμούς και δωροδοκίες.
Γυναίκες. Αυστηρές, κουρασμένες, λάγνες, άρρωστες, μόνες, γυναίκες σε καφέ, μπαρ, προκυμαίες, έρημους τόπους, μάνες, σύζυγοι, ερωμένες. Όλες γεμάτες κρυφές σκέψεις. Άνδρες, σπουδαίοι, τρυφεροί, έξυπνοι. Οι σκοτεινοί και οι φωτεινοί άνθρωποι, συναισθηματικοί, αποτελεσματικοί, τρελοί, σοβαροί παρατηρητές του κόσμου.
Ο πατέρας της υπήρξε ο πιο καλός άνθρωπος. Δεν έκρινε ποτέ, δεν ταλαιπώρησε κανέναν.
Η μεγάλη λύπη κι η μεγάλη χαρά.
Οι μικρές πρόκες δεν χωρούν στις μικρές τρύπες. Γίνονται κεριά.
Και έτσι κάπως περνούν και τα γενέθλια.