Ο Νόλης στην Ομόνοια  (Μάρτιος 1989). Φωτ. Σ.Σ.
Ο Νόλης στην Ομόνοια (Μάρτιος 1989). Φωτ. Σ.Σ.

 

Ο Νόλης

Σήμερα το πρωϊ ονειρεύτηκα τον Νόλη, τον πατέρα του Θανάση, του παιδικού μου φίλου. Τον είχαν υποβάλει στο μαρτύριο τoυ συλλαβισμού, αλλά εκείνος συνδύαζε την ίδια στιγμή στο μυαλό του χιλιάδες λέξεις, ξεσηκώνοντας το πλήθος μ' αυτήν του τη δεινότητα. Φεύγοντας από την Μακρόνησο, ηγήθηκε μιας μεγάλης πομπής.

 

Ο Νόλης είχε πάντα ρηξικέλευτες ιδέες (είχε μεταφράσει με μεγάλο ενθουσιασμό το Προς την Ελευθερία στον Έρωτα του Φουριέ για τις εκδόσεις Ουτοπία του φίλου μας του Δήμου Κουβίδη), έσπερνε τη σύγχυση σε όλους τους αριστερούς κύκλους, κι εμάς, τους φίλους του γιού του, τους "επαναστάτες" νέας κοπής, μας αγαπούσε και μας έκανε παρέα, χλευάζοντας ελαφρά την ισχυρογνωμοσύνη μας. Κι εμείς, όποτε περνούσαμε από το Ρωσικόν, το αγαπημένο του καφέ της Πανεπιστημίου, δεν παραλείπαμε να σταματάμε για να του πούμε ένα γεια.

Ο Νόλης Δρίβας ήταν γίγαντας. 'Ηταν ο εξωστρεφής (flamboyant θα έλεγαν οι Γάλλοι) χαρακτήρας του που τον έκανε αγαπητό σε όλους, ακόμη και στους πιο δογματικούς, ήταν και το ...ύψος του. Στην κηδεία του, το φερετρό του σκάλωσε, οι νεκροθάφτες αδυνατούσαν να το κατεβάσουν. Οι εργάτες δεν είχαν σκάψει αρκετά κατά μήκος του τάφου.

 

Φωτ. Σ.Σ.
Φωτ. Σ.Σ.

 

Με τη Μαρούσα, τη γυναίκα του, επιμελήτρια στον Κέδρο, στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στον 'Αγιο Παντελεήμονα. Φωτ. Σ.Σ.
Με τη Μαρούσα, τη γυναίκα του, επιμελήτρια στον Κέδρο, στο μπαλκόνι του σπιτιού τους στον 'Αγιο Παντελεήμονα. Φωτ. Σ.Σ.

 

Σήμερα το πρωϊ επίσης, τέλειωσα συμπτωματικά τον πρώτο τόμο της τριλογίας του Μάνες Σπρέμπερ "Δάκρυ στον ωκεανό", όπου ο ήρωας καταφεύγει στο Παρίσι αφού διαψεύστηκαν όλα όσα πίστευε, μετά τις ήττες της σταλινικής Κομιντέρν στην Κίνα, την Αυστρία, την Ισπανία και τη Γερμανία. Οι τελευταίες σελίδες μοιάζουν να έχουν γραφτεί και για τον Νόλη, που είχε αυτοεξοριστεί κι o ίδιος στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Χούντας:

 

Δεν είχαν προσέξει τις βαριές σταγόνες, η καταρρακτώδης βροχή τους αιφνιδίασε. 'Ηταν μόνοι τους στο πάρκο, οι άλλοι που ζήτησαν καταφύγιο κάτω από τις εξώπορτες των σπιτιών, κοίταζαν γελώντας καλοσυνάτα τους δυο άνδρες που μούσκευαν στη βροχή.

"Είναι κι αυτό ένα πλεονέκτημα της ελευθερίας εδώ, πως να το κάνουμε", είπε ο Ντγιούρα. "Σε μια χώρα με ολοκληρωτικό καθεστώς δεν θα μπορούσαμε τώρα να καθόμαστε εδώ πέρα, θα μας θεωρούσαν ύποπτους. Η αστική δημοκρατία επιτρέπει στους ανθρώπους να είναι δυστυχείς με τον τρόπο που προτιμούν".

"Το Παρίσι το επιτρέπει αυτό. Είναι η ευφυέστερη απ' όλες τις πόλεις, διότι έχει δει και επιβιώσει απ' όλες τις βλακείες που μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι. "'Ολα χρειάζονται σ' αυτόν τον κόσμο", σκέφτονται αυτοί που στέκονται εκεί, κάτω απ' τα στέγαστρα, άρα χρειάζονται κι αυτοί οι δυο τρελοί που δεν το κουνάνε καθόλου απ' το πάρκο. 'Αλλωστε κι ο καθεδρικός ναός δεν φεύγει ποτέ από τη θέση του".

"Γιατί να μη γίνει το νέο ξεκίνημα στο Παρίσι;" ρώτησε ο Ντγιούρα σκεπτικός. "Τόσα πράγματα άρχισαν από δω, υπάρχουν άφθονοι έξυπνοι άνθρωποι, τόσοι εκπεσόντες άγγελοι..."

"Αν ένας εκπεσών άγγελος δεν καταφέρνει να κάνει τον άνθρωπο μικρό Θεό, ο άνθρωπος θα τον εγκαταλείψει. Χάριν των καλύτερων φίλων μας, θα καταλήξουμε να είμαστε κάτι αδύναμα ανθρωπάκια, πληκτικοί, μεμψίμοιροι. Κι αυτό θα κρατήσει χρόνια. 'Ασε που θα διατρέχουμε πάντα τον κίνδυνο να συνθλιβούμε ανάμεσα σε όλες τις μυλόπετρες γύρω μας. Κι ωστόσο ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα ελλοχεύει πάντα μέσα μας : θα πικραθούμε ως το σημείο να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Θα καταντήσουμε κινητά κοιμητήρια των δολοφονημένων φίλων μας, τα σάβανά τους θα γίνουν η σημαία μας. 'Ετσι λοιπόν..."

"Η βροχή σταμάτησε", είπε ο Ντγιούρα, "τα παγκάκια άρχισαν να στεγνώνουν, μπορούμε να πηγαίνουμε".

 

Manès Sperber, Δάκρυ στον ωκεανό, Τόμος 1 Η καμένη βάτος (1940-1948). Εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2010. Μτφ. Έμη Βαϊκούση.