Δεν ξέρω τι μ' έπιασε χθες, πήρα τους δρόμους και έκοψα πολλά χιλιόμετρα. Βάδην κανονικό. 

 

Διέσχισα το Κέντρο, ανέβηκα πίσω απο το Αστεροσκοπείο, και πέρασα ξυστά απ' το Μουσείο Μπενάκη.

 

 

Κάτω απ τη γέφυρα του γήπεδου, οι άστεγοι είχαν καμμιά 30αριά σακκούλες, δίπλα δίπλα,  με τα υπάρχοντά τους, σαν σε ντουλαπάκια γυμναστηρίου. Τα παντελόνια τους, τις κουβέρτες τους...  Τάξη πρωτοφανής!

Κάνει απάγκιο σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, ουτε βροχές το πιάνουν, ουτε άερηδες. 

Κάτι παιδάκια έτρεχαν.

 

 

Περπατούσα όπως ο Χάρι Ντιν Στάντον στο Παρίσι-Τέξας. Θα πρέπει να φαινόμουνα και λίγο σαλεμένος, γιατι μερικοί με κοίταζαν. 

 

 

Συνάντησα τρεις εκκλησιές μέχρι να φτάσω στον Ταύρο. Ηταν εσπερινός και έψαλλαν. Γριές μπαινόβγαιναν κουτσαίνοντας. Το φριχτό  νανούρισμα απο ψαλμωδίες, μαζί με μυρωδιές από ψητά, σερνόταν πάνω απ΄τα  χαμόσπιτα. 

 

Θα βρέξει, δεν θα βρέξει;

 

 

 

Έκανα ένα κάποιο ρεζουμέ, όχι με ιδιαίτερη ένταση.

Όλα βολεύονται, αφού είμαστε ζωντανοί.

Πότε είσαι στα πάνω σου, πότε στα κάτω σου.

Το θέμα είναι να μοιράζεσαι τον κόσμο σου, και να μη σου πολυζαλίζουν τον έρωτα.

Και να μη πέσει ο εαυτός σου στα μάτια σου. 

 

Τα άλλα, είναι θέμα φιλοσοφίας. Τα τοποθετείς σιγά σιγά. 

 

 

Πέρασα τη γέφυρα του προαστιακού στον Ταύρο -επιτέλους, άνθρωποι.

 

 

 

Και μετά χάθηκα.

 

Δρόμοι, δρομάκια, στενά, αλάνες, εργοστάσια, σκυλιά, σκυλιά, σκυλιά. Και κλειστά, πειραγμένα αυτοκίνητα με αγόρια στο ψάξιμο και δυνατά λαικοράπ.

 

Θα πρέπει να έκανα ένα μεγάλο κύκλο γιατί κάποια στιγμή ξαναβγήκα στην Πειραιώς, κοντά στο Φεστιβάλ -και πήρα ν' ανηφορίζω.

 

Απέναντι στο Praktiker έχει μια στάση, ένα μαρμαράδικο και δίπλα στο μαρμαράδικο ένα στούντιο. 

 

 

 

Δίπλα στη στάση έχει ένα εκκλησάκι.

 

 

Το φωτάκι του είχε ακριβώς την ίδια απόχρωση με το νέον του πορνείου.

 

Ένα ωραίο παιδί, στα άσπρα. 

 

Το καντήλι κάποιος το έιχε ανάψει μόλις. Και είχε βάλει δίπλα ένα πορτοκάλι.

 

 

Αυτό.