Της Άννας Καρακατσούλη, από το chronosmag

 

Image

 

 

Τα κοινωνικά αγαθά όπως η ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση σε υγεία, παιδεία και πολιτισμό έχουν πληγεί βαριά από την οικονομική κρίση και την πολιτική της λιτότητας και της χρονίζουσας ύφεσης. Η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους αφήνει την εύθραυστη επιβίωση κρίσιμων τομέων για την κοινωνική συνοχή έρμαιο είτε αυτοσχεδιασμών και βραχυπρόθεσμων σκοπιμοτήτων είτε ορέξεων των «δυνάμεων της αγοράς» που επιτείνουν το κλίμα διάλυσης και αβεβαιότητας. Τα θέματα του ελληνικού βιβλίου σε συνθήκες κρίσης και της απουσίας κρατικής πολιτικής γι’ αυτό ήρθαν αιφνίδια στο προσκήνιο με αφορμή την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού να «δρομολογήσει τις απαραίτητες διαδικασίες για την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.Κ.Ε.Β.Ι.)».

 

Αφετηρία στάθηκαν οι «υποψίες κακοδιαχείρισης» στο πρόγραμμα «Φιλαναγνωσία» που οδήγησαν στην αποπομπή των μελών του Δ.Σ. και της διευθύντριάς του. Το κενό που δημιουργεί η κατάργηση του θεσμού και του μοναδικού εργαλείου άσκησης συγκροτημένης εθνικής πολιτικής για το βιβλίο καλούνται πλέον να αναπληρώσουν οι υπηρεσίες της Διεύθυνσης Γραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Πολιτισμού με πρώτη πρόκληση τη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο μήνα. Οι εξελίξεις αυτές σε έναν χώρο που σπάνια απασχολεί την κοινή γνώμη και οι αναταραχές που ακολούθησαν, έδωσαν το έναυσμα για τη διατύπωση μιας σειράς προβληματισμών ως προς τα δομικά προβλήματα του κλάδου, τη διάρθρωση του εκδοτικού και βιβλιοπωλικού χώρου στην Ελλάδα, το μέγεθος και τη φυσιογνωμία του αναγνωστικού κοινού, την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας στα σχολεία και την κοινωνία, το νομικό καθεστώς που διέπει την πνευματική εργασία και δημιουργία στη χώρα, την πρόσβαση σε τελική ανάλυση, στο μορφωτικό και πολιτισμικό αγαθό που είναι το βιβλίο.

 

Το 2009, για πρώτη φορά μετά το 2006, η ελληνική βιβλιοπαραγωγή μειώθηκε κάτω από τους 10.000 τίτλους και έκτοτε η τάση είναι σταθερά πτωτική με 8.333 νέα βιβλία για το 2011. Ανάλογη κάμψη εμφανίζουν και οι αριθμοί των εκδοτικών οίκων που από 1.093 το 2008 έφτασαν τους 927 το 2011, σημειώνοντας δηλαδή μείωση κατά 15%. Ομοίως, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και τα διάφορα μορφωτικά και πολιτιστικά ιδρύματα, που επίσης δραστηριοποιούνται στον χώρο των εκδόσεων και παραδοσιακά λειτουργούσαν προστατευμένα από τον ανταγωνισμό της αγοράς, τώρα υφίστανται τον αντίκτυπο της οικονομικής ύφεσης και παρουσιάζουν δραματική μείωση σχεδόν κατά 40%.1 Από την άλλη πλευρά, η πιο πρόσφατη έρευνα αναγνωστικής συμπεριφοράς που διαθέτουμε (2010) δείχνει μια σταθερότητα των μέτριων ως συστηματικών αναγνωστών που διαβάζουν περισσότερα από 10 βιβλία ετησίως (8,1% των ερωτηθέντων, έναντι 8,6% το 2004 και 8,5% το 1999) με αύξηση των ασθενέστερων αναγνωστών, δηλαδή όσων διαβάζουν 1-9 βιβλία τον χρόνο (34,2% του πληθυσμού, έναντι 25,4% το 2004 και 29,3% το 1999).2 Και οι δύο εικόνες ωστόσο, εκδοτών και αναγνωστών ή προσφοράς και ζήτησης με οικονομικούς όρους, απαιτούν ανάλυση και διερεύνηση.

 

Για το 2012 και το 2013 δεν διαθέτουμε επίσημα στατιστικά στοιχεία, είναι γενική όμως η διαπίστωση της δραματικής επιδείνωσης τόσο στην αγορά του βιβλίου (κάθετη πτώση των πωλήσεων, κλείσιμο ιστορικών επιχειρήσεων) όσο και στις συνθήκες εργασίας του κλάδου (έντονη επισφάλεια εργαζομένων, αρνητικό καθεστώς ασφάλισης και φορολόγησής τους). Η τελευταίως εξαγγελθείσα συγχώνευση των 46 δημόσιων βιβλιοθηκών της χώρας στο πλαίσιο της απεγνωσμένης αναζήτησης «πλεοναζόντων» δημόσιων υπαλλήλων προς απόλυση ασφαλώς δεν πρόκειται να ενισχύσει τους επαγγελματίες του βιβλίου και αποτελεί σοβαρό πλήγμα στην πρόσβαση στο βιβλίο των οικονομικά ασθενέστερων αναγνωστών, ιδίως όσων βρίσκονται πέραν του αθηναϊκού κέντρου.

 

Η δομική ανεπάρκεια των εκδοτικών επιχειρήσεων

Η πλειονότητα του εκδοτικού χώρου στην Ελλάδα συγκροτείται από ατομικές στην ουσία επιχειρήσεις, δομημένες ως εταιρείες οικογενειακού χαρακτήρα. Η έλλειψη εμποδίων εισόδου στην αγορά και η ιδιομορφία της έκδοσης, που ως παραγωγική διαδικασία δεν απαιτεί ιδιαίτερες επενδύσεις στην παραγωγή και τη διακίνηση, ευνοούσε τη δραστηριοποίηση πληθώρας επιχειρήσεων μικρού και μεσαίου μεγέθους. Το 2011 στην Ελλάδα το ποσοστό των μικρών επιχειρήσεων (micro-enterprises) του εκδοτικού τομέα ανερχόταν στο 43%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στη Μεγάλη Βρετανία ήταν 7%.3 Οι Έλληνες εκδότες κατόρθωσαν να διατηρήσουν τις παραδοσιακές μορφές επιχειρηματικής οργάνωσης σε μια εποχή προχωρημένης παγκοσμιοποίησης, οξύτατου διεθνούς ανταγωνισμού και κυριαρχίας λίγων κολοσσιαίων επιχειρηματικών ομίλων σε πλανητικό επίπεδο. Τα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν κοινά σε όλες τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπως ρευστότητα, εξοικονόμηση πόρων για επενδύσεις, προώθηση των προϊόντων τους κ.ά. Ειδικού χαρακτήρα αλλά ιδιαίτερα σημαντική ήταν, και παραμένει, η επιβάρυνση που προκύπτει από τη συγκέντρωση μεγάλων αποθεμάτων αδιάθετων βιβλίων, τα οποία με το ισχύον καθεστώς φορολογούνται ως κεφάλαιο,4 και τη διαφορά στους συντελεστές Φ.Π.Α. πώλησης και παραγωγής.

 

Η προστασία που επί δεκαετίες τους παρείχε η απομόνωση της ελληνικής γλώσσας και η συνακόλουθη απουσία ενδιαφέροντος για την ισχνή ελληνόφωνη αγορά από πλευράς των ξένων επενδυτών καθήλωσε τις εκδοτικές επιχειρήσεις σε αρχαϊκές δομές σε αναντιστοιχία με το ευρωπαϊκό και διεθνές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο εντασσόταν, όσο στρεβλά και αν το έπραττε, η ελληνική οικονομία.5 Η δομική ανεπάρκεια των εκδοτικών επιχειρήσεων αναδεικνύεται με οδυνηρό τρόπο σήμερα και επιδεινώνει τις συνέπειες της κρίσης για τον ευαίσθητο χώρο του βιβλίου. 

 

Ήδη πριν την κορύφωση της κρίσης είχε γίνει αισθητή η γενική διεθνώς τάση υπέρ των μεγάλων (με παραγωγή άνω των 80 τίτλων ετησίως) και των μικρών εκδοτών (1-9 τίτλοι τον χρόνο) εις βάρος όσων καταλαμβάνουν το μέσον του φάσματος. Οι μεσαίοι εκδότες, που διαθέτουν περιορισμένους πόρους, είναι παντού ευάλωτοι στις ανταγωνιστικές πιέσεις των μεγαλύτερων οργανισμών καθώς δεν μπορούν να προβούν σε οικονομίες κλίμακος σε τομείς όπως η διακίνηση των βιβλίων ή η προβολή των νέων τίτλων. Ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο αναλογικά κόστος λειτουργίας από τους μικρούς διότι δεν επωφελούνται από τους ευνοϊκότερους όρους που η αλληλεγγύη του κλάδου συνήθως εξασφαλίζει σε αυτή την κατηγορία εκδοτών. Επιπλέον, τους είναι δύσκολο να συγκρατήσουν τους επιτυχημένους συγγραφείς τους. Οι υψηλότερες αμοιβές, η επιθετικότερη προβολή και προώθηση των τίτλων και η καλύτερη θέση στην αγορά που οι «μεγάλοι» είναι σε θέση να προσφέρουν, αποδεικνύονται συχνά ισχυρό δέλεαρ για τους διεκδικούμενους συγγραφείς.6 Ως αποτέλεσμα οι μεγάλοι εκδότες περίπου διατήρησαν τα μεγέθη τους (21 το 2011 έναντι 25 το 2008) και κυρίως διατήρησαν το κυρίαρχο μερίδιο της αγοράς (35,5% το 2011 έναντι 35,9% το 2008) τη στιγμή που οι μεσαίοι αλλά και οι μικροί υπέστησαν βαριές απώλειες (146 έναντι 182 για τους πρώτους και 760 έναντι 886 για τους δεύτερους).

 

Τα νέα δεδομένα σε περιβάλλον κρίσης είναι τα εκδοτικά σχήματα σε συνεταιριστική και αυτοδιαχειριστική βάση και η αυτοέκδοση σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (Print on Demand) που προσφέρει μια ελκυστική διέξοδο χάρη στις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών. Ομαδοποιώντας ωστόσο τα στατιστικά δεδομένα, η συγκέντρωση της αγοράς καθίσταται προφανής: 18% των εκδοτών παράγουν το 77% των τίτλων.7 Παρά τα σχετικά αυτά πλεονεκτήματα, τα οικονομικά αποτελέσματα δέκα μεγάλων οίκων που δημοσίευσαν ισολογισμούς για το 2011 (Καστανιώτης, Λιβάνης, Μίνωας, Μεταίχμιο, Πατάκης, Σταμούλης, Ψυχογιός, Σύγχρονη Εποχή, Χάρλενικ, Σαββάλας) δείχνουν μειωμένα κέρδη και συνολικά αρνητική κερδοφορία.8

 

Η δραματική αναδίπλωση του τομέα της διακίνησης

Όσον αφορά τον τομέα της διακίνησης και της πώλησης του βιβλίου υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα 1.500 βιβλιοπωλεία και 3.500 σημεία πώλησης βιβλίων (συμπεριλαμβανομένων των πρακτορείων τύπου και των σουπερμάρκετ), από τα οποία μόνο τα 250 πωλούν αποκλειστικά βιβλία. Οι ανακατατάξεις στην αγορά του βιβλίου με τη δυναμική εμφάνιση μεγάλων βιβλιοπωλείων-πολυχώρων πολιτισμού και κατανάλωσης που παρατηρήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές του 2000 έχουν περάσει πλέον σε φάση δραματικής αναδίπλωσης με την αποχώρηση της αλυσίδας FNAC από την ελληνική αγορά (2010), τη συρρίκνωση του ιστορικού Ελευθερουδάκη (2011), το κλείσιμο της εταιρείας διανομής Κατάρτι και του εκδοτικού οίκου Ελληνικά Γράμματα, που είχε περάσει στην πλήρη ιδιοκτησία του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη από το 2007 (2011), τους πρόσφατους κλυδωνισμούς του Ιανού.9

 

Το κλείσιμο του ιστορικού Βιβλιοπωλείου της Εστίας τον Μάρτιο 2013, μετά από 128 χρόνια λειτουργίας, αποτελεί το τελευταίο πλήγμα στον πολιτισμικό ιστό της χώρας που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν αναλογιστούμε ότι αφορά έναν αμιγή χώρο διακίνησης του βιβλίου, σύμβολο ενός κόσμου που υποχωρεί ραγδαία. Παράλληλα, το βιβλίο εξακολουθεί να αποτελεί σχετικά ακριβό αγαθό. Οι τιμές των βιβλίων την επταετία 1988-95 παρουσίασαν αύξηση μεγαλύτερη του δείκτη τιμών καταναλωτή, αυξήθηκαν περαιτέρω με την είσοδο της χώρας στο ενιαίο νόμισμα το 2002 και το 2011 παρέμεναν στα επίπεδα του 2008 παρά την καθίζηση των εισοδημάτων.10 Το υψηλό κόστος συνδέεται κυρίως με την τιμή του χαρτιού, τη φορολογική επιβάρυνση, το ποσοστό του βιβλιοπώλη και το μικρό μέγεθος της ελληνόφωνης αγοράς.

 

Η δεινή θέση των πνευματικών δημιουργών

Ελάχιστη είναι η συμβολή του ποσοστού του συγγραφέα στην τιμή του βιβλίου. Σύμφωνα με συνέντευξη του εκδότη της Ωκεανίδας Νίκου Μεγαπάνου, επί λιανικής τιμής 20 ευρώ ο συγγραφέας εισπράττει 1,50 ευρώ.11 Δεδομένης της δυσπραγίας της αγοράς, συχνά ο δημιουργός-συγγραφέας καλείται να καλύψει μέρος των εξόδων ενώ οι λοιποί συντελεστές του βιβλίου, ο μεταφραστής, ο επιμελητής ή ο διορθωτής παρέχουν πλέον πνευματική εργασία έναντι ενός ελάχιστου μισθού (οι αμοιβές έχουν μειωθεί κατά 40% περίπου).12 Σε αυτή την οριακή κατάσταση για την επιβίωση της ζωτικής αλυσίδας του βιβλίου ήρθε να προστεθεί διάταξη στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο που καθιστά υποχρεωτική την έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών σε κάθε πνευματικό δημιουργό παραβλέποντας το γεγονός ότι πολλές φορές οι εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία υπερβαίνουν κατά πολύ τις αμοιβές τους.13

 

Η μεταβολή της καταναλωτικής συμπεριφοράς των αναγνωστών

Από την πλευρά του αναγνώστη και σύμφωνα με τη μελέτη Cultural Statistics της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2011, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού που διατίθεται σε πολιτισμικά αγαθά προορίζεται για βιβλία σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπου η κατηγορία αυτή δαπανών αφορά εφημερίδες (Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρος, Ολλανδία, Φινλανδία, Νορβηγία) ή ηλεκτρονικό εξοπλισμό (βαλτικές χώρες, Λουξεμβούργο).14 Σε συνθήκες κρίσης ωστόσο έχει μεταβληθεί η καταναλωτική συμπεριφορά των αναγνωστών. Ήδη από το 2009, σύμφωνα με διευθυντή κεντρικού βιβλιοπωλείου των Αθηνών, οι αναγνώστες στρέφονταν στο φθηνό βιβλίο:

 

«Πέρυσι πουλήσαμε λιγότερα αντίτυπα αλλά πιο ακριβά, ενώ φέτος πουλάμε περισσότερα και πιο φτηνά αντίτυπα».15 Η πτώση των πωλήσεων αγγίζει πρώτα τα λογοτεχνικά μπεστ σέλερ, ενώ αντίθετα το πολιτικό, ιστορικό και οικονομικό δοκίμιο εύλογα φαίνεται να αντιστέκεται καθώς οι αναγνώστες του αναζητούν ερμηνείες της κρίσης και κατευθύνσεις διεξόδου.16 Είναι ενδεικτικό της σύγχυσης στην αγορά του βιβλίου ότι, παράλληλα με την ανωτέρω διαπίστωση, εκφράζεται ο φόβος ότι η αναγκαστική μείωση των τίτλων θα οδηγήσει στη στροφή των εκδοτών στα βιβλία για το ευρύ κοινό, στα σίγουρα ονόματα, τους εμπορικούς τίτλους και τα θέματα γενικής αποδοχής εις βάρος της ζύμωσης των ιδεών και των τολμηρών επιλογών.17 Η έλλειψη δημόσιων βιβλιοθηκών στη χώρα μας επιβαρύνει περαιτέρω τον αναγνώστη, καθώς τον αποστερεί από τη δωρεάν πρόσβαση στο μορφωτικό και πολιτισμικό αυτό αγαθό που είναι το βιβλίο, αλλά και τον εκδότη που δεν διαθέτει την πλέον φυσική διέξοδο για τη διακίνηση του καταλόγου του.18

 

Οι προτεραιότητες της κοινωνίας

Οι αναλογίες μεταξύ της παρούσας οικονομικής κρίσης και της Μεγάλης Ύφεσης του 1930 έχουν ήδη επισημανθεί από αρμοδιότερους. Όσον αφορά ειδικά τον αντίκτυπο στην αγορά του βιβλίου, τη δεκαετία του 1930 η κρίση εκδηλώνεται με παρόμοιο τρόπο. Κάθετη πτώση των πωλήσεων, οι αναγνώστες εγκαταλείπουν το βιβλίο, οι εκδότες βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν τις νέες συνθήκες και καταφεύγουν στο ξεπούλημα των βιβλίων σε εξευτελιστικές τιμές και τη στάση πληρωμών προς τους συγγραφείς τους. Από το 1932 αρχίζουν να επιχειρούνται καινοτόμες στρατηγικές προβολής του βιβλίου και διαφοροποίησης του προϊόντος (εκθέσεις βιβλίου στο Ζάππειο, έμφαση στις βιβλιοφιλικές εκδόσεις κ.ά.) για την προσέλκυση του αναγνωστικού κοινού χωρίς όμως θεαματικά αποτελέσματα αφού, κατά γενική ομολογία, μέχρι την κήρυξη του πολέμου ο κύκλος του βιβλίου συντηρείται κυρίως από τα σχολικά εγχειρίδια.

 

Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο όμως, η παγκοσμιοποίηση της οικονομικής πραγματικότητας δεν αποτελεί κοινό τόπο. Ως εκ τούτου, η αναζήτηση των αιτιών της καθίζησης της αγοράς του βιβλίου αφορά αποκλειστικά εσωτερικούς παράγοντες, αλλά η επιχειρηματολογία μάς είναι οικεία: η υψηλή τιμή του βιβλίου, η κακή ποιότητα των εκδόσεων και η ανεπάρκεια των εκδοτών, ο αθέμιτος ανταγωνισμός των εφημερίδων που απολαμβάνουν ατέλειας χάρτου και διακινούν πολύ φθηνό βιβλίο στους αναγνώστες τους, τα γλίσχρα έσοδα των συγγραφέων από τα βιβλία τους που δεν τους επιτρέπουν να εργαστούν σε αξιοπρεπείς συνθήκες και να αποδώσουν έργο υψηλού επιπέδου ώστε να συναγωνίζεται τις «ξένες φιλολογίες» που προτιμά η μεγαλοαστική τάξη, η έλλειψη λαϊκών βιβλιοθηκών και η φορολογική επιβάρυνση των εκδοτών, η απουσία κρατικής στήριξης κ.ο.κ. Η σχετική συζήτηση απασχολεί τα φύλλα των λογοτεχνικών περιοδικών σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας με επανερχόμενη τη διαπίστωση πως «Η λογοτεχνία στον τόπο μας δεν είναι ανάγκη, είναι πολυτέλεια».19

 

Το ζήτημα της οικονομικής και πολιτισμικής λειτουργίας του βιβλίου είναι ιδιαίτερα σύνθετο και αποκαλυπτικό για τις προτεραιότητες που θέτει κάθε κοινωνία. Η ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων στη γνώση και την απόλαυση που προσφέρει ένα βιβλίο, η ενθάρρυνση της παραγωγής του, η διάδοση και η προβολή του αποτελούν κρίσιμους δείκτες για την ποιότητα ζωής και το κυρίαρχο σύστημα αξιών. Το ελληνικό βιβλίο είναι ιδιαίτερα ευάλωτο για έναν επιπλέον λόγο. Όχημά του είναι η ελληνική γλώσσα, μόνο ουσιαστικά κοινό του ο λαός αυτής της χώρας και, επομένως, ας θυμόμαστε ότι η διάσωση και επιβίωσή του, πέρα από τα οικονομικά μεγέθη και τις αγωνίες της διανόησης, έχει και βαθιά ταυτοτική διάσταση…