Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
M.Hulot

48 ώρες στη Θεσσαλονίκη: Στο Όρος Όλυμπος με την ψυχή στο στόμα

Το πρώτο μέρος και το μακρύτερο.

 

 

Εντάξει, είπαμε να γίνονται πράγματα στην πόλη, αλλά το Σάββατο το βράδυ η Θεσσαλονίκη το παράκανε. Την ίδια ώρα που ξεκίναγε η 24ωρη παράσταση του Γιαν Φαμπρ στο Μέγαρο Μουσικής ξεκίναγε και ο μαραθώνιος και όλοι οι δρόμοι του κέντρου ήταν κλειστοί. Και δεν έφτανε αυτό, άρχισε και μια καταρρακτώδης βροχή και μας αποτελείωσε. Το ταξί έκανε σχεδόν 50 λεπτά να μας πάει από την Εγνατία μέχρι την Καλαμαριά και φτάσαμε στις 7:10 με την ψυχή στο στόμα, αναθεματίζοντας επειδή θα χάναμε την αρχή. Η παράσταση ξεκίναγε στις 7:00. Ευτυχώς, λόγω συνθηκών ήταν ελάχιστος ο κόσμος που είχε καταφέρει να φτάσει και έτσι ξεκίνησε με μια ώρα καθυστέρηση, στις 8. Με τις νέες συνθήκες και με την βροχή να συνεχίζεται, ο προγραμματισμός που είχαμε κάνει καταστράφηκε εντελώς, δηλαδή πήγαν χαμένα τα εισιτήρια που είχαμε αγοράσει για το live του Hauschka γιατί ξεκίναγε στις 9 και ο μαραθώνιος τελείωνε στις 11, έτσι ήταν άσκοπο να επιχειρούσαμε μετακινήσεις. Μείναμε στην παράσταση για 6 συνεχόμενες ώρες και αν δεν είχαμε τόσο ταλαιπωρηθεί από το ταξίδι την προηγούμενη νύχτα (ήταν να φτάσουμε στις 11 και φτάσαμε στη μία και 47, κάποιος αρνιόταν επίμονα να κατέβει από το αεροπλάνο στην προηγούμενη πτήση) μπορεί και να κάναμε ολονυχτία. Συνολικά είδαμε τις 10 από τις 24 ώρες και άνετα μπορούσαμε να αντέξουμε κι άλλες. 

Όσο και αν ο Φαμπρ αυθαιρετούσε στις τραγωδίες και στον τρόπο που παρουσίαζε τους ήρωες το Mount Olympus ήταν μια εμπειρία συγκλονιστική, ακόμα κι όταν στο κεφάλαιο της Μήδειας παρουσίαζε εκνευριστικά τη Μαρία Κάλας σαν καρικατούρα drag queen με άντρες ντυμένους Μέριλιν τριγύρω της να παίρνουν vogue πόζες

 

 

 

Το Mount Olympus (to glorify the cult of tragedy) -όπως είναι ο πλήρης τίτλος- μας αποζημίωσε και με το παραπάνω γιατί είναι όντως μια παράσταση που βλέπεις μια φορά στη ζωή σου. Και δεν επαναλαμβάνεται.

 

Αφήνω για άλλους την κριτική, ας πούμε ότι είναι περισσότερο μια εμπειρία που αξίζει να τη ζήσεις και δύσκολα τη μεταφέρεις, ειδικά η αρχή που ήταν η πιο σοκαριστική που έχω δει ποτέ. Από το ζωντανό χωνί του αγγελιοφόρου που διαλαλούσε «άσχημα μαντάτα κι άνεμοι δυσοίωνοι» (το χωνί ήταν ένας γυμνός άντρας σκυμμένος με τη λεκάνη του τεντωμένη προς τα πίσω και όρθιο το κεφάλι, που ένας άλλος γυμνός άντρας κόλλησε το στόμα του στον κώλο του και όσα του έλεγε με μπουκωμένο στόμα τα επαναλάμβανε -ο σκυμμένος- με βροντερή φωνή. Απέναντι στην σκηνή άλλοι δύο γυμνοί άντρες έκαναν ακριβώς το ίδιο), η «αντρική δύναμη» που ακολούθησε (ένας γυμνός άντρας που βγήκε στη σκηνή σιωπηλός και με αξιοζήλευτη αυτοσυγκέντρωση και χωρίς να το αγγίξει κατάφερε και έκανε ντούρο το πουλί του και μετατράπηκε σε Πρίαπο), το απίθανο twerk που χόρεψαν όλοι οι συμμετέχοντες σε μια εντυπωσιακή χορογραφία-εισαγωγή οι οποίοι σε κάθε κίνηση πετούσαν στη σκηνή τα σωθικά τους (δηλαδή συκώτια και πνευμόνια που γέμισαν το πάτωμα με αίματα). Ο Διόνυσος ήταν ένας παχύσαρκος τύπος με τα κρέατα να κουνιούνται σε κάθε του κίνηση. Από τα highlight της παράστασης.

 

 

 

Από τις σκηνές του πρώτου εξαώρου ξεχώρισαν τo σχοινάκι με αλυσίδες που έφεραν στα όρια της εξάντλησης τους πρωταγωνιστές γιατί για είκοσι λεπτά χτυπιούνταν στην σκηνή μέχρι να καταρρεύσουν λαχανιασμένοι. Και μετά άρχισαν να γλύφουν παγωτό ξυλάκι. Μέχρι και το τέλος της δεύτερης ώρας κανείς από τον ελάχιστους θεατές που είχε η αίθουσα δεν έκανε ούτε μία κίνηση, νομίζω ότι και οι φωτογράφοι είχαν σαστίσει και για αυτό έχασαν όλες τις σκηνές της αρχής. Ούτε μία φωτογραφία δεν βγήκε από το ξεκίνημα, ούτε καν από κινητό, έπρεπε να περάσει και η σκηνή με τον Οδυσσέα που δαμάζει τα φίδια για να ξεψαρώσει λίγο ο κόσμος. Για την ακρίβεια, η πρώτη σειρά μετακινήθηκε σύσσωμη γιατί ο Οδυσσέας τίναζε πολύ απότομα κάτι τεράστιες αλυσίδες που έσκαγαν μέχρι το πρώτο κάθισμα. Χώρια τα συκώτια που πετάγονταν στις πρώτες σειρές. Κάποιοι πήγαν και κάθισαν αλλού, άλλωστε το θέατρο ήταν όλο δικό μας, και κάποιοι σηκώθηκαν και έφυγαν. Αυτοί έχασαν. Τέλος πάντων, βρήκαμε την ευκαιρία και μετακινηθήκαμε στα καθίσματα της πρώτης σειράς και τα είδαμε όλα τα υπόλοιπα από απόσταση αναπνοής. Στο συρτάκι τα πουλιά των χορευτών κουνιούνταν σχεδόν μπροστά στα μούτρα μας.

 

 

 

Φτάνοντας στα πέντε στάδια της θλίψης, στη σκηνή δηλαδή που γίνεται της τρελής από τις ψυχολογικές μεταπτώσεις από την αγανάκτηση μέχρι την απόλυτη θλίψη, οι πρωταγωνιστές έζησαν άλλη μια δοκιμασία (ο Φαμπρ τους έκανε καψόνια κανονικά, το ότι άντεξαν να βγάλουν και τις 24 ώρες της παράστασης ήταν πραγματικός άθλος) και το «No! Fuck! Take me!» που επαναλάμβαναν σαν εφιαλτικά μάντρα μας στοίχειωσαν (μέχρι και όνειρο τα είδα). 

 

 

 Όταν επιστρέψαμε οι πρωταγωνιστές που κοιμούνταν στα sleeping bag πάνω στη σκηνή ξύπνησαν και άρχισαν να παίρνουν πίπες, γλύφοντας τα δάχτυλά τους που σχημάτιζαν το σήμα της νίκης (V από το victory).

 

Και πάμε στο κεφάλαιο 3, Οιδίποδας, στα καυλωμένα νυχτερινά Διονυσιακά δάση (έτσι λεγόταν η σκηνή) με το όργιο στο δάσος, δηλαδή άντρες και γυναίκες να κάνουν ομαδικό σεξ με τα δέντρα, τα οποία ήταν κάτι καημένες δάφνες σε γλάστρες που μέχρι το τέλος της παράστασης θα πρέπει να είχαν απομείνει μόνο κλαδιά και κορμοί γιατί τις γάμησαν κανονικά. Και δύο φορές μάλιστα, αν θυμάμαι καλά στο κεφάλαιο 11 έβγαλαν ξανά ό,τι είχε απομείνει από το πρώτο όργιο στη σκηνή και τα αποτελείωσαν (αυτή τη φορά πασαλείφτηκαν και με το χώμα τους). Μετά το πρώτο όργιο ακολούθησε ο Διονυσιακός χορός bodybuilder και το κεφάλαιο 3 έκλεισε με το γυμνό συρτάκι που ήταν από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές του έργου. Εδώ ο κόσμος φωτογράφιζε αβέρτα (είδα ότι είχαν ανεβάσει φωτογραφίες στο instagram).

 

 

 

Αργότερα είχε και χειρότερα γιατί οι ίδιοι χορευτές χόρεψαν κι έναν χορό που κουνούσαν μόνο τη λεκάνη και τα πουλιά τους συντονισμένα, πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά.

 

 

 

Μέσα στις σκηνές με τα συκώτια και τα γυμνά μια πριμαντόνα τραγούδησε το Pace, pace mio Dio και αργότερα την Τραβιάτα του Βέρντι, μετά το Ruhe Sanft του Μότσαρτ και μετά το Μild und Leise του Βάγκνερ. Μετά την άρια του Βάγκνερ φύγαμε για ύπνο μέχρι την ώρα των ονείρων στο κεφάλαιο 10Α Αγαμέμνων 2. Όταν επιστρέψαμε οι πρωταγωνιστές που κοιμούνταν στα sleeping bag πάνω στη σκηνή ξύπνησαν και άρχισαν να παίρνουν πίπες, γλύφοντας τα δάχτυλά τους που σχημάτιζαν το σήμα της νίκης (V από το victory).

 

Όσο και αν είναι αποσπασματικές και ελαφρές οι περιγραφές και χάνεται η μαγεία της παράστασης και όσο και αν ο Φαμπρ αυθαιρετούσε στις τραγωδίες και στον τρόπο που παρουσίαζε τους ήρωες το Mount Olympus ήταν μια εμπειρία συγκλονιστική, ακόμα κι όταν στο κεφάλαιο της Μήδειας παρουσίαζε εκνευριστικά τη Μαρία Κάλας σαν καρικατούρα drag queen με άντρες ντυμένους Μέριλιν τριγύρω της να παίρνουν vogue πόζες.

 

Είχαν προηγηθεί οι γιαουρτοάντρες και ο πόθος της Ηλέκτρας η οποία ήταν ξαπλωμένη πάω σε ένα τραπέζι και χαϊδευόταν με το δάχτυλό της εκεί που φαντάζεσαι. Στο μεταξύ, αυτό που φαντάζεσαι κάθε φορά που το άγγιζε με το δάχτυλο νιαούριζε απαλά και μετά γουργούριζε ευτυχισμένο. 

 

 

 

Δεν θα περιγράψω άλλα γιατί χωρίς τη συνοχή της παράστασης και με τον τρόπο που τις έχω γράψει οι σκηνές ακούγονται σαν σκληρή τσόντα, αλλά στο κάτω-κάτω αυτό ήταν μέρος του μεγαλείου της: το ότι πέρα από το ηδονοβλεπτικό της υπόθεσης που ήταν αδύνατο να το παραβλέψεις (γιατί πόσο μπορείς να αγνοήσεις ένα γυμνό σώμα, πόσο μάλλον τόσα πολλά μαζεμένα) εντόπιζες και ένα σωρό άλλους συμβολισμούς και μια μοναδική αισθητική που δεν ήταν καθόλου φτηνή και κακόγουστη.

 

Δεν ξέρω πού οφείλεται η άδεια αίθουσα του Σαββάτου. Στη βροχή, στην άγνοια του κόσμου (την Κυριακή δούλεψε πολύ το στόμα με στόμα), στο ότι τα εισιτήρια του 8ώρου ίσχυαν από το πρωί της Κυριακής; Μπορεί και σε όλα μαζί. Ευτυχώς, την Κυριακή το θέατρο γέμισε.

 

Παραδόξως, δεν είχε απ' έξω ούτε μια θεούσα, ούτε έναν παπά να διαμαρτύρεται. Δεν θα πήραν είδηση τι γινόταν στη σκηνή του Μεγάρου.

 

Και, shit, δεν είδαμε το τέλος γιατί η πτήση της επιστροφής ήταν στις 8.

 

 

 

O M.Hulot είναι διευθυντής της έντυπης LIFO και δουλεύει σε αυτήν από το πρώτο φύλλο της
 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ