Γράφει ο Βασίλης Κωνσταντόπουλος. 

 

Το 1984, τουλάχιστον για την Ελλάδα, δεν έφερε την κυριαρχία του Μεγάλου Αδελφού (αυτή θα ολοκληρωνόταν καμιά εικοσαριά χρόνια μετά). Από την άλλη, οι διολισθήσεις και υποτιμήσεις της δραχμής εκτόξευαν τις τιμές των βινυλίων εισαγωγής (καθώς και των αεροπορικών εισιτηρίων). Στα ενημερωμένα δισκάδικα όλο και περισσότεροι αρχίζαμε το (προσεκτικό) ψάξιμο απευθείας από το C (όπως Cave) ή από το B (όπως Birthday Party). Από το καλοκαίρι του 84, μπήκαν στη ζωή μας (και παραμένουν ακόμα) και οι Bad Seeds.

 

Το εξώφυλλο του «From her to eternity» (ευφυές λογοπαίγνιο με το «From Here to eternity», την Οσκαρική ταινία του Φρεντ Τσίνεμαν, γνωστότερη εδώ ως «Όσο υπάρχουν άνθρωποι»),  δεν άφηνε και πολλά περιθώρια…

 

 

 

Ούτε γκρουπ, ούτε τίποτα… Μια φωτογραφία τριών τετάρτων κοντρ πλονζέ, ο εκτός μόδας εικονιζόμενος θα μπορούσε να ανήκει σε οποιαδήποτε δεκαετία, νέος μα όχι πιτσιρικάς, σκοτεινά δαιμονικός, εμφανώς αρρενωπός  μα όχι μάτσο, ευθέως σέξυ, γυάλινο βλέμμα, δηλωτικό όσο και εύληπτο ονοματεπώνυμο «logo», the singer.

 

Το οπισθόφυλλο έκρυβε εκπλήξεις:

Featuring Bad Seeds … Οι Birthday Party είχαν πάει ανεπιστρεπτί περίπατο εκτός του Mick Harvey.  Bad Seed ήταν ο τίτλος ενός EP των Birthday Party, από τούδε το όνομα του «γκρουπτουCave».

 

Στις κιθάρες ο Blixa Bargeld, ηγέτης των περιβόητων θορυβοποιών Einstürzende Neubauten, εμβληματική φιγούρα του Βερολινέζικου underground, μύθος για τους εγχώριους πληροφορημένους  dark wavers.

 

 

 

Στο μπάσο ο Barry Adamson, των βραχύβιων αλλά σημαδιακών (και αναπάντεχα έντεχνων για την εποχή) post punk Magazine.

 

 

 

Και δυο παντελώς άγνωστοι guest: Ο πιτσιρικάς γόης Hugo Race στις κιθάρες (θα επισκεπτόταν την Ελλάδα με δικά του σχήματα, κάμποσα χρόνια μετά).

  

 

Τέλος η Anita Lane, παλιά φίλη από την Αυστραλία, κοκκινομάλλα ντίβα της υπόγειας Βερολινέζικης νύχτας, σύντροφος του Cave για μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 80, μοναδική της συμμετοχή στο άλμπουμ οι στίχοι του «From Her to Eternity» (στην επόμενη δεκαετία θα παρουσίαζε κι αυτή δικές της δουλειές με τη βοήθεια των Bad Seeds).

 

 

 

Το άλμπουμ άνοιγε με το Avalanche του Leonard Cohen, δημιουργού καθολικής αποδοχής στην Ελλάδα, Η τράπουλα ανακατευόταν απροσδόκητα, καθώς την ίδια εποχή ο Cave κυκλοφορούσε κι ένα επτάιντσο σινγκλάκι με διασκευή του In the Ghetto του Έλβις. Τα λιγοστά κομμάτια του LP έμοιαζαν με τα punk blues των όψιμων Birthday Party, με πιο μινιμαλιστική (πλην όμως εξαιρετικά δουλεμένη) «βαριά» παραγωγή, συν τους «βιομηχανικούς» θορύβους του Blixa.

Και φυσικά , οι στίχοι:

Κατεβατά παθιασμένων εξομολογήσεων για ανεκπλήρωτους έρωτες, μανιασμένες αστικές περιπλανήσεις, αιματοβαμμένες εμμονές, καμένοι χαρακτήρες και μια στιχουργική βγαλμένη από την Βίβλο, τις ιστορίες του Χακ Φιν, τη σλανγκ του Αμερικάνικου νότου, την λόγια αγγλική παράδοση, ροκ και χολιγουντιανά  κλισέ. Φυσικά, μόνιμη πηγή έμπνευσης. η ανθρώπινη δυστυχία στην πιο αδιέξοδη μορφή της. Μετά τον Ντύλαν, τον Κοέν και τον Μόρισον, πολλοί βρέθηκαν να διαβάζουν ξεχωριστά τους στίχους με τα λεξικά από δίπλα.

 

Ο Cave, η Lane και οι Bad Seeds ζούσαν πλέον στο Δυτικό Βερολίνο. Η τούρκικη συνοικία του Κρόιτσμπεργκ, η περιοχή πίσω από την Ποτσντάμερ Πλατς (καμιά σχέση με το σημερινό τσίρκο της Sony) και κυρίως το κλαμπ Risiko, αποτελούσαν το κέντρο του εκτός ΗΠΑ underground. Στη δεκαετία του 80, τα στούντιο Hansa (δίπλα στο Τείχος), έμελλαν να φιλοξενήσουν μια ολόκληρη κοινότητα μουσικών, από τον Cave ως την Diamanda Galas κι από τους Gun Club ως τους Crime and the City Solution, που έδωσαν τον (μουντό, μελαγχολικό και σκοτεινό) μουσικό τόνο στην μυθική, ανύπαρκτη σήμερα πολιτεία.

 

 

Τμήμα του no man’s land στην Potsdammer Platz εποχής Τείχους

 

Τον Νοέμβριο του 84, ο Cave και οι Seeds ήρθαν για να παίξουν στο κλαμπ XΥΜΑ , στον Χολαργό, επί της Μεσογείων, για δυο βράδια.

 

Η πρώτη συναυλία αναβλήθηκε καθώς ο Cave έχασε το αεροπλάνο από το Βερολίνο. Φυσικά, αργότερα, κυκλοφόρησε πως τον βρήκαν να κοιμάται στην είσοδο κάποιας πολυκατοικίας. Την επομένη, ήταν ο Μπλίξα που φάνηκε πρώτος, σε πλήρη Τευτονική αμφίεση, μέσα στα μαύρα πέτσινα και τις αλυσίδες. Για πολλούς από μας, ήταν ο πιο αδύνατος άνθρωπος που είχαμε αντικρύσει, στο προφίλ έμοιαζε με μια παχιά μαύρη κατακόρυφη γραμμή. Ο Cave με μεταξωτό πουκάμισο και μαύρο τζιν κι οι δυο τους βλοσυροί, με το γυάλινο απλανές βλέμμα των χρήσεων και των καταχρήσεων. Ο Adamson πραγματικός κύριος, με το μπεζ σακάκι, το λευκό πουκάμισο και το παπιγιόν, φαινομενικά ο πιο νορμάλ μαζί με τον casual Harvey.

 

 

Το κλαμπ, νομίζω στον πρώτο όροφο, με κάποια λάστιχα αυτοκινήτου αντί για καθίσματα. Δεν θα ήταν παραπάνω από 200 – 300 άτομα τη φορά. Τις συναυλίες άνοιξαν οι δικοί μας Yell – O – Yell και Villa 21.

 

Μια περίεργη ένταση πριν βγουν οι Seeds, το κοινό μιξ, μεγαλύτερες και μικρότερες ηλικίες, κάποιοι εμφανώς οπαδοί των Birthday Party, εκκλήσεις ενός υποτυπώδους security να κάτσουν κάτω οι μπροστινοί.

 

Με το ξεκίνημα, ο Adamson παίρνει θέση στα ντραμς και ξαφνιαζόμαστε (όχι πολύ αργότερα θα συνειδητοποιούσαμε πόσο καλοί μουσικοί ήταν αυτός κι ο Harvey).

Ο Cave αρχίζει με ένα αργόσυρτο ξεκοιλιασμένο μπλουζ που δεν έιχαμ εξανακούσει, με τον Blixa στα slide και τον Harvey στο μπάσο, το «Blind Lemon Jefferson is crying».

 

Ως συνήθως υπερκινητικός αν και υπήρχε και μια καρέκλα που καθόταν που και που, αμέσως πέφτουν οι παραγγελιές, «Release the bats», o Cave απαντά «Δεν είμαστε οι Birthday Party» κι η μπάντα πλακώνει το «Train Long Suffering» και το «From her to Eternity», με τον Blixa να γκαζώνει στις παραμορφώσεις. Ήδη, στο «From her to Eternity» ο Cave είχε λανσάρει την γνωστή trademark εισαγωγή (I’ m gonna tell you about a girl κλπ.) και την κλασσική εκτέλεση με το πόδι στο μόνιτορ.

 

 

Τα υπόλοιπα κομμάτια του σετ, και πάλι άγνωστα, κυρίως παραμορφωμένα , σπαρακτικά μπλουζ στο στυλ του John Lee Hooker. Για πρώτη φορά το Tupelo (κι οι κεραυνοί του Bargeld), κλείσιμο με την Οδύσσεια του St. Huck.

 

 

 

Στο ανκόρ και πάλι εκπλήξεις. «I put a spell on you», και κυρίως, «Knockin’on Heaven’s door» του Ντύλαν. Η επιλογή του τραγουδιού όσο και η παραλλαγή των στίχων («mama take these pills away») ακούγεται ανησυχητική.

 

 

Στη Μεσογείων ο Blixa, κουλ, περιμένει, ο Adamson φεύγει τρέχοντας ψάχνοντας για αυτοκίνητο. Αργότερα θα μαθαίναμε πως είχε κι αυτός τους προσωπικούς του δαίμονες να μαζέψει.

 

Για κάποιο ανεξήγητο (;) λόγο, οι πιο πολλοί νιώθαμε πλέον μια οικειότητα με τον «Νικ». Στο μυαλό μας, το κλισέ του καταραμένου και αυτοκαταστροφικού underground τζάνκι ροκ ήρωα. Οι γυναίκες έβλεπαν έναν μακρυπόδαρο, μοιραίο και ωραίο ποιητή. Το cult είχε ολοκληρωθεί.

 

Ήταν η τελευταία φορά που ο Cave θα εμφανιζόταν σε τριψήφιο αριθμό θεατών.

Τις επόμενες μέρες, μια κασέτα της συναυλίας μεταδίδεται από το Δεύτερο (νομίζω εκπομπή του Νίκου Πολίτη) και αντιγράφεται μαζικά.

 

Σ.Σ. Τα βίντεο προέρχονται από τη συναυλία του Cave και των Bad Seeds στην Βαρκελώνη, 2 μέρες μετά το ΧΥΜΑ. Τα ρούχα όλων είναι τα ίδια με αυτά της Αθήνας (προφανώς μονοφόρι).

 

 

 *Mην ξεχνάμε και το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τον Cave, The Road to God Knows Where



Το φιλμ παίζεται στην Αθήνα τώρα που μιλάμε. Προβάλλεται και την εβδομάδα 6 - 12 Ιανουαρίου, στην Ταινιοθήκη (Ιεράς Οδού και Μεγ. Αλεξάνδρου, Γκάζι, στάση μετρό Κεραμεικός, τηλ. 210-3609695)

 

*Και το Α' μέρος των ελληνικών '80ς του καλλιτέχνη: Η πρώτη επίσκεψη του Cave στην Αθήνα.