Γράφει ο Βασίλης Κωνσταντόπουλος. 

 

O Nick Cave αποτελεί ένα από τα ελάχιστα Pop icons που άνθισαν στα 80’s και κράτησαν την λάμψη τους στις επόμενες δεκαετίες. Η «ελληνική» του ιστορία ξεκινά τον Σεπτέμβριο του 82…

 

 

Οι Birthday Party στο Ελληνικό το 1982 από εφημερίδες της εποχής

 

 

Η έκρηξη του punk στην Αγγλία, ως συνήθως, είχε φτάσει καθυστερημένη και μισοχωνεμένη στην Ελλάδα. Οι έλληνες ροκάδες είτε παρέμεναν πιστοί στο παλιό καλό ροκ, είτε πάσχιζαν να παρακολουθήσουν τη νέα σκηνή είτε μετεωρίζονταν, από την μια γνωρίζοντας την λάμψη του 60, από την άλλη αναζητώντας μουσικούς που να συγχρονίζονται με την ηλικία τους. Οι πηγές πληροφόρησης μετρημένες. O ΗΧΟΣ, το ΠΟΠ και ΡΟΚ, ο Πετρίδης στις 4 κάθε απόγευμα, κάποιες νέες εκπομπές με τον Ζήλο και τον Πολίτη στο Δεύτερο, για τους πιο ψαγμένους το New Musical Express με έναν καινούριο μεσσία του ροκ εβδομαδιαίως. Ο τύπος σε πλήρη σύγχυση, μπερδεύει το punk, τα νέα ρεύματα, τους φασίστες σκίνχεντς του Oi, χαρακτηρίζοντας συλλήβδην οποιονδήποτε καινούριο ως new wave. Η συναυλία των Police στο κλειστό του Σπόρτινγκ χαρακτηρίζεται βλακωδώς η πρώτη Punk συναυλία στην Ελλάδα.

 

Τον Σεπτέμβρη του 82, οργανώνεται ένα τριήμερο new wave, στο Σπόρτινγκ και πάλι. Θα έρχονταν οι Fall, οι New Order (διάδοχο σχήμα των Joy Division) κι ένα γκρουπ για το οποίο ακούγονταν πολλά και τρομερά, οι Birthday Party (από το ομώνυμο θεατρικό του Πίντερ), ο τραγουδιστής λέει έκανε απιστευτα πράγματα στη σκηνή, τους είχαν διώξει από κλαμπ στις ΗΠΑ κλπ. κλπ. Μέσα σ’όλα, σε συνέντευξη του στον Πετρίδη το απόγευμα, αναφέρει το Famous Blue Raincoat του Cohen ως αγαπημένο του, μαζί με το Unfinished Melody των Righteous Broghters και το Bridge over troubled water των Σάιμον και Γκάρφάνκελ και μας αφήνει όλους ξερούς.

 

Το βράδυ της 20ης Σεπτεμβρίου, μετά τους έλληνες νεοροκάδες Metro Decay, οι Birthday Party ανεβαίνουν στη σκηνή του Σπόρτινγκ. Θα ήταν καμιά 600ρια κόσμος, κυρίως αρσενικά, κάποια πανκιά, κάποιοι γότθοι, μερικές χήρες, κάμποσοι άσχετοι, οι περισσότεροι περίεργοι.

 

Μπασίστας, ένας τύπος στυλ Γιάνκι ωταβαντζή με στέτσον και διχτυωτή μπλούζα, ο Tracy Pew, πέθανε μερικά χρόνια μετά από παθολογικά αίτια. Κιθάρα, ένα σαμιαμίδι με μια γόπα μόνιμα κρεμασμένη στο στόμα, ο Roland s. Howard, πέθανε πέρυσι από συκώτι, αφού συμμετείχε σε διάφορα «αδελφά» των Bad Seeds σχήματα. Στα τύμπανα ένας clean faced γεροδεμένος τύπος, ο μόνος φαινομενικά υγιής εκεί μέσα. Ο Mick Harvey έμελλε να παραμείνει αμετακίνητος σε όλα τα σχήματα του Cave.

 

Και φυσικά ο αναμαλλιασμένος, δαιμονικός, αλαζόνας περφόρμερ, με την σπηλαιώδη φωνή και τις αλά Έλβις κινήσεις της λεκάνης, συν τα ντελιριακά ξεσπάσματα.

 

Τα πρώτα επί σκηνής λόγια του Nick Cave στην Ελλάδα: H-A-M-L-E-T. To Hamlet (Pow, Pow)

 

 

Με τα ποτενσιόμετρα της κονσόλας στο τέρμα, και τις λαμαρίνες του κλειστού του μπάσκετ να συντονίζονται στην παραμορφωμένη κιθάρα, το βαρύ θηριώδες μπάσο και τα διαρκή ουρλιαχτά του τραγουδιστή, ανάθεμα κι αν ακόμα κι αυτοί που ήξεραν τα κομμάτια διέκριναν τι είναι τι. Ο Cave έφτυνε και χτυπιόταν κι έπεφτε και σηκωνόταν, κλωτσούσε τους φαν κάτω από τη σκηνή.

 

I am the King, I am the King από το Junkyard και φαινόταν σαν να το εννοούσε.

 

 

Στο ανκόρ έρχεται κάποιος Φιλ στο σαξόφωνο (αυστραλός φίλος τους, πρόκειται για τον μετέπειτα Foetus), παίζουν δυο κομμάτια των Stooges, η συναυλία καταλήγει με δεκάδες ελληνόπουλα να χτυπιούνται γύρω από τον μανιασμένο περφόρμερ.

 

Όταν όλα ησύχασαν, οι μισοί έβριζαν κι οι άλλοι μισοί κοίταζαν ξεροί, γνωρίζοντας πως κάτι παρόμοιο δεν είχαν ματαδεί. Από την άλλη μέρα οι φήμες οργίασαν, ο Cave πλακώθηκε με τους New Order, ο Cave χάθηκε και περαστικοί τον έβαλαν στο τραίνο, ο Cave δάγκωνε όποιον έβλεπε τίγκα στις αμφεταμίνες κ.ο.κ.

 

Στις επόμενες μέρες πολλοί άρχισαν να ψάχνουν τα 2 άλμπουμ των Birthday Party.

 

Μια κακή σπορά σπάρθηκε…

 

 

-----

 

*Mην ξεχνάμε και το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ για τον Cave, The Road to God Knows Where

 

 

Περισσότερες πληροφορίες γι' αυτό, εδώ