Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Αθηναίος της εβδομάδας: Γιάννης Μαρκόπουλος

Συνθέτης. Γεννήθηκε στην Κρήτη, ζει στου Παπάγου. Στο Λονδίνο κάποτε ο Τζον Λένον τραγούδησε το περιβόητο δικό του τραγούδι «Ζαβαρακατρανέμια».

Είχα γνωρίσει πρώτον απ' όλους τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μου φέρθηκε εκπληκτικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Είχα γνωρίσει πρώτον απ' όλους τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μου φέρθηκε εκπληκτικά... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

Γεννήθηκα στις 18 Μαρτίου του 1939, στην κλινική του Ιερωνυμάκη στο Ηράκλειο. Τώρα η κλινική αυτή έχει γίνει περίφημο Ωδείο, και μάλιστα πάνω από το πιάνο υπάρχει η φωτογραφία μου, εκεί μέσα, δηλαδή, που με γέννησε η μάνα μου. Η οικογένεια των Μαρκόπουλων καταγόταν από την Ιεράπετρα. Εγώ ψηφίζω ακόμη στην Ιεράπετρα. Εκεί μεγάλωσα μέχρι τα 17 μου χρόνια που ήρθα στην Αθήνα. Η γενέτειρά μου χωριζόταν στα δύο: στην Κάτω Μερά και στην Πάνω Μερά. Στην Κάτω ήταν οι πρόσφυγες, οι ψαράδες, ενώ στην Πάνω ήταν η διοίκηση, οι προύχοντες ας πούμε. Έχω άλλα τρία αδέρφια –εγώ είμαι ο μεγαλύτερος– και θυμάμαι ότι μου άρεσε να ακούω τα τραγούδια των λαϊκών ανθρώπων και των βαρκάρηδων της Κάτω Μεράς. Μέχρι σήμερα που είμαι 76 ετών δεν έχω αλλάξει καθόλου.


Ήμασταν αστικό σπίτι. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος και είχε διατελέσει νομάρχης σε πολλά μέρη στην Ελλάδα. Η μητέρα μου έπιανε την κιθάρα και τραγουδούσε. Στην Κατοχή σχετίζονταν με τους Κούνδουρους, τη μεγάλη, γνωστή οικογένεια που μεταφέρθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Ο Νίκος Κούνδουρος είναι μακρινός συγγενής μου, εκτός από συνεργάτης μου, αλλά και αυτός που με παρέλαβε κυριολεκτικά από το πλοίο της γραμμής όταν έφτασα στην πρωτεύουσα.

 

Συνέβη και κάτι φοβερό με τον Τζον Λένον! Παιζόταν στο Roundhouse ένα έργο από το Living Theater σχετικά με στρατιώτες που πήγαιναν σε έναν βωμό για να σκοτωθούν. Ο Λένον βρισκόταν στο κοινό και ήρθε στα παρασκήνια, όπου τραγουδήσαμε το «Ζαβαρακατρανέμια» μαζί!


Ο Σεφέρης λέει ότι έχουν πολύ λίγο φως τα παιδικά μας χρόνια κι έχει δίκιο! Για μένα ο Σεφέρης είναι τόσο σημαντικός όσο και ο Αναξίμανδρος, σημαντικότερος δε και από τον Έλιοτ, με όλο αυτό το στοιχείο της οικουμενικότητας που τον χαρακτηρίζει. Ως παιδιά παίζαμε κλεφτοπόλεμο – αυτά είναι τα κακά που προέρχονται από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα έλεγα ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι εντυπωμένος στη μνήμη μου και τους συνειρμούς μου. Παρ' όλα αυτά, υπήρχε ένα κρητικό πνεύμα. Δεν ήταν ο κεντρώος, ο δεξιός ή ο αριστερός, υπήρχαν ιδεολογικές διαφορές, αλλά όχι ιδεολογικοί πόλεμοι και όλοι ήταν προσανατολισμένοι στον αγώνα κατά των Γερμανών.


Ένας εφιάλτης με κυνηγούσε από μωρό παιδί. Η μάνα μου έλεγε πως ξύπναγα σε ηλικία έξι και εφτά ετών, φωνάζοντας «Μη σκοτωθεί κανείς»! Αυτό οφειλόταν στις νάρκες, τις σπαρμένες στις ακτές της Ιεράπετρας, με τον φόβο μιας νέας γερμανικής απόβασης. Κάθε τόσο ακούγαμε ένα «μπαμ» και κάποιος ανατιναζόταν! Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμη με ταράζει ο εφιάλτης αυτός.

 

Επέλεγα τους ερμηνευτές μου μέχρι εκεί που μπορούσα κι όποτε παρενέβαινε η εταιρεία, απλώς έφευγα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Επέλεγα τους ερμηνευτές μου μέχρι εκεί που μπορούσα κι όποτε παρενέβαινε η εταιρεία, απλώς έφευγα... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Απ' την άλλη, όμως, ας θυμηθώ και τα ωραία: Ένα από τα πρώτα μου τραγούδια, που αργότερα του έβαλε στίχους ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, ήταν το «Πέρα από τη θάλασσα». Απέναντί μας υπήρχε η Αίγυπτος, μαζί με την αίσθηση αυτής της πολιτιστικής έκρηξης της Αλεξάνδρειας, όπου λέγαμε να πάμε όλοι και να ενσωματωθούμε εκεί πέρα, να γίνουμε κι εμείς μέρος της!


Το «Όχι, δεν πρέπει» με τον Θέμη Ανδρεάδη και τη Λίλη Χριστοδούλου είναι ένα άλλο τραγούδι μου που μέχρι σήμερα αποσπά κριτικές από το εξωτερικό για τη διαχρονικότητά του. Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός μου είχε γνωρίσει τον Γιώργο Χρονά στον Πειραιά –παιδί ήταν τότε–, ο οποίος μου έδωσε τέσσερις σελίδες γραπτό κι εγώ απομόνωσα τους συγκεκριμένους στίχους. Για μένα ο Χρονάς και ο Γιώργος Βολουδάκης, που στο τελευταίο μου άλμπουμ, το «Εντεύθεν», υπάρχουν στίχοι του, είναι οι σημαντικότεροι σύγχρονοι ποιητές. Το «Όχι, δεν πρέπει» το χρησιμοποίησε αργότερα και ο Ζιλ Ντασέν σε μια ταινία του, όπου εγώ έπαιζα πιάνο και τραγουδούσαν η Μελίνα με τον Παπαμιχαήλ. Κάτι που λέω για πρώτη φορά είναι πως σε όλα τα τραγούδια του «Εντεύθεν» υπάρχει το ρήμα «θέλω» σε πολυμορφία: θέλω, δεν θέλω, θα ήθελα, ήθελα κ.ο.κ.

 

Το μόνο που με ενδιαφέρει πολιτικά είναι να γίνουν σήμερα έστω κάποιες μικρές σοβαρές κινήσεις. Πείτε μου μια θέση όπου να είναι κάποιος άξιος. Κανένας!


Οι μουσικές μου σπουδές ξεκινούν στα έντεκά μου χρόνια, όταν ο αδερφός του πατέρα μου γίνεται δήμαρχος. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να φτιάξει μια μπάντα. Παραγγέλνει τα όργανα, έρχεται κι ένας καλός δάσκαλος, ο Σερέπετσης, ωραίος, αριστερός, μαθητής του Καλομοίρη και του Κωνσταντινίδη, μα δεν πάτησε κανένας! Πιάνουν τον πατέρα μου και του λένε «Στείλε τον Γιαννάκη να μάθει κάνα όργανο, γιατί όλοι στην Κάτω Μερά φοβούνται μην πάθουν πνευμονία, καθώς θα φυσάνε τα όργανα». Πήγα, λοιπόν, ως μέλος μιας τεράστιας, αγαπημένης συμμορίας νεαρών που κοιτάζαμε να κάνουμε δύο κινήσεις: πρώτον, να παίζουμε πόλεμο με την Κάτω Μερά, αλλά ταυτόχρονα να παίζουμε και να βρίσκουμε τραγούδια δικά μας, και δεύτερον, και σημαντικότερο, να βοηθάμε τους γέρους. Στη Φιλαρμονική έκατσα μέχρι τα 16-17 μου, μαθαίνοντας κλαρίνο και βιολί. Ο Σερέπετσης κατάλαβε την κλίση μου, όταν στα 12 μου έφτιαξα τη μελωδία από τα μετέπειτα «Μαλαματένια λόγια», θέλοντας να γράψω κάλαντα! Είχα γράψει και στίχους: «Κι εσύ, Χριστέ μου, τώρα θα ανασάνεις που εγεννήθηκες πολύ μικρός...». Όταν αργότερα έγινε ο κύκλος «Θητεία», ο Μάνος Ελευθερίου μου έδωσε περίπου πενήντα κείμενα, απ' τα οποία έπρεπε να επιλέξω τα εννέα για να γίνει ένας θεματικός άξονας. Να πω εδώ ότι το κλάμα μωρού που ακούγεται στην έναρξη του δίσκου, στα «Λόγια και τα χρόνια τα χαμένα», ανήκει στην ανιψιά μου, η οποία είναι 46 ετών σήμερα (γέλια). Δεν χρειάστηκε να κάνουμε τίποτα ιδιαίτερο, πήγαμε πρωί πάνω από την κούνια της και την ηχογραφήσαμε! Το σίγουρο, πάντως, είναι πως μέχρι τα 17 μου είχα γράψει τουλάχιστον δεκαπέντε πράγματα, που μετεξελίχθηκαν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια.


Ένα είδος μέντορα για μένα ήταν ο Κοντοπόδης, που δεν είναι εν ζωή και που είχε πολιτευθεί με το ΠΑΣΟΚ κάποτε. Μας έπαιρνε μια μεγάλη παρέα, κάναμε βόλτες και συζητούσαμε. Καθοριστική ήταν και η σχέση μου με τον μουσικολόγο Γιώργο Αμαργιανάκη. Έφυγε από αρρώστια το 2003. Από μικρά παιδιά είχαμε συμφωνήσει να είμαι εγώ ο συνθέτης κι εκείνος ο μουσικολόγος.


Το 1956 που ήρθα στην Αθήνα με παρέλαβε, όπως σας είπα, ο Νίκος Κούνδουρος. Συνεργαστήκαμε πρώτη φορά το '63 στις Μικρές Αφροδίτες του, αλλά μουσική για κινηματογράφο έγραφα από πριν. Συγκεκριμένα, για δύο ντοκιμαντέρ του Φίνου, αλλά και για ένα άλλο, πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ που έκαναν Εγγλέζοι στη χώρα μας, με τίτλο Πέτρος ο Πελεκάνος.


Το πρώτο πράγμα που ήθελα να δω στην Αθήνα ήταν η Ακρόπολη. Με παίρνει ο θείος μου, που είχε μεγάλη θέση τότε, γενικός διευθυντής του υπουργείου Παιδείας, και με πηγαίνει στο Σύνταγμα, στου Μπακάκου. Εκεί, βρίσκομαι να συνομιλώ σε εφηβική ηλικία με τον Παπανούτσο: «Νεαρέ, τι κάνεις;». «Θέλω να σπουδάσω μουσική». «Μην τον ακούτε», πεταγόταν ο θείος μου, «θα μπει στη Νομική». Πήγα τελικά στην Πάντειο, μου άρεσε και η τοποθεσία της κοντά στην Ακρόπολη, σπούδασα για δυο-τρία χρόνια, αλλά πτυχίο δεν πήρα. Με απορρόφησε το Ωδείο Αθηνών, οι σπουδές μου στη μουσική, όπως και η φιλοσοφία, που τη σπούδασα πολύ. Ήμουν μαθητής του Γεώργιου Σκλάβου, αυτού του σπουδαίου μουσουργού. Τα έγραψε πολύ ωραία ο Γεωργουσόπουλος με τον τρόπο του: «Ήρθε από την Κρήτη και σπούδασε μουσική ένα ξανθό αγόρι με το ταλέντο του και το περιποιήθηκαν στο Ωδείο Αθηνών» κ.λπ. (γέλια).

 

Επιστροφή στις Ρίζες σημαίνει σχεδιασμός του Μέλλοντος και επιστροφή στο Αιώνιο, το Αληθινό. Είναι η αρχέγονη μουσική, μπολιασμένη με σύγχρονες αληθινές πληροφορίες, αλλά δουλεμένες... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Επιστροφή στις Ρίζες σημαίνει σχεδιασμός του Μέλλοντος και επιστροφή στο Αιώνιο, το Αληθινό. Είναι η αρχέγονη μουσική, μπολιασμένη με σύγχρονες αληθινές πληροφορίες, αλλά δουλεμένες... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO


Για τη δισκογραφία κινήθηκε το ενδιαφέρον μου πάλι από μικρό παιδί. Στην Ιεράπετρα, κοντά στο σπίτι μας, υπήρχε μια λίμνη όπου τις νύχτες οι βάτραχοι έστηναν χορό με τις φωνές τους. Συγκλονιζόμουν απ' το ακρόαμα κι η μάνα μου νόμιζε πως έπρεπε να με δει γιατρός. Εγώ, όμως, ευχόμουν να γινόταν ένας δίσκος με όλο αυτό, ώστε να εμπνέονταν οι συνθέτες μας από την ίδια τη φύση. Στην Ιεράπετρα, επίσης, είχε έρθει ο Τζάσα Χάιβετζ, αυτός ο μέγιστος βιολιστής, κι έπαιξε το Κονσέρτο σε Λα Ματζόρε του Μότσαρτ σε ζωντανή μετάδοση από το ραδιόφωνο. Άκουσα το κονσέρτο αυτό από ένα ραδιόφωνο που υπήρχε στημένο σε ανοιχτό μαγαζί της αγοράς. Γυρίζω σπίτι και κατευθείαν λιποθυμάω! Τρέχει η μάνα μου: «Τι έπαθε το παιδί, τι του κάνανε, τι άκουσε;», αλλά τελικά ανακάλυψαν τι είχα ακούσει, και μάλιστα μου το αγόρασαν σε δίσκο από το Ηράκλειο (γέλια).


Σπούδασα στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Σκλάβο. Εκείνα τα χρόνια γνώρισα τον Οδυσσέα Ελύτη και εντάχθηκα σε έναν κύκλο διανοουμένων, μουσικών, κινηματογραφιστών και θεατρανθρώπων. Στη στρατιωτική μου θητεία, στο Ενόπλων Δυνάμεων, συναντήθηκα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, τον Θύμιο Καρακατσάνη και όλη αυτήν τη σπουδαία παρέα.


Ο πρώτος μου δίσκος, εκτός εμπορίου, περιείχε τρία κομμάτια μου για βιολοντσέλο και πιάνο σε ηλικία 17 ετών, όταν ήρθα στην Αθήνα. Τον έχω ακόμα, ένας μεγάλος δίσκος είναι, η μήτρα που λέμε. Αν και είχα γράψει πολλά τραγούδια που μετά έγιναν επιτυχίες, δεν μπόρεσα να προσχωρήσω αμέσως στην Columbia. Είχα γνωρίσει πρώτον απ' όλους τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος μου φέρθηκε εκπληκτικά. Βέβαια, είχα και τον Κούνδουρο, που ήταν κολλητοί με τον Χατζιδάκι. Μετά ήρθε ο Θεοδωράκης και κάναμε λίγα πράγματα, αλλά στη συνέχεια με στενοχώρησε πολύ. Παρέα ήμασταν τότε με τον Λεοντή και τον Λοΐζο. Από τον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής πέρασα για λίγους μήνες, καθώς είχα διαφορετική αντίληψη για το τραγούδι. Εκτιμούσα πολύ τον συνθέτη Αργύρη Κουνάδη και απ' αυτόν γνώρισα και τον Ξενάκη.


Στο Λονδίνο έμενα σε ένα σπίτι που μου είχε παραχωρήσει ο Κωνσταντινίδης, ο φίλος του Λοΐζου. Αυτός ήταν και πολύ φίλος με τον μίμο και χορογράφο, τον Μαρσέλ Μαρσό. Γίνονταν σπουδαία πράγματα τότε. Όταν ανέβηκε στο Λονδίνο η Μάρω, η γυναίκα του Λοΐζου, σηκώθηκα κι έφυγα και πήγα κι έμεινα σπίτι του σκηνοθέτη, του Μίνου Βολανάκη. Θυμάμαι και τη Μαρίζα Κωχ που ήθελε να παντρευτεί έναν ξένο, Εγγλέζο, και μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά Έλληνες αντιχουντικοί και την παντρέψαμε με το «Ζαβαρακατρανέμια» (γέλια). Ήταν όμως στον αέρα αυτός ο γάμος και, τελικά, σαν να μην έγινε ποτέ. Στο Λονδίνο έμεινα συνολικά τρία-τέσσερα χρόνια, αλλά κατά καιρούς πηγαινοερχόμουν.


Όταν έγραψα το «Ζαβαρακατρανέμια», ο σκηνοθέτης Γιώργος Κοσμάτος μου είχε προτείνει να το τραγουδήσει η Μούσχουρη. Εγώ πάλι έλεγα να βρούμε μια άλλη κοπέλα κι έτσι έφτασε να ηχογραφηθεί με τη φωνή της Φαραντούρη. Το κλίμα του ροκ και του χιπισμού στο Λονδίνο με είχε συνεπάρει. Συνέβη και κάτι φοβερό με τον Τζον Λένον! Παιζόταν στο Roundhouse ένα έργο από το Living Theater σχετικά με στρατιώτες που πήγαιναν σε έναν βωμό για να σκοτωθούν. Αυτό κρατούσε μιάμιση ώρα, επρόκειτο για κάτι εκπληκτικά δοσμένο! Ο Λένον βρισκόταν στο κοινό και ήρθε στα παρασκήνια, όπου τραγουδήσαμε το «Ζαβαρακατρανέμια» μαζί!

 

Είχα την τύχη να πουν τα τραγούδια μου οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγουδιστές: η Μοσχολιού, η Αλεξίου, ο Νταλάρας, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Κώστας Χατζής, ο Καζαντζίδης, η Βασιλική Λαβίνα, αλλά και οι δικές μου «ανακαλύψεις», ο Ξυλούρης, ο Γαργανουράκης, όπως και η Μαρία Δημητριάδη.


Ο ηλεκτρικός ροκ ήχος υπάρχει σε κάποια, όχι σε όλα τα κομμάτια μου. Κι όταν υπάρχει, είναι μαζί με το σαντούρι και τη λύρα. Δεν επρόκειτο για ενορχηστρωτική πρόταση αλλά για την ευρύτερη μουσική φιλοσοφία μου. Κοιτάξτε, θεωρώ ότι η Αμερική είναι φίλη. Και ούτε τη δικτατορία μας την έφερε η Αμερική, μόνοι μας τη φέραμε. Το λέω εγώ που δήλωνα παλιότερα πως «η ηλεκτρική κιθάρα ήρθε από τη χώρα της ηλεκτρικής καρέκλας», έχοντας ταυτόχρονα εκτίμηση σε πολλούς Αμερικανούς συνθέτες. Ένα άλλο στοιχείο που με συνδέει πολύ με την Αμερική είναι κι αυτό της ομογένειας. Γενικά, πιστεύω πως η Αμερική θα εξακολουθεί να υπάρχει πάντα και ως «διοίκηση». Έχω την επιθυμία να παρουσιάσω τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού σε πανεπιστήμια της Αμερικής. Έχετε αναλογιστεί ποτέ το κοινό που έχουν το Μεσολόγγι με το Άλαμο; Είναι οι δύο πόλεις που κατά τον 19ο αιώνα πολιορκήθηκαν με τρόπο αφάνταστα σκληρό! Οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» απασχόλησαν δεκάξι χρόνια από τη ζωή μου, αλλά τελειοποιήθηκαν σχετικά γρήγορα, έχοντας δίπλα μου τον Πολίτη και άλλους σημαντικούς συνοδοιπόρους. Παρουσιάστηκαν, δε, για πρώτη φορά στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, μ' εμένα στο πιάνο, όπου γνώρισαν την αποδοχή του νεαρού φοιτητόκοσμου.


Τα λίγα χρόνια στην Αγγλία με διαμόρφωσαν πολιτικά κατά έναν δικό μου τρόπο. Ενόσω άλλοι συνάδελφοί μου έλεγαν «Μην πάτε στην Ελλάδα, γιατί έχουμε χούντα και η χούντα θα πέσει μόνο αν καταστραφεί ο τουρισμός τους», εγώ έλεγα πως «μια χούντα θα πέσει μόνο αν πας στη χώρα σου και την πολεμήσεις εκ των έσω». Έπειτα, μην ξεχνάμε πως όλη η κατάσταση με το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα είχε ξεκινήσει από εκείνη τη συναυλία μου στο Σπόρτινγκ. Όλο το παραλείπουν αυτό, διότι –ξέρετε– ο άνθρωπος που σας μιλάει δεν είναι εγγεγραμμένος σε κανένα κόμμα. Ένιωθα πάντα ότι ο Μαρξ ήτανε υποσημειώσεις του Πλάτωνα και το δεύτερο και σημαντικότερο είναι πως όλα αυτά τα προγράμματα της Αριστεράς δεν τηρούνται. Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα είχαμε κάτι να πούμε, ότι είναι καλά ή κακά κ.λπ. Όταν με είχε καλέσει για συναυλίες ο Χαρίλαος Φλωράκης κι έπαιζα τα τραγούδια μου με τον Νταλάρα, λόγου χάριν, του είχα πει πως με κάλεσαν επίσης η ΟΝΝΕΔ και το ΠΑΣΟΚ και δεν μπορούσα να αρνηθώ. «Να δεις πως δεν θα σου τα τραγουδήσει ο κόσμος, όπως εδώ» μου 'χε πει ο Φλωράκης. Αποκαλύφθηκε το ακριβώς αντίθετο (γέλια). Ποτέ δεν μπλέχτηκα με κόμματα, κάποτε που με πλησίασε ο Μητσοτάκης, που γνωριζόμασταν λόγω Κρήτης, του είπα «Ας τα βρείτε όλοι μαζί για να πάει καλά η Ελλάδα». Αυτό, τίποτε άλλο! Και προτάσεις για βουλευτής είχα, τις οποίες απέρριψα αποδεχόμενος το κόστος της επιλογής μου, αλλά τουλάχιστον μπορώ να αναπνέω ελεύθερα. Το μόνο που με ενδιαφέρει πολιτικά είναι να γίνουν σήμερα έστω κάποιες μικρές σοβαρές κινήσεις. Πείτε μου μια θέση όπου να είναι κάποιος άξιος. Κανένας!


Επιστροφή στις Ρίζες σημαίνει σχεδιασμός του Μέλλοντος και επιστροφή στο Αιώνιο, το Αληθινό. Είναι η αρχέγονη μουσική, μπολιασμένη με σύγχρονες αληθινές πληροφορίες, αλλά δουλεμένες. Αυτή είναι η βάση και από κει και πέρα πρέπει να υπάρχουν το ταλέντο και ο χαρακτήρας. Η Ορθοδοξία, ξέρετε, έχει ένα προσόν: για να γίνεις παπάς, πρέπει να φωνάξουν οι άλλοι «Άξιος». Αν βρεθεί ένας να φωνάξει «Ανάξιος», δεν γίνεσαι. Ας θυμηθούμε ότι στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν σκλάβοι, αλλά το μοναδικό μέρος όπου δεν είχες δικαίωμα να αφαιρέσεις τη ζωή ενός σκλάβου, ούτε καν να τον κρίνεις, ήταν η Αθήνα. Μεγάλη υπόθεση αυτό. Μπορεί να μοιάζει λεπτομέρεια, αλλά είναι σημαντικό για έναν κόσμο με τόσο έντονο αντιευρωπαϊσμό τελευταία. Σε μια πρόσφατη τηλεοπτική μου συνέντευξη δήλωσα: «Δεν είπα να φύγουμε από την Ευρώπη, αλλά ούτε από την Αφρική, ούτε από την Ασία».


Σε όλη μου τη ζωή δεν μελοποίησα αλλά προσέγγισα τους ποιητές. Θεωρώ το τραγούδι και τη μουσική αυτόνομες τέχνες, αυθύπαρκτες. Ο πατέρας μου είχε γνωρίσει τον Σεφέρη στην Αλεξάνδρεια, όταν έγιναν οι δύο περίφημες διαλέξεις του για τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο. Πολλοί είπαν τότε ότι κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να αντικρούσει τον Καβάφη, που δεν είχε γράψει ούτε μια αράδα για το '21. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Σεφέρης θεωρούσε τον Μακρυγιάννη έναν αμόρφωτο άνθρωπο και συγγραφέα. Τα πρώτα μου τραγούδια ελάχιστοι ξέρουν ότι ήταν σε στίχους του Παπαδιαμάντη. Ήμουν ο πρώτος ακόμη που προσέγγισα τον Σεφέρη, καθ' υπόδειξιν μάλιστα του πατέρα μου, φεύγοντας από την Κρήτη για την Αθήνα. Ο τίτλος «Ο Στράτης ο Θαλασσινός και άλλα τραγούδια» έχει πηγή έμπνευσης το «Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός και άλλα παραμύθια»! Στην Αθήνα προσέγγισα τον Ελύτη, τον Μιχάλη Κατσαρό, τον Χρονά, τον Ελευθερίου.


Είχα την τύχη να πουν τα τραγούδια μου οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγουδιστές: η Μοσχολιού, η Αλεξίου, ο Νταλάρας, ο Λάκης Χαλκιάς, ο Κώστας Χατζής, ο Καζαντζίδης, η Βασιλική Λαβίνα, αλλά και οι δικές μου «ανακαλύψεις», ο Ξυλούρης, ο Γαργανουράκης, όπως και η Μαρία Δημητριάδη. Επέλεγα τους ερμηνευτές μου μέχρι εκεί που μπορούσα κι όποτε παρενέβαινε η εταιρεία, απλώς έφευγα. Τον Γιώργο Νταλάρα, ας πούμε, δεν μου τον επέβαλε ο Μάτσας. Ο Γιώργος ήρθε σ' εμένα κι εγώ πήγα σ' αυτόν. Επρόκειτο, μάλιστα, να τραγουδήσει στο «Χρονικό» με τη Δημητριάδη, αλλά εγώ ήθελα για εκείνα τα τραγούδια τον Ξυλούρη. Πάντα με ενδιέφεραν οι καινούργιες φωνές, γι' αυτό και συνεργαζόμουν με νέους ανθρώπους που έρχονταν να δουλέψουν μαζί μου, από τη Μέμη Σπυράτου μέχρι τον Παύλο Σιδηρόπουλο ή τη Γιούλη Τσίρου, που είχε τραγουδήσει στο «Σεργιάνι στον κόσμο» με τον Νταλάρα. Στη «Λήδρα» επίσης περιστοιχιζόμουν από καινούργια πρόσωπα. Για ένα φεγγάρι είχα πιανίστα τη Λένα Πλάτωνος, που μετά έγινε καλή συνθέτρια. Ίσως, δε, γνωρίζετε πως η Μαρία Κάλλας προτίθετο να τραγουδήσει τον κύκλο «Ο Στράτης ο Θαλασσινός και άλλα τραγούδια» κι εγώ αρνήθηκα, γιατί πάλι ήθελα να τα πει ο Ξυλούρης. Είχαν φτάσει τα τραγούδια στα χέρια της από κασέτα εν μέσω χούντας και είπε το περίφημο «Έχασα, αλλά έχασε κι αυτός»! Με την ίδια παρτιτούρα, το ίδιο έργο τραγούδησε πριν από μερικά χρόνια η Κελεσίδου, η μεγάλη διεθνής μας σοπράνο.


Για τρία χρόνια ήμουν καλλιτεχνικός διευθυντής στον Δήμο Αμαρουσίου. Ήμουν κάπως διαφορετικός από τους άλλους καλλιτεχνικούς διευθυντές, θα μου επιτρέψετε να πω. Οραματίστηκα κάτι σαν το Ηρώδειο, όπου θα έρχονταν οι άνθρωποι από την Κηφισιά και τα κάπως απομονωμένα βόρεια προάστια. Στο πλαίσιο εκδηλώσεων έκανα και έναν διαγωνισμό για να βγουν νέοι τραγουδιστές, αλλά και νέοι πιανίστες, καθώς και νέοι λυράρηδες και κλαρινίστες. Εκεί συμμετείχε και η Νατάσσα Μποφίλιου. Όταν την άκουσα, πήγα και της είπα: «Είσαι η μεγαλύτερη φωνή που έχω ακούσει τα τελευταία πέντε χρόνια». Σήμερα εξακολουθώ να τη θεωρώ τη μεγαλύτερη γυναικεία φωνή, μορφωμένη ως καλλιτέχνιδα, εξαιρετική ως άνθρωπο. Θεωρώ και τον Βασιλικό πάρα πολύ καλό και ευαίσθητο τραγουδιστή. Όπως τότε αποδόθηκε το «Χρονικό» από τους Μαρία Δημητριάδη - Νίκο Ξυλούρη, έτσι και σήμερα θα αποδοθεί από τους Νατάσσα Μποφίλιου - Βασιλικό!

 

Ιnfo: Ο νέος δίσκος του Γιάννη Μαρκόπουλου με τίτλο ''Εντεύθεν'' κυκλοφορεί από την People Entertainment Group.

Σπούδασε κινηματογράφο και δημοσιογραφία στην Αθήνα. Από το 1999 κείμενα του δημοσιεύονται στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Περισσότερες από 300 συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ραδιοφωνικός παραγωγός στο διαδικτυακό ΜεταΔεύτερο. Επιμελείται δισκογραφικές παραγωγές. Σκηνοθέτης των βραβευμένων ντοκιμαντέρ ''Φλέρυ - Τρελή του φεγγαριού'' (2002), ''Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ'' (2006) και ''Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου'' (2012)
1 σχόλιο
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar
Ανώνυμος/η 7.9.2015 | 12:57
Απολαυστικό κείμενο.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

VIDEOS/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ