Ένας από τους πιο διάσημους μίζερους τσιγκούνηδες του βιβλίου γεννήθηκε κάποια Χριστούγεννα. Ο Σκρουτζ της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του Τσαρλς Ντίκενς δεν αγαπάει κανέναν, βασανίζει τον υπάλληλό του, έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του, αδιαφορεί για τη φτώχια που τον περιβάλλει και περνάει τη ζωή του ολομόναχος παρέα με τα λεφτά του. Κάποια νύχτα θα δεχτεί επίσκεψη από το πνεύμα των Χριστουγέννων το οποίο θα του δείξει το μέλλον του – και δε θα του αρέσει καθόλου.

Σίγουρα θα ξέρετε την ιστορία, τώρα είναι η ώρα να τη διαβάσετε. Ίσως είναι λίγο απλή, λίγο παιδική, αλλά είναι και πολύ ατμοσφαιρική και αισιόδοξη και θέλεις δε θέλεις, στο τέλος, αναρωτιέσαι αν τελικά προσφέρεις όσα μπορείς στους γύρω σου ή μήπως σπαταλάς το χρόνο που σου απομένει γκρινιάζοντας. Είναι η εποχή που ξεκινούν οι νέες υποσχέσεις. Φέτος, βγάλτε τη δίαιτα από τα σχέδιά σας και βάλτε την αγάπη. Και αυτή αδυνατίζει!

 

Τα πολλά πρόσωπα του Σκρουτζ

Πάνω από εκατό ηθοποιοί έχουν υποδυθεί τον μισητό χαρακτήρα χωρίς ψυχή. Ακολουθούν μερικοί πραγματικοί και μερικοί φανταστικοί:

 

Ο τότε 34 χρονος Finney, o πιο νέος Σκρουτζ που έχει εμφανιστεί ποτέ

 

Ο Alastair Sim, 1951

 

Ο Reginald Owen, 1938

 

Mr Magoo, 1962

 

Σκρουτζ Μακ Ντακ, 1983

 

Kelsey Grammer, 2004

 

Η ιστορία πίσω από την ιστορία

H αγαπημένη χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς γεννήθηκε από την δυσχερή οικονομική κατάσταση του συγγραφέα. Το φθινόπωρο του 1843 η γυναίκα του, Κέιτ, ήταν έγκυος στο πέμπτο τους παιδί. Οι νέες ανάγκες της οικογένειας, το μεγάλο στεγαστικό δάνειο που είχε πάρει για το σπίτι στο Devonshire και οι κακές αποδόσεις των μετοχών του τον έκαναν να χρειάζεται απεγνωσμένα νέα έσοδα.

Ο σπόρος της πλοκής που έγινε «μια χριστουγεννιάτικη ιστορία» άνθισε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού που έκανε ο Τσαρλς Ντίκενς στο Μάντσεστερ προκειμένου να παρουσιάσει το Athenaeum, μια οργάνωση η οποία παρείχε μόρφωση σε ενήλικους εργάτες. Όσο η ιδέα διαμορφωνόταν και το γράψιμο έγινε σοβαρή υπόθεση, ο Ντίκενς απορροφήθηκε από το βιβλίο. Όσο έγραφε «έκλαιγε και γελούσε, και έκλαιγε ξανά» και «περπατούσε στους σκοτεινούς δρόμους του Λονδίνου για πολλά χιλιόμετρα όταν όλοι οι νηφάλιοι πολίτες είχαν πάει προ πολλού για ύπνο».

 

 

Λόγω διαφωνιών με τον εκδοτικό του οίκο του ο Ντίκενς αποφάσισε να καλύψει μόνος του τα έξοδα με πολυτελή έκδοση, χρυσαφί τίτλο και τέσσερις εικόνες χρωματισμένες στο χέρι. Επίσης όρισε την τιμή στα 5 σελίνια έτσι ώστε να είναι το βιβλίο προσβάσιμο σε σχεδόν όλους.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε την εβδομάδα πριν τα Χριστούγέννα του 1843 και έγινε άμεση επιτυχία, όμως αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αντιγραφή του με τον Ντίκενς να ξοδεύει περισσότερα λεφτά στα δικαστήρια με τις πειρατικές εκδόσεις. Όμως οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν και η επιτυχία ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Η ιστορία εξακολουθεί να είναι δημοφιλής και σήμερα λόγω των εκατοντάδων παραλλαγών και αναδημοσιεύσεων, στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στη μουσική.