Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »

Το κοινωνικό-ιστορικό κατα τον Κορνήλιο Καστοριάδη

Από τον Γιώργο Οικονόμου

Από τον Γιώργο Οικονόμου

 

 

 

Μία βασική κριτική του Κ. Καστοριάδη κατά της παραδοσιακής σκέψεως, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον Ηegel, τον Μarx και τον Heidegger, είναι ότι αυτή συνεκάλυψε το νόημα της κοινωνίας και της ιστορίας, τον ιδιαίτερο τρόπο τού είναι τους. Κατά συνέπεια, άμεσoς στόχος του και κεντρική μέριμνά του είναι η αποδέσμευση των εννοιών της κοινωνίας και της ιστορίας από την οντολογία και την λογική της «κληρονομημένης ελληνοδυτικής παραδόσεως». H διαύγαση των εννοιών της κοινωνίας και της ιστορίας και η κατανόησή τους είναι ζήτημα σημαντικό όχι μόνο από κοινωνιολογική και φιλοσοφική άποψη αλλά και από πολιτική, διότι αφορά την καταγωγή των θεσμών και τη δημιουργία τους, δηλαδή τη θέσμιση, την πολιτική και την αυτονομία. Αυτό είναι εμφανές στο σημαντικό έργο του H Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1) (1975), στο οποίο διερευνά, μεταξύ άλλων, τα ερωτήματα: τι είναι αυτονομία, τι είναι κοινωνική-ιστορική πραγματικότητα, πώς αυτή δημιουργείται (πώς θεσμίζεται), ποιος είναι ο ρόλος του ανθρωπίνου πράττειν και από τι εξαρτάται αυτό το πράττειν.

 

Το φαντασιακό, κατά τον Κ. Καστοριάδη, είναι το κύριο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας και συνιστά την ιστορία ως τέτοια. Η ανθρώπινη δημιουργία δεν καθορίζεται από ορθολογικές διαδικασίες, δεν προ-καθορίζεται από τον λόγο, αλλά είναι δημιουργία φαντασιακή, ακαθόριστη, μη προκαθορίσιμη, μη καθορίσιμη a priori ορθολογικώς, μη αναγώγιμη, μη υποκείμενη στα σχήματα της αιτιότητας, της λογικής συνεπαγωγής και της τελεολογίας

 

Η αυτονομία, που είναι μία από τις βασικές αναπτύξεις του Κ. Καστοριάδη στο έργο αυτό, εξετάζεται στο κεφάλαιο ΙΙ (Θεωρία και επαναστατικό πρόταγμα), όπου αναλύονται οι ιστορικές, κοινωνικές και υποκειμενικές ρίζες του προτάγματος της αυτονομίας. Στα επόμενα κεφάλαια (ΙΙΙ-VII), επιχειρείται η ανάλυση εννοιών που έχουν κεντρική σημασία στη σκέψη του, όπως ο θεσμός και η θέσμιση, το συμβολικό και το φαντασιακό, το κοινωνικο-ιστορικό, το λέγειν και το τεύχειν, η συνολιστική-ταυτιστική λογική, ο εκκοινωνισμός του ατόμου, το ασυνείδητο, η μετουσίωση, η γλώσσα και οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Στα κεφάλαια αυτά η πολιτική θεωρία, υποχωρεί προς όφελος της φιλοσοφικής κριτικής και αναλύσεως, προς όφελος της κοινωνιολογίας, της ψυχαναλύσεως, της γλωσσολογίας, της εθνολογίας, ακόμη και των μαθηματικών, ενώ δεν γίνεται καμιά νύξη για την αυτονομία. Μόνο στο τέλος του βιβλίου, και μάλιστα στις τελευταίες σελίδες του κεφ. VII, επανέρχεται, και κλείνει με αυτήν. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στόχος στα πέντε αυτά κεφάλαια είναι να αναλυθούν με επιχειρήματα οι απαραίτητες καινούργιες έννοιες, που πλαισιώνουν και στηρίζουν την αυτονομία.

 

Η κριτική στην κληρονομημένη σκέψη

Στο πλαίσιο αυτό o K. Kαστοριάδης θεωρεί ότι η διαύγαση των αντιλήψεων για την κοινωνία και την ιστορία αποτελεί κεντρικό ζήτημα, γι' αυτό συζητά και καταρρίπτει τις απαντήσεις που έδωσαν οι στοχαστές, από την αρχαία εποχή έως την σύγχρονη, πράγμα το οποίο συνεχίζεται και στα μετέπειτα έργα του. Αναδεικνύει έτσι ένα βασικό χαρακτηριστικό «οροθέσιο» της κληρονομημένης σκέψης, που αφορά στο ζήτημα της ιστορίας και της κοινωνίας. Η κληρονομημένη σκέψη δεν κατάφερε να εξετάσει την κοινωνία και την ιστορία καθ' αυτές και ως μη αναγώγιμες σε κάτι που είναι «γνωστό» από αλλού, αλλά τις συσχέτισε πάντοτε με κάτι άλλο έξω από τον εαυτό τους (φύσιν, θεό, ιδέα, ratio, δομή). Έτσι τις συνάρτησε με κάποιο τέλος ή κάποια νόρμα, τις θεώρησε ως ενταγμένες στην θεία οικονομία της δημιουργίας ή στην άπειρη ζωή της ratio. τις θεώρησε ως δυνατότητες που θα ευνοούσαν ή θα εμπόδιζαν την τελείωση του ανθρώπου ως ηθικού υποκειμένου ή ακόμη τις εξέλαβε ως έσχατη μεταμόρφωση ή εκδίπλωση της φύσεως. Συνέπεια αυτών των θεωρήσεων ήταν ότι η κληρονομημένη σκέψη αλλοίωσε τον χαρακτήρα της κοινωνικής θέσμισης και του ανθρωπίνου πράττειν: θεώρησε το πράττειν μόνο υπό ορισμένες εκφάνσεις του, την ηθική και την τεχνική, και το υπέταξε σε αυτούς τους επί μέρους καθορισμούς του, αλλοιώνοντας έτσι τον ιδιαίτερο τρόπο τού είναι του.(2)


Συλλαμβάνει δηλαδή το είναι ως προ-ορισμένο και καλώς ορισμένο, και αυτή την γνώση εγγυάται η «θεωρία». Ετσι όμως η κληρονομημένη σκέψη είναι υποδουλωμένη στη θεωρία, σε έναν θεωρητικισμό (speculation), που κατάγεται από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και επηρεάζει εφεξής τους μεταγενεστέρους ως τον Χέγκελ και τον Μαρξ. Βασικό της αξίωμα είναι ότι η αλήθεια για την κοινωνία και την ιστορία βρίσκεται στον νού ή στον λόγο και όχι στην πραγματική κίνηση της ιστορίας και στην δραστηριότητα των ανθρώπων, με συνέπεια να συγκαλύπτει την ιστορία ως δημιουργία. Επιβάλλεται έτσι η δεσποτεία της θεωρίας, αφού γίνεται δεκτό ότι υπάρχει ένα είναι προς θέαση, το οποίο όταν το θεάται η θεωρία συλλαμβάνει το νόημα και την αλήθεια του, το κατέχει πλήρως και τελεσιδίκως. Ο Πλάτων λ.χ. ισχυρίζεται ότι η ίδρυση της αρίστης πολιτείας που προτείνει, στηρίζεται στην αληθή και επιστημονική θεώρηση του όντος. Αλλά ο ισχυρισμός αυτός είναι η προσωπική του γνώμη, την οποία αυτός θεωρεί ως την μόνη αληθή και επιστημονική, προσπαθεί δε με μεταφυσικά και θεολογικά επιχειρήματα να την κατοχυρώσει, να την καταστήσει έγκυρη και να την προφυλάξει από τις αντιρρήσεις και τις αναιρέσεις, με άλλα λόγια φροντίζει να την εξαντικειμενικεύσει.


Ο Μαρξ από την πλευρά του ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε τους νόμους της ιστορίας και της κοινωνίας που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στον κομμουνισμό και στην αταξική κοινωνία. Το όργανο γι' αυτό είναι το προλεταριάτο, και αυτό συνιστά το είναι του: «Δεν πρόκειται γι' αυτό που ο ένας ή ο άλλος προλετάριος ή ακόμα και όλο το προλεταριάτο φαντάζεται κάποια στιγμή ως σκοπό. Πρόκειται γι' αυτό που είναι το προλεταριάτο και γι' αυτό που, σύμφωνα με το είναι του, είναι ιστορικώς αναγκασμένο να κάνει» (3) . Όμως αυτό το «είναι του προλεταριάτου» και οι «νόμοι της ιστορίας» βρίσκονται στην θεωρία του Μάρξ και όχι στην πραγματικότητα. ενώ ο Μαρξ διατείνεται ότι εξάγει τους νόμους αυτούς από την πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ότι προσπαθεί να τους επιβάλει βιαίως στην πραγματικότητα. Ονομάζοντάς τους «νόμους» της ιστορίας και της κοινωνίας προσπαθεί να δώσει κύρος και αλήθεια στην θεωρία και στις απόψεις του, δηλαδή να τις εξαντικειμενικεύσει. Η αντίληψη ότι το είναι της ιστορίας, της κοινωνίας και του προλεταριάτου το «γνωρίζει» η θεωρία, η θεωρία του, υπήρξε η μεγάλη αυταπάτη του Μαρξ.


Άμεση συνέπεια αυτής της αντίληψης ήταν να σχηματίσει μια λανθασμένη και εν πολλοίς εξαμβλωματική εικόνα περί πολιτικής, καθώς εξέλαβε την θέσμιση και την πολιτική ως εφαρμογές μιας θεωρίας αναφερόμενης στην ουσία της κοινωνίας και της ιστορίας. Αλλά θεωρώντας την πράξη και την πολιτική ως εφαρμογή αυτής της θεωρίας, υποβίβασε την πολιτική σε τεχνική δραστηριότητα των υποτιθέμενων κατόχων της θεωρίας, η οποία άλλωστε παρουσιάσθηκε ως «επιστήμη» και «επιστημονικός σοσιαλισμός». Στο ίδιο πλαίσιο περίπου κινήθηκε και όλη η δυτική παράδοση, εκδιπλώνοντας παραλλαγές της πλατωνικής αντιλήψεως περί του κοινωνικο-ιστορικού είναι και περί πολιτικής.

 

Το κοινωνικό-ιστορικό

Απορρίπτοντας τις αντιλήψεις της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψεως, ο Κ. Καστοριάδης εισάγει μια νέα σύλληψη της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας η οποία σηματοδοτεί μια ρήξη με την σκέψη αυτή. Η κοινωνία και η ιστορία δεν υπόκεινται σε αδήριτους αντικειμενικούς ιστορικούς νόμους, δεν υπακούουν στην καθοριστικότητα. διαρρηγνύουν τα πλαίσια του καθορισμένου, είναι δημιουργίες ακαθόριστες. Η ιστορία είναι δημιουργία, ποίησις, γένεση οντολογική νέων μορφών, νέων ειδών. H καταγωγή της κοινωνίας και των θεσμών είναι το κοινωνικό φαντασιακό, το οποίο δημιουργεί καινούρια είδη, οντολογικά είδη, καινούργιες μορφές, μορφές άλλες και όχι απλώς διαφορετικές. Αυτές οι νέες μορφές είναι οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, ήτοι όροι και αναφορές που δεν ανάγονται σε (ή που δεν παράγονται από) κάποια «πραγματικότητα» και «ορθολογικότητα». Αντιθέτως η πραγματικότητα και η ορθολογικότητα είναι δημιουργήματα των φαντασιακών σημασιών. Οι τελευταίες υπάρχουν παντού στην κοινωνική ζωή, συνεχώς αλληλένδετες με την συνολιστική-ταυτιστική διάσταση. Συνεπώς, κάθε κοινωνία ιδρύεται και αυτοθεσμίζεται δια της δημιουργίας ενος μάγματος φαντασιακών σημασιών, οι οποίες συγκροτούν και συνέχουν την κοινωνία.

 

O άνθρωπος είναι ανοικτή και ενδελεχής διερώτηση στο αιώνιο αίνιγμα του κόσμου, είναι ικανότητα μη προκαθορισμένη αλλά φαντασιακή, κατέχει τη δυνατότητα για δημιουργία νέων και άλλων μορφών, τόσο στο ατομικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο.


Το φαντασιακό, κατά τον Κ. Καστοριάδη, είναι το κύριο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας και συνιστά την ιστορία ως τέτοια. Η ανθρώπινη δημιουργία δεν καθορίζεται από ορθολογικές διαδικασίες, δεν προ-καθορίζεται από τον λόγο, αλλά είναι δημιουργία φαντασιακή, ακαθόριστη, μη προκαθορίσιμη, μη καθορίσιμη a priori ορθολογικώς, μη αναγώγιμη, μη υποκείμενη στα σχήματα της αιτιότητας, της λογικής συνεπαγωγής και της τελεολογίας. Από τη στιγμή που η κληρονομημένη σκέψη στηρίζεται σε αυτά τα σχήματα, εγκλωβίζεται ταυτοχρόνως σε αυτά, με αποτέλεσμα να απωθεί και να εξορίζει από την οπτική της τη φαντασία και το φαντασιακό.


Η αντίληψη ότι η κοινωνική-ιστορική πραγματικότητα είναι πάντοτε και αναγκαστικώς θέσμιση των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών οδηγεί τον Κ. Καστοριάδη σε μια ρήξη με την παραδοσιακή σκέψη. Ετσι η κοινωνία και η ιστορία αποτελούν ένα ενιαίο και αδιαίρετο όλον, όχι δύο «έννοιες» ή δύο διακριτά πράγματα με σχέσεις και εξαρτήσεις μεταξύ τους. Αυτό το ενιαίο και αδιαίρετο όλον ο Κ. Καστοριάδης το ονομάζει κοινωνικό-ιστορικό και το θεωρεί ουσιαστικώς ως χρόνο και δημιουργία ακαθόριστη. Αναγνωρίζοντας και ο ίδιος την εννοιολογική δυσχέρεια, σημειώνει ότι «η δυσκολία είναι να καταλάβουμε ότι, όταν μιλούμε για κοινωνικο-ιστορικό δεν αποβλέπουμε ούτε σε ένα ουσιαστικό ούτε σε ένα επίθετο ούτε σε ένα ουσιαστικοποιημένο επίθετο. ότι το κοινωνικό φαντασιακό δεν είναι ούτε υπόσταση ούτε ποιόν ούτε δράση ούτε πάθος. ότι οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν είναι ούτε παραστάσεις ούτε εικόνες ή μορφές ούτε έννοιες».(4)

 

Η πράξις και η πολιτική

Επειδή το κοινωνικό-ιστορικό συγκροτείται και δημιουργείται από το ανθρώπινο πράττειν, συνεπάγεται ότι η αντίληψη αυτή του Κ. Καστοριάδη εισάγει και μία άλλη οπτική, μία νέα, όχι μόνο οντολογία αλλά και οντοπραξία: το κυρίαρχο στοιχείο της είναι η πράξις, της οποίας ο τρόπος του είναι έγκειται στη δημιουργία και τη φαντασία. Αναδεικνύεται η σκέψη ως το σκεπτόμενο πράττειν και η πράξις ως δυνατότητα δημιουργίας άλλων μορφών, ειδών, άλλων θεσμών και κοινωνιών, ως ανοικτή προοπτική και πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπου και της κοινωνίας (5). ΄Ολα είναι δυνατά: αφού το κοινωνικό-ιστορικό είναι ακαθόριστο, δεν διέπεται από ορθολογικούς ή ιστορικούς αντικειμενικούς νόμους, δεν χαρακτηρίζεται από νομοτέλειες και πεπρωμένα, επομένως περιέχει ανεξάντλητο απόθεμα ετερότητας και είναι ικανό για διαρκή αλλοίωση οποιασδήποτε εγκαθιδρυμένης σημασίας. O άνθρωπος είναι ανοικτή και ενδελεχής διερώτηση στο αιώνιο αίνιγμα του κόσμου, είναι ικανότητα μη προκαθορισμένη αλλά φαντασιακή, κατέχει τη δυνατότητα για δημιουργία νέων και άλλων μορφών, τόσο στο ατομικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο.


Η πολιτική σημασία που εμπεριέχεται στην αντίληψη αυτή είναι άμεση. Εφ'όσον η θέσμιση εξαρτάται από το κοινωνικό πράττειν και οφείλεται σε αυτό το πράττειν, το άμεσο ερώτημα που τίθεται είναι: πώς θεσμίζει αυτό το πράττειν; Αυτό μας οδηγεί στην καρδιά της πολιτικής και δή σε μια νέα αντίληψη περί πολιτικής που απορρέει από αυτήν τη φαντασιακή και δημιουργική διάσταση του κοινωνικού-ιστορικού. Η πολιτική συνδέεται με την πράξιν των ανθρώπων, το σκεπτόμενο συλλογικό πράττειν, το δρων κοινωνικό φαντασιακό που θεσμίζει. δεν είναι τεχνική ή εφαρμογή κάποιας γνώσεως ή θεωρίας, ούτε χειραγώγηση των ανθρώπων από κάποιους υποτιθέμενους ειδικούς, κομματικούς γραφειοκράτες και ινστρούκτορες. Είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας, των δρώντων υποκειμένων, που αυτοοργανώνονται κατά τη δική τους αυτόνομη θέληση και σκέψη, δεν εκποιούν την επιθυμία τους και τη δύναμή τους στους ολίγους, στους «αντιπροσώπους» και στα κόμματα. Πολιτική είναι η αυτοστοχαστική, αυτόνομη και διαυγασμένη συλλογική δραστηριότητα, όταν οι άνθρωποι τολμούν να φαντασθούν μία άλλη κοινωνία και τολμούν να την πραγματοποιήσουν με την πράξιν τους. Πολιτική είναι η έμπρακτη αμφισβήτηση των θεσμών και η νέα σχέση των ανθρώπων και της κοινωνίας με το θεσμίζειν, ένας νέος τρόπος του αυτοθεσμίζεσθαι. Ο στόχος της πολιτικής είναι η δημοκρατία και η αυτονομία. Δεν έχει συνεπώς ουδεμία σχέση με φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές, σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές ιδεολογίες ούτε με κάποια υποτιθέμενη Νέα Αριστερά. Η «Αριστερά», νέα και παλαιά, όπως τη γνωρίσαμε σε Δύση και Ανατολή έχει αποτύχει παταγωδώς, διότι είναι αντίθετη και ξένη με το πρόταγμα της αυτονομίας, με την άμεση δημοκρατία (6).

 

Δεν δύναται να υπάρξει αλλαγή της κοινωνίας προς την κατεύθυνση της αυτονομίας χωρίς πολιτική δράση, ρητή και διαυγή. Η δράση αυτή είναι αναγκαστικώς συλλογική και αυτόνομη. Χρειάζεται συνεπώς μια πολιτική συλλογικότητα η οποία να αγωνίζεται και να δρά για την εγκαθίδρυση μιας αυτόνομης κοινωνίας. Ασφαλώς αυτή η συλλογικότητα δεν εξαρτάται Το ζήτημα αυτό έχει δύο πλευρές: η κοινωνία είναι θεσμισμένη αλλά και θεσμίζουσα. η θεσμίζουσα δρα εντός της θεσμισμένης κοινωνίας και στις περιπτώσεις που δεν υποτάσσεται σε αυτήν, αλλά προβαίνει σε δράση συγκροτώντας το κοινωνικό φαντασιακό, τότε αναδύεται το αίτημα αλλαγής της κοινωνίας και το πρόταγμα της αυτονομίας. Συνεπώς, τίποτε δεν προκαθορίζει και ουδείς δύναται να ισχυρισθεί ότι είναι αδύνατη η πολιτική υπ' αυτήν την έννοια - δηλαδή η αλλαγή της θέσμισης της κοινωνίας και η ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας - αφού εξαρτάται από τη θέληση, το σκέπτεσθαι και το ποιείν-πράττειν, από το φαντασιακό των ανθρώπων.

 

(1) Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας (εφεξής ΦΘΚ), μτφρ. Σ. Χαλικιάς-Γ. Σπαντιδάκη-Κ. Σπαντιδάκης, Ράππας, Αθήνα, 1981.

(2) Για την κριτική στην κληρονομημένη σκέψη όσον αφορά στις απόψεις της για την κοινωνία και την ιστορία βλ. Καστοριάδης, ΦΘΚ, κεφ. ΙV και Γ.Ν. Οικονόμου, «Κοινωνία και ιστορία στην κληρονομημένη σκέψη και στον Κ. Καστοριάδη», στο Μάγμα, Νο 2, Μάιος 2008.

(3) Μαρξ, Η Αγία οικογένεια. Πρβλ. και την γνωστή έκφραση του «οι νόμοι κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας». Για την κριτική στον Μάρξ βλ. Καστοριάδης, ΦΘΚ, κεφ. Ι. Επίσης Κ. Καβουλάκος, «Η κριτική του Καστοριάδη στην μαρξιστική φιλοσοφία της ιστορίας», Νέα Κοινωνιολογία, τ. 31, Φθινόπωρο 2000.

(4) ΦΘΚ, σ. 511. Συμπυκνώνω εδώ την ευρύτερη ανάπτυξη που έχω στο κείμενό μου «Κοινωνία και ιστορία στην κληρονομημένη σκέψη και στον Κ. Καστοριάδη», Μάγμα, Νο 2, Μάιος 2008. Θα πρέπει να τονισθεί ότι ο Κ. Καστοριάδης επιμένει στη γραφή «κοινωνικό-ιστορικό», οπότε θα πρέπει να αποφεύγεται ο όρος «κοινωνικοϊστορικό», που συναντάται στα κείμενα πολλών ερευνητών, λ.χ. στο συλλογικό αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη Ψυχή Λόγος Πόλις, Υψιλον, Αθήνα, 2007.

(5) Τη δημιουργική σημασία της πράξεως εξαίρει και η Hannah Arendt, σύμφωνα με την οποία η πράξη χαρακτηρίζει την «ανθρώπινη κατάσταση», υπερβαίνει τη φυσική κατάσταση, ενέχει το στοιχείο του απρόβλεπτου, του απροσδόκητου και δημιουργεί το νέο και το εξαιρετικό (Arendt, Η ανθρώπινη κατάσταση, Γνώση, Αθήνα, 1986, σ. 269, 280).

(6) Για την έννοια της αυτονομίας βλ. Κ. Καστοριάδης ΦΘΚ, κεφ. ΙΙ. Του ιδίου «Η λογική των μαγμάτων και το ζήτημα της αυτονομίας», στο Χώροι του ανθρώπου, Υψιλον, Αθήνα, 1995. Επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, «Αυτονομία και δημοκρατία στον Κ. Καστοριάδη», Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση, τ. 58, Ιανουάριος 2003. Του ιδίου, «Plato and Castoriadis: The Concealment and the Unveiling of Democracy", Democracy & Nature, Vol. 9, No. 2, July 2003 = «Πλάτων και Καστοριάδης: Η συγκάλυψη και η ανάδειξη της δημοκρατίας», Νέα Εστία, τ. 1760, Οκτώβριος 2003.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
 

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ