Μια ψιλόλιγνη ανδρική φιγούρα ανεβαίνει αργά τον λόφο. Η αγέρωχη πόζα του σώματος, το στητό περήφανο κεφάλι, αναδύονται μέσα από την ομίχλη που τυλίγει τα πάντα. Η χρυσή πανοπλία λαμπυρίζει στο φως του προβολέα. Στο προτεταμένο χέρι, μια μικρή σφαίρα. Ξαφνικά, ο άνδρας αρχίζει να γρονθοκοπά το στομάχι του. Η σφαίρα πέφτει με γδούπο και κυλάει στη βάση του λόφου. Μπλακ άουτ.


Μπορεί ένας βασιλιάς να ξαναγίνει κοινός θνητός;


«Ούτε όλο το νερό της θάλασσας δεν φτάνει για να βγάλει/ το άγιο μύρο από το μέτωπο θεόσταλτου ηγεμόνα» λέει ο Ριχάρδος, μόλις πληροφορείται ότι η δύναμη του αντιπάλου του έχει αυξηθεί επικίνδυνα.


Θα πρέπει εδώ να φανταστούμε έναν κόσμο, όπου η εξουσία έφερε θεϊκό χρίσμα και οι ηγεμόνες εκπροσωπούσαν τη βούληση του Θεού επί της γης. Ήταν σχεδόν ημίθεοι. Όταν ο ήρωας λέει «έχει προβλέψει ο Θεός ουράνιο στρατό να προστατέψει τον Ριχάρδο του», το πιστεύει. Πιστεύει στην ιερότητα και στην παντοδυναμία του. Η συνειδητοποίηση της αλήθειας, ότι δηλαδή είναι κι αυτός εξίσου ευάλωτος με τον τελευταίο χωρικό που ζει στην επικράτειά του, θα τον συνθλίψει. Τις στιγμές αυτές της απόγνωσης, όμως, ο Ριχάρδος θα φανερώσει το πραγματικό μεγαλείο του. Ο μανδύας της αλαζονείας θα λιώσει από τα καυτά δάκρυα της επίγνωσης. Ο έκπτωτος μονάρχης θα καταλάβει ότι δεν υπάρχει πλέον χώρος γι' αυτόν πάνω στη γη – δεν μπορεί να γίνει ένας κανονικός άνθρωπος που «ζει με ψωμί όπως κι εσείς», κι ας λέει το αντίθετο. Και τότε, έχοντας χάσει τα πάντα, και τολμώντας να αποκαλύψει ενώπιον όλων το μέγεθος της συντριβής του, τότε μόνο θα βασιλέψει στην εκτίμησή μας και θα στεφθεί από τον θαυμασμό μας.

 

 

Καλώς ή κακώς, υπάρχει στο θέατρο ένα πράγμα που λέγεται κείμενο. Αν δεν σε ενδιαφέρει και το βλέπεις μόνο ως «αφορμή» για να δημιουργήσεις «περιβάλλοντα» και «δράσεις» με σώματα, μουσική και χώματα, ή αν σου προκαλεί αμηχανία και δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς, τότε πρέπει να αναλογιστείς σοβαρά το νόημα της προσπάθειάς σου.

 

Στην αρχή του κειμένου ο Ριχάρδος είναι ο καθαγιασμένος ηγέτης που κάθεται μεγαλόπρεπα στον θρόνο και κρίνει τους υποτελείς του, τους τιμωρεί, τους εξορίζει ή τους δίνει άφεση. Επιδεικνύει όλο το επιτηδευμένο στυλ που αρμόζει στη θέση του. Είναι ο Μεγάλος Υπο-κριτής, που γνωρίζει ακριβώς πώς να στηθεί, πώς να μιλήσει, πώς να ταράξει ένα έθνος με μια απλή κίνηση του χεριού.


Στη Γ' Πράξη χάνει τις εξουσίες του μία-μία. Ο διαχωρισμός του «βασιλιά» από τον «άνθρωπο» επέρχεται βίαια, απρόβλεπτα. Ο Σαίξπηρ γλιστράει στο μυαλό του Ριχάρδου την ώρα που ο ήρωας καλείται να απαρνηθεί όχι μόνο το στέμμα αλλά την ίδια την ταυτότητά του – όλα όσα θεωρούσε δεδομένα, όλους τους τρόπους με τους οποίους είχε μάθει να ορίζει την ύπαρξή του. Αυτή η ενδοσκόπηση τον μαγνητίζει, η έκφραση του πένθους μπροστά στην απώλεια του εγώ: «Δεν έχω όνομα, δεν έχω τίτλο. Δεν έχω καν τ' όνομα που μου 'δωσαν στη βάφτιση, γιατί όλα μου έχουν αφαιρεθεί. Ω, άθλια μέρα: να έχω γνωρίσει τόσους χειμώνες και τώρα να μην ξέρω πώς ν' αποκαλέσω τον εαυτό μου!».

 
Αντιμέτωπος με την προοπτική του τέλους, ο Ριχάρδος επιστρατεύει όλη τη δύναμη της ποίησης για να αποχαιρετήσει τον εαυτό του που χάνεται. Όσο σκοτεινιάζει η ψυχή του, τόσο ανθίζει η ευγλωττία του. Ο εστέτ υποκριτής γίνεται λυρικός ποιητής που αντιλαμβάνεται πλήρως τη θλιβερή μοίρα του. «Τραγωδία της επίγνωσης» κατά τον Γιαν Κοτ, αλλά ταυτόχρονα και «τραγωδία της θνητότητας», όπως παρατηρεί η Ντοροτέα Κέλερ στο δοκίμιό της «King of Tears: Mortality in Richard II»: «Παροπλισμένος από την προοπτική του θανάτου, ο Ριχάρδος κλαίει σαν μικρό παιδί... Τα δάκρυα που κυλούν, ενώ ο βασιλιάς πέφτει, αφυπνίζουν μέσα μας τη συναίσθηση του θανάτου... Όλοι περιμένουμε την πτώση μας δίνοντας καταδικασμένες μάχες ενάντια στον Χρόνο».

 

Πόση ώρα όμως μπορεί να παρηγορηθεί κανείς βλέποντας τα περίτεχνα κυλίσματα στη λάσπη, όταν δεν καταλαβαίνει την ιστορία του Ριχάρδου;
Πόση ώρα όμως μπορεί να παρηγορηθεί κανείς βλέποντας τα περίτεχνα κυλίσματα στη λάσπη, όταν δεν καταλαβαίνει την ιστορία του Ριχάρδου;


Η εναρκτήρια σκηνή της τρέχουσας αθηναϊκής παράστασης, όπως την περιέγραψα στην πρώτη παράγραφο, απεικονίζει συνοπτικά την αέναη ανοδική και πτωτική πορεία κάθε μονάρχη, που σκαρφαλώνει τη σκάλα της εξουσίας μόνο και μόνο για να γκρεμιστεί σύντομα στην άβυσσο (βλ. την υπέροχη περιγραφή του Γιαν Κοτ στο εμβληματικό Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας). Εγείρει θετικές προσδοκίες, τις οποίες όμως αδυνατεί να υπηρετήσει, όπως διαπιστώνουμε σύντομα.


Βασικό μέλημα της σκηνοθέτιδας, που υπογράφει και τη σκηνογραφία και τα κοστούμια, αποδεικνύεται η εικονοπλασία και η κίνηση. Ο Ριχάρδος-Σερβετάλης είναι ο Ήλιος γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι αυλικοί-δορυφόροι: όταν δεν χειρίζονται σαν ζωντανές κούκλες ο ένας τον άλλο, υποκλίνονται δίχως σταματημό σε μια μηχανική επιβεβαίωση της υποταγής τους.


Ένας λόφος, μερικά χαλιά και πολλές σειρήνες που αιωρούνται πάνω από έναν τάφο-φούρνο(;) στο βάθος δεξιά. Όσο περνά η ώρα, τα χαλιά σηκώνονται και το έδαφος από πηλό φανερώνεται, δίνοντας την ευκαιρία στους ερμηνευτές να κυλιστούν και να βρομιστούν ποικιλοτρόπως, καθώς παίζουν με την εξουσία.


Καλά όλα αυτά κι ωραία, πόση ώρα όμως μπορεί να παρηγορηθεί κανείς βλέποντας τα περίτεχνα κυλίσματα στη λάσπη, όταν δεν καταλαβαίνει την ιστορία του Ριχάρδου; Όταν ο λόγος παραμένει άκαμπτος, άχρωμος και προπαντός άψυχος σε όλη τη διάρκεια της παράστασης; Κανένας από τους πέντε ερμηνευτές, ούτε καν ο έμπειρος πρωταγωνιστής, δεν καταφέρνουν να αρθρώσουν μια φράση που να φτάσει ως τους θεατές και να τους αγγίξει σε οποιοδήποτε μέρος του μυαλού ή του θυμικού τους. Χιλιάδες λέξεις που χάνονται στο κενό.

 

Οι ωραίες εικόνες δεν αρκούν για να αναπληρώσουν τον περιφρονημένο και «αμάσητο» σαιξπηρικό λόγο.
Οι ωραίες εικόνες δεν αρκούν για να αναπληρώσουν τον περιφρονημένο και «αμάσητο» σαιξπηρικό λόγο.


Ρόλοι, φυσικά, δεν υπάρχουν με την κλασική έννοια του όρου: για να λειτουργήσει αυτό, εφόσον διασκευάζει κανείς ένα πολυπρόσωπο ιστορικό δράμα, οφείλει να δημιουργήσει έξυπνες και καθαρές συμβάσεις – πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει. Ο θεατής δεν είναι υποχρεωμένος π.χ. να γνωρίζει ποιος είναι ο Μόμπρεϊ και ο Μπόλινμπροουκ και γιατί βρίσκονται σε αντιδικία. Όταν η παράσταση δεν το καθιστά κατανοητό, τότε τον κάνει να αισθάνεται άβολα για τους λάθος λόγους. Αυτά, βέβαια, είναι λεπτομέρειες και θα ήμασταν διατεθειμένοι να τα παραβλέψουμε, αν καταφέρναμε να εισπράξουμε έστω λίγες στιγμές ποίησης, από αυτές που τόσο απλόχερα το κείμενο προσφέρει. Όχι. Τίποτα. Στην κρίσιμη σκηνή, όπου ο Μπόλινμπροουκ, ο σφετεριστής του θρόνου, λέει στον Ριχάρδο «Το παραδίδεις με τη θέλησή σου το στέμμα;», θα μπορούσε κάλλιστα να τον ρωτάει: «Είσαι σίγουρος πως το πράσινο είναι το αγαπημένο σου χρώμα;». Η εκφορά του λόγου, τόσο απόλυτα ακατέργαστη, σοκάρει με την αναισθησία της: οι ζωτικές έννοιες της αντίθεσης, της διακύμανσης και του ρυθμού απουσιάζουν εκκωφαντικά. Αδιάκοπη μονοτονία δεν σημαίνει εσωτερικότητα: η πρώτη προδίδει μάλλον έλλειψη θεατρικής γνώσης και αντίληψης.

 

Οι υπέροχες σκέψεις, τα φαντάσματα της θλίψης που στοιχειώνουν το μυαλό του ήρωα, δεν μεταδίδονται ποτέ. Το μαρτύριό του γίνεται αντιληπτό μονάχα φευγαλέα, στο τέλος, όταν βλέπουμε να του ποδοπατούν το στήθος. Οι ωραίες εικόνες, όμως, δεν αρκούν για να αναπληρώσουν τον περιφρονημένο και «αμάσητο» σαιξπηρικό λόγο.


Καλώς ή κακώς, υπάρχει στο θέατρο ένα πράγμα που λέγεται κείμενο. Αν δεν σε ενδιαφέρει και το βλέπεις μόνο ως «αφορμή» για να δημιουργήσεις «περιβάλλοντα» και «δράσεις» με σώματα, μουσική και χώματα, ή αν σου προκαλεί αμηχανία και δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς, τότε πρέπει να αναλογιστείς σοβαρά το νόημα της προσπάθειάς σου.


Σημείωση: Τα αποσπάσματα που παρατίθενται από το κείμενο «Ριχάρδος ο Β'» του Σαίξπηρ ανήκουν στη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ (εκδ. Κέδρος). Το βιβλίο «Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας» του Γιαν Κοτ έχει μεταφράσει ο Αλέξανδρος Κοτζιάς (εκδ. Ηριδανός).

 

Ιnfo:

Ριχάρδος Β'

Θέατρο Ροές

Ιάκχου 16, Αθήνα

25/11/16-29/1/17, Τετ.-Κυρ. 21:00

Είσοδος: €10-17