Κεφάλαιο 1. Οι σαραντάρες έχουν διπλές τις χάρες.

Γεννήθηκα τον Αύγουστο του 1978. Με πρόχειρους υπολογισμούς, πλησιάζει η ώρα που θα γίνω σαράντα χρονών, μια ηλικία που όλους τους τρομάζει όταν έρχεται, εκτός από τη Ρίτα Σακελλαρίου που τραγουδούσε «οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες, γι' αυτό οι σαραντάρες έχουν διπλές τις χάρες», άλλο που εγώ για χρόνια νόμιζα ότι έλεγε πως οι σαραντάρες έχουν διπλές τις σχάρες και απορούσα τι στο διάολο ήθελε να πει ο ποιητής. Θυμάμαι, όταν έγινε η θεία μου σαράντα, η πρώτη κοντινή συγγενής, που την είχα πάρει τηλέφωνο και της τραγουδούσα Ρίτα Σακελλαρίου, γεγονός που για κάποιον πολύ περίεργο λόγο αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Τα χρόνια περάσανε, οι γονείς μας και οι φίλοι τους πλησιάζουν πλέον τα εβδομήντα κι εμείς, τα παιδιά των γονιών μας δηλαδή, τα σαράντα.

 

Ήρθαμε στη ζωή μια εποχή που στην Ελλάδα συνεχιζόταν αδιάκοπα μια ελληνικού τύπου ανάπτυξη και ταυτόχρονα ήμασταν η πρώτη γενιά που δεν έζησε καμία μεγάλη τραγωδία, ούτε παγκόσμιο πόλεμο, ούτε εμφύλιο, ούτε δικτατορία.

 

Κεφάλαιο 2. Οι σαραντάρηδες του Ρόδον

Το Ρόδον στην οδό Μάρνης ήταν για εμάς, όταν ήμασταν πιτσιρίκια, ένας χώρος ιερός. Αυτά που θυμάμαι πιο έντονα από το μέρος αυτό είναι όσα μου προκαλούσαν δέος. Η συναυλία των Ramones τον Μάιο του 1993 και οι σαραντάρηδες που καθόντουσαν δίπλα στο μπαρ, σε όλες σχεδόν τις συναυλίες. Οι Ramones βγήκαν στη σκηνή σαν αγρίμια που έχουν ήδη βάλει κάτω το θήραμά τους και ετοιμάζονται να το κατασπαράξουν.

 

Όλη η συναυλία ήταν ένα συνεχόμενο εξουθενωτικό ξέσπασμα. Τα τραγούδια έσκαγαν το ένα μετά το άλλο σε διπλάσια ταχύτητα από αυτήν της ηχογράφησης, με μόνο συνδετικό ενδιάμεσο στάδιο τα «one-two-three-four» που ούρλιαζε στο μικρόφωνο ο Dee Dee, δίνοντας τη σκυτάλη στον Joey και τους υπόλοιπους. Στο τέλος της συναυλίας o Dee Dee πέταξε μερικές πένες στον κόσμο, ο κόσμος πλακώθηκε πολύ άγρια, αλλά όταν από αυτό τον πανικό βγήκαν τρεις τύποι ουρλιάζοντας με τις πένες στα χέρια, όλοι συνέχισαν ήρεμοι και αγαπημένοι, σαν να μην έπαιζαν μάπες λίγα δευτερόλεπτα πριν, περίπου όπως γίνεται και στα Θεοφάνια με τον σταυρό.

 

Αυτήν τη συναυλία θα την θυμάμαι για πάντα και για έναν ακόμα λόγο, για το σημάδι που είχα στην πλάτη μου όταν γύρισα σπίτι, σημάδι από δόντια ενός τύπου που χτυπιόταν από πίσω μου και μου έσκασε «δοντιά» τέτοια που άφησε σημάδι, το οποίο προσπαθούσα αρκετή ώρα να εξηγήσω στον πατέρα μου, που λογικά απορούσε πως γίνεται να έχουν αποτυπωθεί δόντια σε μια πλάτη, αλλά πέρασε ο καιρός και το ατυχές αυτό συμβάν κάπως σβήστηκε από τη μνήμη του.

 

Το δεύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου είναι οι σαραντάρηδες του μπαρ του Ρόδον. Οι τύποι που ήταν εμφανώς πάνω από τον μέσο όρο ηλικίας και αράζανε στο μπαρ πίνοντας μπιράκια και βλέποντας τις συναυλίες από απόσταση, αλλά με τρομερά έμπειρο μάτι. Φορούσαν σχεδόν όλοι δερμάτινο μπουφάν και όταν έβγαζαν το μπουφάν στα εφηβικά μάτια μας φαινόντουσαν σαν ήρωες. Ήταν αυτοί που θέλαμε να γίνουμε όταν θα μεγαλώναμε, οι πιο «νέοι» από τους συνομήλικούς τους.

 

Δεν ξέρω γιατί βλέπαμε έτσι τα πράγματα, αλλά μας φαινόταν τρομερό ένας σαραντάρης να είναι στη συναυλία των Ramones και να ξέρει τους στίχους και να γουστάρει, πράγμα αρκετά χαζό αν το σκεφτεί κανείς, καθώς οι Ramones υπάρχουν από το 1974, εποχή που εμείς όχι απλώς δεν υπήρχαμε αλλά συγκεντρώναμε και απειροελάχιστες πιθανότητες να υπάρξουμε κάποια στιγμή. Ήταν λίγοι όμως, ελάχιστοι και μάλλον αυτό τους έκανε να ξεχωρίζουν.

 

Κεφάλαιο 3. I don't wanna grow up

 

Tom Waits - I don't wanna grow up

 

To 1992 o Τοm Waits κυκλοφορεί τον δίσκο «Bone Machine». To 14o κομμάτι του δίσκου είναι το «I don't wanna grow up». Δύο χρόνια μετά το διασκευάζουν οι Ramones και το συμπεριλαμβάνουν στο τελευταίο τους studio album με τίτλο «¡Adios Amigos!». Μερικοί στίχοι και προχωράμε στο θέμα μας: «When I see the price that you pay / I don't wanna grow up / I don't ever want to be that way / I don't wanna grow up / Seems that folks turn into things / that they never want». Η τραγική ειρωνεία είναι πως όλα τα μέλη της αρχικής μπάντας, ο Joey, o Dee Dee, o Johnny και ο Tommy, μεγαλώσανε αλλά δεν γεράσανε ποτέ. Έφυγαν όλοι πρόωρα από τη ζωή, με τελευταίο τον Tommy πριν από 4 χρόνια, σε ηλικία 64 ετών. Μετά από αυτή την κάπως μακάβρια παρένθεση και αφού υπενθυμίσω ότι ο Tom Waits ζει και βασιλεύει, να πω πως όλα αυτά που έχω γράψει μέχρι τώρα είναι σκόρπια κομμάτια που πρέπει κάπως να κάτσουν και να φτιάξουν ένα συμπέρασμα.

 

Κεφάλαιο 4. Η δικιά μας η γενιά

Είμαστε μια γενιά που μεγαλώσαμε, σε γενικές γραμμές, χαρούμενα. Ήρθαμε στη ζωή μια εποχή που στην Ελλάδα συνεχιζόταν αδιάκοπα μια ελληνικού τύπου ανάπτυξη και ταυτόχρονα ήμασταν η πρώτη γενιά που δεν έζησε καμία μεγάλη τραγωδία, ούτε παγκόσμιο πόλεμο, ούτε εμφύλιο, ούτε δικτατορία. Είμαστε, τέλος, η πρώτη γενιά στην οποία αρκετοί γονείς προσπάθησαν να δώσουν ελευθερία επιλογών στα παιδιά τους. Δεν τους είπαν τι πρέπει να κάνουν στη ζωή τους αλλά πώς να βρουν αυτό που τους αρέσει να κάνουν.

 

Είμαστε αυτοί που κάνουμε πιο αργά οικογένεια ή δεν κάνουμε καθόλου, αυτοί που χωρίζουμε χωρίς να διαλύεται το σύμπαν, αυτοί που παλεύουμε περισσότερο με τις κοινωνικές συμβάσεις, αφού μάθαμε να ψάχνουμε αυτό που θέλουμε και αυτό πολλές φορές δεν συμβαδίζει με τις κοινωνικές επιταγές, οι οποίες βάζουν σε πρώτο πλάνο την υποχρέωση και σε δεύτερο την ευχαρίστηση.

 

Και γι' αυτό είμαστε και η γενιά που αρνείται να μεγαλώσει, που γεμίζει ακόμα τα μπαρ και τις συναυλίες, που αποφεύγει το βύθισμα στη σοβαροφάνεια και παλεύει μέσα της να συνδυάσει ρόλους που καμία άλλη γενιά δεν έκανε σε τέτοιο βαθμό ως τώρα, άλλες φορές με επιτυχία και άλλες με παταγώδη αποτυχία: σοβαροί στη δουλειά, υπεύθυνοι με τα παιδιά και παιδιά με τους φίλους. Μπορεί πιο πολύ απ' όσο πρέπει, αλλά στην τελική when we see the price that you pay, we don't wanna grow up.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO