Τα τελευταία τέσσερα χρόνια ζω σε μια πολυκατοικία στα σύνορα μεταξύ Παγκρατίου και Βύρωνα ή, όπως μου αρέσει να λέω, στην «ορεινή Παγκρατάρα», περιοχή με συνοικιακά μαγαζιά και μια αίσθηση γειτονιάς και «καλημέρα Αντρέα, τι κάνουν τα παιδιά», γεγονός που μάλλον οφείλεται σε ανθρώπους που έχουν ζήσει μια ζωή εδώ κι έχουν φτιάξει ένα μικρό χωριό μέσα σε αυτή την τεράστια πόλη.

 

Στο σούπερ-μάρκετ οι ταμίες χαιρετάνε κόσμο με το μικρό του όνομα και κάνουν small talk επί συγκεκριμένων θεμάτων, στοιχεία ενδεικτικά της προϋπάρχουσας οικειότητας, «πώς τα πήγε ο μικρός στα αγγλικά και τι κάνει ο κύριος Νίκος». Στο χρωματοπωλείο και στο σουβλατζίδικο αράζει κόσμος χωρίς να παραγγέλνει απαραίτητα κάτι.

 

Στο χρωματοπωλείο ειδικά μια μέρα ένας παππούς με κόκκινο σκούφο έπαιζε πασιέντζα σε απαρχαιωμένο υπολογιστή που βγάζει τους κωδικούς για τα χρώματα και δύο άλλοι τον κοροϊδεύανε που είναι όλη την ώρα στα κομπιούτερ και ήταν κάπως ζεστό το όλο κλίμα, που έκατσα κι εγώ λίγο παραπάνω, κάνοντας ότι ψάχνω κάτι πολύ σπάνιες βίδες για να νιώσω μέλος αυτής της υπέροχης παρέας.

 

Στην πολυκατοικία δεν γνωριζόμαστε όλοι ή, για να είμαι δίκαιος, δεν τους ξέρω εγώ όλους, αφού στις συνελεύσεις δεν πηγαίνω, καθώς αποφεύγω τις συγκρούσεις στην προσπάθεια που κάνω να αντέξω αυτό τον ταραχώδη κόσμο που μαστίζεται από πολέμους και τσακωμούς γειτόνων.

 

Όταν ήρθα εδώ γνώρισα πρώτα τον άρχοντα της ορεινής Παγκρατάρας, τον διαχειριστή της καρδιάς μας, τον κύριο Βασίλη, ο οποίος με λέει κυρ-Αντρέα και πού και πού μου δίνει κάνα μπουκάλι ψημένη ρακή από την Αμοργό και είναι άνθρωπος με τρομερό χιούμορ, πράγμα που αρκεί για να είναι η μεγάλη μου συμπάθεια στην πολυκατοικία.

 

Άρχισα να σκέφτομαι όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους που συναντάμε τυχαία, που δεν βρίσκουν το θάρρος να μας πούνε μια κουβέντα για να νιώσουν καλύτερα, και πως η κυρία Χριστίνα απλώς ήθελε να πει δυο κουβέντες, βρήκε έναν τύπο στο ασανσέρ και τις είπε και άμα σας αρέσει, κύριοι, και μπράβο της. 

 

Γνώρισα, επίσης, τον Γιάννη που φτιάχνει έπιπλα και είναι τρομερά συμπαθητικός και μερικούς ακόμα ανθρώπους και μετά συνέβη κάτι που άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Βάλαμε αυτόματο ασανσέρ. Και το αυτόματο ασανσέρ είναι άλλη μια απόδειξη ότι η τεχνολογία φέρνει κοντά τους ανθρώπους, όπως αποδείχτηκε και στην πολυκατοικία της ορεινής Παγκρατάρας.

 

Από τότε που μπήκε, λοιπόν, αυτό το τεχνολογικό τέρας στη ζωή μας, μπήκαν και μερικοί άνθρωποι οι οποίοι τυχαίνει καμιά φορά να το χρησιμοποιούν ακριβώς την ίδια ώρα που εγώ κατεβαίνω με φόρα από τον πέμπτο, με αποτέλεσμα να κάνει στάση στον όροφό τους και να δημιουργείται ένα απρόσμενο παρεάκι.

 

Το ασανσέρ αυτό μας έφερε κοντά, όχι όλους, καθώς ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να ξεπεράσει την αμηχανία του ασανσέρ και με το που μπαίνει την ώρα που είσαι κι εσύ μέσα βγάζει το κινητό του να δει αν είναι ωραίο το background ή κοιτάει επάνω δεξιά στη γωνία λες και πρόκειται να δει κάτι φοβερό σε μια πάνω δεξιά γωνία ενός ασανσέρ.

 

Τη φοβερή αυτή αμηχανία τη σπάει με τρόπο που δεν μπορεί να σου αφήσει περιθώρια αντίδρασης μια φανταστική γιαγιά, η κυρία Χριστίνα.

 

Η κυρία Χριστίνα είναι πάνω από 80 χρονών, πρόσφατα έμεινε μόνη, καθώς έχασε τον άντρα της, και στο ασανσέρ που συναντιόμαστε με κάνει να νιώθω ότι επιτελώ κάποιο πολύ σημαντικό λειτούργημα, ανταποκρινόμενος στην ανάγκη της για επικοινωνία.

 

Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, κατεβήκαμε μαζί στο ισόγειο. Μου ξεκίνησε μια γενική κουβέντα η οποία έμοιαζε περισσότερο με μονόλογο και όταν βγήκαμε μαζί έξω στον δρόμο με ρώτησε προς τα πού πάω, εγώ της είπα προς τα κει και τότε μου είπε κάτι που μου έμεινε, μου είπε «εγώ πάω αλλού, αλλά έρχομαι προς τα κει, να κάνουμε λίγο ακόμα παρέα».

 

Και συνέχισε να μου μιλάει... Για τον άντρα της, για μια εγχείρηση που έκανε, για το πότε ήρθε στη γειτονιά και πώς ήταν τότε εδώ τα πράγματα και για το ότι είναι η πιο παλιά στην πολυκατοικία.

 

Στο τέλος, και αφού είχα σχεδόν φτάσει στον προορισμό μου, πολύ μακριά από τον δικό της, με ρώτησε για μένα, αν είμαι παντρεμένος, αν έχω παιδιά και άλλα τέτοια κι έκλεισε αυτήν τη συνάντηση, λέγοντάς μου να προσέχω και να κλειδώνω την πόρτα.

 

Αφού αποχαιρετιστήκαμε, άρχισα να σκέφτομαι όλους αυτούς τους μοναχικούς ανθρώπους που συναντάμε τυχαία που δεν βρίσκουν το θάρρος να μας πούνε μια κουβέντα για να νιώσουν καλύτερα και πως η κυρία Χριστίνα απλώς ήθελε να πει δυο κουβέντες, βρήκε έναν τύπο στο ασανσέρ και τις είπε και άμα σας αρέσει, κύριοι, και μπράβο της.

 

Λίγο καιρό μετά, την ξαναπέτυχα. Αυτήν τη φορά γύρναγα από το σούπερ-μάρκετ, ήμουνα στο ισόγειο με σακούλες στα χέρια και το ασανσέρ ερχόταν από τον 3ο με δώρο-έκπληξη μέσα, την κυρία Χριστίνα.

 

Η πόρτα άνοιξε, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια, αυτή βγήκε, εγώ μπήκα και την ώρα που έκλεινε η πόρτα για να ξεκινήσει η απογείωση ένα χεράκι την άρπαξε και την ξανάνοιξε. «Εδώ μένετε;» με ρώτησε. «Εδώ» της είπα, μη θέλοντας να χαλάσω την αίσθηση της πρώτης γνωριμίας που πήγαινε να ξανασυντελεστεί.

 

Και κει, στο ασανσέρ της πολυκατοικίας στο ορεινό Παγκράτι, εγώ μέσα, με τις σακούλες στα χέρια, η κυρία Χριστίνα έξω, κρατώντας την πόρτα να μην κλείσει, καθίσαμε και τα είπαμε, αυτήν τη φορά τόσο πολλή ώρα, που άρχισα να χάνω την αίσθηση του χρόνου. Μπορεί να ήταν είκοσι λεπτά, μπορεί και δύο χρόνια.

 

Και έμαθα τόσο πολλά πράγματα για τη ζωή της κυρίας Χριστίνας κι ένιωσα τόσο ωραία που της έκανα παρέα και που βρήκε κάποιον να τα ξαναπεί όλα αυτά, που υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην της χαλάσω ποτέ το χατίρι και να την αφήνω να μου μιλάει όσο θέλει, αφού κι εμένα αυτή η φιλία μου δίνει μια περίεργη και ιδιαίτερη χαρά.

 

Το κείμενο αυτό δεν έχει κάποιο μήνυμα, ούτε σημαίνει ότι αν έχετε κάποια σαν την κυρία Χριστίνα στην πολυκατοικία σας θα περάσετε καλά αν κάθεστε να την ακούτε, αλλά εγώ εκτίμησα πολύ αυτές τις δύο συναντήσεις και, αλήθεια σας λέω, μου έχει λείψει η φιλενάδα μου τόσο, που σκέφτομαι να κάτσω να περιμένω μια μέρα στο ισόγειο και όταν σκάσει να της πω «εδώ μένετε;» και όλα τα άλλα είμαι σίγουρος ότι θα έρθουν από μόνα τους.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO