Έχουμε συνηθίσει, δυστυχώς, αλλά κάποια ακραία, ωστόσο αρκούντως μαζικά, φαινόμενα κλινικού εθνικισμού, συλλογικού ναρκισσισμού και αντιθεσμικής εκτόνωσης είναι δύσκολο να τα διαχειριστείς, και μάλιστα κυριακάτικα, που είτε είσαι κάπου εκτός και χαίρεσαι την κοινή αργία είτε κάθεσαι μέσα και βράζεις χαλαρωτικά στο ζουμί σου.

 

Το περιβόητο συλλαλητήριο –που δεν μπορούσες να το αποφύγεις, παρ' ότι δεν προβλήθηκε από τα κανάλια της τελειωμένης από κάθε άποψη ελληνικής τηλεόρασης– και οι έντονες αναταράξεις του που διαρκούν ακόμα στα μέσα, κοινωνικά και μη, ήταν ένα τέτοιο φαινόμενο.

 

Δύσκολο να το αγνοήσεις, δύσκολο και να μπεις στη διαδικασία κριτικής, ανάλυσης και εξαγωγής συμπερασμάτων, ρισκάροντας να βρεθείς παρέα με τους κύκλους που επιθεωρούν μεμψιμοιρώντας τις πατριωτικές τελετουργίες της πλέμπας.

 

Από την άλλη, δεν ήταν καθόλου εύκολο εν προκειμένω να αποδεχτείς, σηκώνοντας τους ώμους, την επιθυμία και το δικαίωμα τόσο πολλών ανθρώπων να διαδηλώσουν υπέρ ή κατά οποιουδήποτε.

 

Αν το βασικό ζήτημα που σε κινητοποιεί να εκφραστείς και να δράσεις είναι η ξεκαθαρισμένη προ πολλού διεθνώς ονομασία του κράτους αυτών που εμείς αποκαλούμε (γυφτο-)«Σκοπιανούς», τι να σου πω κι εγώ! Μακάρι να 'χα τις αγωνίες σου (που ούτε εσένα είναι αυτές κατά βάθος, περί μεταβίβασης πρόκειται, αλλά τώρα σε πατρονάρω, το ξέρω) και να την «άκουγα» με τέτοιες αφηγήσεις.

 

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ έδειξαν ότι ένα 35% του πληθυσμού τοποθετεί ιδεολογικά τον εαυτό του όχι στη συντήρηση αλλά στην ακραιφνή δεξιά. Και χεστήκανε κιόλας άμα τους πεις φασίστες.


Θα ήταν όλα πάντως αρκετά πιο ανώδυνα (ακόμα και υπό την απειλή σύστασης ενός ακόμα επίσημου ακροδεξιού/πατριδοκάπηλου φορέα – τι είχαμε, τι χάσαμε...) αν δεν συνδυαζόταν η παλλαϊκή εκδήλωση με την παρέλαση των πρησμένων ταγμάτων εφόδου της Χ.Α., το κάψιμο του ιστορικού κτιρίου και τη βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος.

 

Στο επόμενο αντίστοιχο event δηλαδή μπορεί να παρακαμφθεί κιόλας ο ρόλος του απόστρατου κονφερασιέ με την εμπρηστική ρητορική και να απευθυνθούν απερίσπαστοι στο ποίμνιο οι μελανοχίτωνες εκπρόσωποι του πιο ακραίου ελληναρότυπου.

 

Άλλο ένα βήμα κανονικοποίησης της μαυρίλας επετεύχθη, και μάλιστα σημαντικό. Και δεν είναι «δυστοπίες» αυτά, ούτε μαζοχιστική επίκληση στον μπαμπούλα του φασισμού. Συμβαίνουν ήδη αλλού, όχι μόνο στην Ανατολική Ευρώπη αλλά και απανταχού της Δύσης.

 

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ έδειξαν ότι ένα 35% του πληθυσμού τοποθετεί ιδεολογικά τον εαυτό του όχι στη συντήρηση αλλά στην ακραιφνή δεξιά. Και χεστήκανε κιόλας άμα τους πεις φασίστες.

 

Διάβαζα με αφορμή τον σάλο που ξέσπασε στη Γαλλία σχετικά με την έκδοση ή όχι (τελικά ματαιώθηκε, νομίζω) των αγρίως αντισημιτικών φυλλαδίων του Σελίν αναφορικά με την ιστορία του διάσημου εκδοτικού οίκου Gallimard, που σκόπευε να τα επανεκδώσει για πρώτη φορά μετά την Κατοχή.

 

Τον καιρό εκείνο, ο Gallimard είχε αποφασίσει να μην αναστείλει τη λειτουργία του, μπαίνοντας σε μια αμφιλεγόμενη διαδικασία συμβιβασμού με τους κατακτητές, συστεγάζοντας στα γραφεία του οίκου ως επιμελητές τον φασιστόφιλο συγγραφέα Drieu La Rochelle μαζί με τον αντιστασιακό εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού «La Nouvelle Revue Française» Jean Paulhan.

 

Σε μία από τις πολλές αντίστοιχες υπερβατικού τύπου ιστορίες που προέκυψαν κατά την Κατοχή στη Γαλλία, ο «συνεργάτης» και ο «αντιστασιακός» συνεργάστηκαν υποδειγματικά, με κοινό κριτήριο τον ενθουσιασμό για την υψηλή λογοτεχνία.

 

Ωραίο στόρι, άλλες εποχές, ακραίες συνθήκες που γεννάνε εξαιρέσεις και υπερβάσεις. Στις μέρες μας, πάντως, τέτοιου είδους συνυπάρξεις και εκεχειρίες μοιάζουν αδύνατες και εκτός πραγματικότητας.

 

Πώς να συνυπάρξει κάποιος που θέλει να πάει η χώρα του μπροστά (κι αν δεν πάει, δεν θα πεθάνουμε κιόλας, όχι γι' αυτό τουλάχιστον) και να ξεκολλήσει από τις βαριές συλλογικές παθολογίες της με αυτούς που θέλουν να τη βυθίσουν στα συμπλέγματα και στην πάση θυσία συντήρηση των πιο (αυτο)καταστροφικών ενστίκτων; Πώς ακριβώς να σεβαστείς την εκτόνωση που, όπως όλοι, δικαιούται, όταν αυτή γίνεται νερό στον μύλο των πιο αχρείων από τους αχρείους; Πόσες πατητές θα φάμε μέχρι να πούμε «δεν βαριέσαι, θ' αράξω εδώ στον βυθό»;

 

 

Το άρθρο δημοσιευθηκε στην έντυπη LiFO