Κύλησε και φέτος η παραδοσιακή «αμερικανιά» των γιορτών προς τη φυσιολογική κατάληξή της, δηλαδή το «resolution» (απόφαση/επίλυση ή απόφαση επίλυσης) για τη νέα χρονιά, ένα έθιμο που πάντως έχει, υποτίθεται, τις ρίζες του στην αρχαία Βαβυλωνία.

 

Τι resolution και αηδίες, θα μπορούσε να πει κανείς (και πολλοί το είπαν), το βάδισμα τύπου «τοίχο-τοίχο» και «μέχρι τότε ποιος ζει - ποιος πεθαίνει» που εξασκούμε οι περισσότεροι δεν ευνοεί ακριβώς μακροπρόθεσμες προβολές και σταδιακούς προγραμματισμούς.

 

Οι αποφάσεις που παίρνουμε με την είσοδο του νέου έτους πιο πολύ με ευχή στον άνεμο μοιάζουν στον ζαλισμένο απόηχο του έντονου μέχρι ασφυξίας συναισθηματισμού των γιορτινών ημερών παρά με συνειδητή επιλογή ή με κάτι, τέλος πάντων, που πραγματικά εμπεριέχει ισχυρή βούληση και αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Ας αφήσουμε κατά μέρος το γεγονός ότι κατά βάθος οι άνθρωποι δεν θέλουν να απαλλαγούν από τα προσωπικά τους δράματα.

 

Αν επέλεγα, πάντως, μια απόφαση για το νέο έτος, θα ήταν μάλλον κάτι στο εξής πλαίσιο: λιγότερη ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια, λιγότερη καλλιέργεια του προσωπικού μας brand identity (σύγχρονες ματαιότητες) και σαφώς λιγότερη «στράτευση», ειδικά στα δύο μεγάλα πολιτικά μέτωπα που έχουν διαμορφωθεί.

Είναι κάπως σαν την άλλη φρέσκια πατέντα του «στεγνού Γενάρη» (dry January), που μετά τις χριστουγεννιάτικες κραιπάλες αποφασίζει κανείς να αποτοξινωθεί εντελώς κατά τον πιο σκοτεινό και ζόρικο μήνα του χρόνου. Πιο φυσιολογικό, εξάλλου, μου φαινόταν πάντα να εισέρχεται κανείς σε τέτοια διαδικασία καθοριστικών αποφάσεων τον Σεπτέμβρη, όταν δεν κρέμεται από πάνω του σαν απειλητικό εκκρεμές άλλη μια ημερολογιακή χρονιά που θυμίζει χρονολόγιο επιστημονικής φαντασίας, ειδικά σε όσους θυμόμαστε τον περασμένο αιώνα.

 

Το 2018 είναι μόλις μία χρονιά πριν από το έτος που διαδραματίζεται η αυθεντική Blade Runner ταινία του 1982 κι ακόμα δεν έχουμε δει «ρέπλικες» και ιπτάμενα αυτοκίνητα ούτε για δείγμα.


Το πιο ρεαλιστικό που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να θέσει κάποιες προτεραιότητες και να προσπαθήσει να τις διεκπεραιώσει, αν του το επιτρέψουν οι απρόβλεπτες και αμείλικτες περιστάσεις. Μόνο υγεία, που λένε, και τα υπόλοιπα τα διαχειρίζεσαι. Το έχω σκεφτεί κι εγώ πολλές φορές ότι κάποτε, στο βαθύ μέλλον –αν φτάσουμε ως εκεί–, θα λέω «μα, τι μαλάκας που ήμουνα: είχα την υγεία μου και μπορούσα να κάνω τα πάντα και αντ' αυτού καθόμουν κι έβραζα στη μοιρολατρία, στη φοβία, στην οκνηρία, στο υπαρξιακό Αngst».

 

Ναι μεν σαφώς, αλλά κατά βάθος ουδείς εύχεται κάτι τόσο ξενέρωτο και δεδομένο όσο η υγεία (το γνωρίζω ότι δεν είναι δεδομένο, είμαι σε ηλικία που έχω ήδη το μερίδιό μου στην εμπειρία θνητότητας και θρήνου). Ευτυχία; Πολύ αφηρημένο. Δεν υπάρχει άλλωστε τέτοια κατάσταση, παρά κάτι στιγμές μόνο, που μάλιστα αναγνωρίζονται ως πολύτιμες και μοναδικές εκ των υστέρων συνήθως.


Είναι ανθρώπινο και θεμελιώδες δικαίωμά μας να δίνουμε, είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους, υποσχέσεις που δεν μπορούμε να τηρήσουμε, όπως έλεγε και ο καημένος ο Νίτσε, εννοώντας (μάλλον) ότι συγχρόνως είμαστε και δεν είμαστε ήδη το άτομο στο οποίο θα εξελιχθούμε στο άμεσο μέλλον. Συνήθως, εξάλλου, κανείς εκπλήσσει (ή εκπλήσσεται από) τον εαυτό του ευχάριστα εκεί που δεν το περιμένει, από το πουθενά. Κατά κανόνα, από την πρόκληση μιας δύσκολης περίστασης.

 

Η υπόσχεση όμως προσδίδει και μια επιπλέον αίσθηση ταυτότητας, τονίζει το εγώ, κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό στην τρέχουσα εποχή όπου κυριαρχεί η λογική του μελισσιού και οι προσωπικότητες χάνονται στο βουητό της ψηφιακής επικοινωνίας.

 

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, σύμφωνα με σχετικές στατιστικές έρευνες, η απόφαση (για τη νέα χρονιά) να συμμετέχει κανείς όσο λιγότερο γίνεται στα social media έχει ξεπεράσει σε συχνότητα τις συνηθισμένες υποσχέσεις για περισσότερη σωματική και πνευματική εξάσκηση (αυτο-βελτίωση γενικώς), περισσότερα ταξίδια, περισσότερη συμπόνια για τους συνανθρώπους που υποφέρουν.

 

Αν επέλεγα, πάντως, μια απόφαση για το νέο έτος, θα ήταν μάλλον κάτι στο εξής πλαίσιο: λιγότερη ομφαλοσκόπηση και εσωστρέφεια, λιγότερη καλλιέργεια του προσωπικού μας brand identity (σύγχρονες ματαιότητες) και σαφώς λιγότερη «στράτευση», ειδικά στα δύο μεγάλα πολιτικά μέτωπα που έχουν διαμορφωθεί και μας δυναστεύουν καθημερινά με την αφόρητη (και καταστροφική) εμφυλιοπολεμική, αντιθεσμική ρητορική τους. Κι ας κινδυνεύει να χαρακτηριστεί κανείς «ισαποστάκιας» ή ακόμα και τρολ μιας «κεντρώας», απολιτίκ ουδετερότητας.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO