Κάποτε μου φαίνονταν εκνευριστικοί, αντιπαραγωγικοί, μίζεροι και γκαντέμηδες οι καθ' έξιν πεσιμιστές και μοιρολάτρες. Τώρα πια δεν αντέχω τους αφηρημένα αισιόδοξους. Αυτούς που μοιάζουν να βιώνουν τη θολούρα του χανγκόβερ χωρίς τον πονοκέφαλο και τη μόνιμη τάση για έμετο. Αυτούς που βλέπουν μπροστά, διατηρούν ακμαίες ποικίλες ψευδαισθήσεις απεμπλοκής από τα πλοκάμια της κρίσης και δρομολογούν πενταετή (ή ακόμα πιο μακροπρόθεσμα) πλάνα προσωπικής ανάπτυξης. Άσ' το καημένε, μην το γρουσουζεύεις, μακάρι να συμβεί και σε σένα και σε όλους μας το αισιόδοξο σενάριο. Όχι ότι πετυχαίνει συχνά κανείς πλέον τέτοιες σπιρτόζες αντιλήψεις.


Μέχρι και πολύ πρόσφατα όλο και κάποιος/α, ανεξαρτήτως τρέχοντος πολιτικού δόγματος, θα τύχαινε να σε στριμώξει κάπου σε κάποιο σουαρέ, ξετυλίγοντας προβολές προοδευτικής ανάτασης βασισμένες σε διαφαινόμενες τάσεις, ελπιδοφόρους δείκτες και έγκυρες πηγές: «Θα φύγουν αυτοί από την εξουσία και θα γλιτώσουμε...» ή «θα κάνει ταχυδακτυλουργικά ο Τσίπρας... προεδρικές... βουλευτικές... αλλαγή συσχετισμών μπλα μπλα...» ή, ξέρω γω, νομοτελειακά ή ως διά μαγείας θα κλείσει απότομα ο κύκλος της ανωμαλίας και θα ξυπνήσουμε μια ωραία πρωία και θα διαπιστώσουμε με ανακούφιση ότι όλα ήταν ένα μακρύ, κακό όνειρο.

 

Οι ψευδαισθήσεις αντέχουν, πάντως, και ανάμεσα στους θιασώτες τους οι πιο (κωμικο)τραγικές φιγούρες είναι όσοι μέσα τους τρέφουν την πλάνη ότι όχι μόνο θα ξυπνήσουν από το κακό όνειρο αλλά θα έχουν μεταφερθεί με κάποιου είδους χρονομηχανή και στη δεκαετία του 1990.


Πάνε αυτά. Το ισοπεδωτικό μούδιασμα έχει επικρατήσει πανηγυρικά, ελάχιστοι στηρίζουν ελπίδες στην απρόβλεπτη αποτελεσματικότητα των πολιτικών εξελίξεων, ειδικά ύστερα από τα απανωτά φιάσκα των πάσης φύσεως υπερκομματικών ζυμώσεων και ουδείς αποτολμά αισιόδοξες προβλέψεις από τη στιγμή που ούτε μία τέτοια δεν έχει επαληθευτεί κατά την τελευταία τραυματική πενταετία. Οι ψευδαισθήσεις αντέχουν, πάντως, και ανάμεσα στους θιασώτες τους οι πιο (κωμικο)τραγικές φιγούρες είναι όσοι μέσα τους τρέφουν την πλάνη ότι όχι μόνο θα ξυπνήσουν από το κακό όνειρο αλλά θα έχουν μεταφερθεί με κάποιου είδους χρονομηχανή και στη δεκαετία του 1990, τότε που όλα ήταν καλά, ανθηρά, ευοίωνα και αποκλειστικά φιλελεύθερα, ό,τι κι αν αντιπροσωπεύει πλέον ο άγρια χειραγωγημένος αυτός όρος. Κατανοητό εν μέρει το συναίσθημα, όσο μάταιες και παράλογες κι αν φαίνονται τέτοιες ονειρικές προσδοκίες. Μικροαστικής ανατροφής είμαι, οπότε καταλαβαίνω από ουτοπικές λαχτάρες και ψευδαισθήσεις ανέλιξης.

 

Κατανοώ επίσης και τον άγριο ανταγωνισμό που επικρατεί στον χώρο της (βάναυσα κακοπληρωμένης ως επί το πλείστον) εργασίας και τις πάσης φύσεως κακίες, μοχθηρίες, μικροπρέπειες και μισαλλοδοξίες που αυτό συνεπάγεται. Αυτό που δεν κατανοώ απολύτως είναι –μέσα σε όλα τα υπόλοιπα δυσώδη απόνερα της κρίσης– μια νέα αδιακρισία που φαίνεται να αναδύεται αγέρωχη και απειλητική, σκιάζοντας τις ήδη δοκιμαζόμενες ανθρώπινες σχέσεις εδώ, στην πρώην «γη της Επαγγελίας» (copyright 2004). Όλοι εμφανίζονται να επιθυμούν διακαώς να γνωρίζουν εάν και πώς και με ποιους συμβιβασμούς βιοπορίζεται ο πλησίον, για να μπορέσουν να βγάλουν κατ' αναλογία μια ικανοποιητική σούμα για τη δική τους ύπαρξη. Κατά συνέπεια, είμαστε όλοι διαφανείς, εκτεθειμένοι και τραγικά ευάλωτοι, και μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούμε να κοροϊδέψουμε με σχετική ασφάλεια την ομήγυρη αλλά και τον εαυτό μας.


Τυχεροί στην ατυχία τους κάποιοι από τους millennials που το μόνο δίλημμα που έχουν να ζυγίσουν είναι το «should I stay or I should I go?». Τουτέστιν: να βρω τρόπους να την κάνω ή να κάτσω εδώ να περιμένω τις εξελίξεις, να κάνω το καθιστικό του πατρικού airbnb για τουρίστες που αναζητούν Βερολίνα και Νέες Υόρκες πριν από τον «εξευγενισμό» και ίσως να χτυπάμε πού και πού παρέα και καμιά τελετουργία εξέγερσης στα Εξάρχεια; Και γιατί όχι, στο φινάλε; Με γεια τους, με χαρά τους. Να έλειπε μόνο αυτό το αλαζονικά κενό ύφος που δεν συνάδει ακριβώς με ριζοσπαστικές/κοινωνικές πολιτικές ούτε και με συμπόνια στους συμπολίτες μας που δεν έχουν πια την πολυτέλεια των διλημμάτων και βρίσκονται μονίμως με την πλάτη στον τοίχο και με τα αδιάκριτα βλέμματα του κοινωνικού περίγυρου πάνω τους πότε να μετουσιώνονται σε οίκτο και πότε σε χαιρέκακη απάθεια.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO