Στην Ιταλία έχουμε ένα αξιοσημείωτο, τεράστιο ρήγμα. Το ρήγμα ανάμεσα στην πολιτική της Ιστορία μέχρι τη δεκαετία του '90 και σε αυτό που παρουσιάζεται στη χώρα την τελευταία τριακονταετία.

 

Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι μια χώρα με το ισχυρότερο Κομμουνιστικό Κόμμα και την πιο θορυβώδη ανατρεπτική αριστερά της Δύσης έχει τώρα ένα ριζοσπαστικό αριστερό ψηφοδέλτιο της τάξης του 1%, ένα χλιαρό αριστερό του τρία και κάτι, ένα προοδευτικό Κέντρο του 19% και έπειτα ένα 63% που περιλαμβάνει μεταμορφισμούς της Δεξιάς και υβριδικούς λαϊκιστές.


Θα σταθώ, απλώς, σε ένα βιογραφικό. Είναι ενός από τους κερδισμένους αυτών των εκλογών, του Ματέο Σαλβίνι.

 

Ο Σαλβίνι, ο επικεφαλής της Λέγκας του Βορρά, γεννήθηκε το 1973. Μωρό δηλαδή και μικρό παιδάκι στα χρόνια της άλλης Ιταλίας, των χρόνων του Μολυβιού, των νεοφασιστικών σφαγών και της ακροαριστερής εφόδου για τη «συντριβή του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού».

 

Αυτός, λοιπόν, ο πολιτικός, που έχει πρότυπο τον Όρμπαν της Ουγγαρίας και υποστήριξε τον Ντόναλντ Τραμπ, το 1997 ήταν εκπρόσωπος των «κομμουνιστών της Παντανίας», της αριστερής τάσης του αυτονομιστικού κινήματος.

 

Από τα κοινωνικά κέντρα της εναλλακτικής αριστεράς πέρασε στον αντι-ευρώ εθνικισμό και στην «Ευρώπη των Εθνών», κάπου ανάμεσα στους Πάνους Καμμένους και τις Μαρίν Λεπέν της Ευρώπης.

 

Η Ιταλία του 2018 εξωτερικεύει την επώδυνη κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού που απασχολεί πολλές κοινωνίες της εποχής. Που γνώρισαν τη διάβρωση, μα δεν έχουν κατορθώσει ακόμα να ολοκληρώσουν το πένθος για τη ματαίωση των ιστορικών τους ονείρων.


Τώρα είναι έτοιμος να κάνει τη στροφή στον ρεαλισμό, δηλαδή να δηλώσει κομμάτι αναπόσπαστο μιας «κεντροδεξιάς» συμμαχίας.

 

Από την άλλη, ο μεγαλύτερος κερδισμένος των εκλογών αυτών, το Κίνημα Πέντε Αστέρων, έχει επικεφαλής τον γιο ενός επιφανούς μέλους του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος (MSI), κόμματος ιστορικού επιγόνου του ιταλικού φασισμού.

 

Και αυτός, ωστόσο, ο γεννημένος το '86 Λουίτζι ντι Μάτζιο, μοιάζει με προϊόν των διαλυτικών φαινομένων της μπερλουσκονικής Ιταλίας.

 

Ο Σαλβίνι, ο Ντι Μάτζιο αλλά ακόμα και ο ίδιος ο Ρέντσι του καθηλωμένου Δημοκρατικού Κόμματος είναι εκδοχές της ιδεολογικής και πολιτιστικής κρίσης που σάρωσε τόσο την Ιταλία των συναινέσεων όσο και την Ιταλία των ρήξεων και των επαναστατικών ουτοπιών.

 

Το παλιό σύστημα, ο παλαιός κόσμος, ήταν η κληρονομιά του καθολικισμού, του αντιφασισμού, της ιδέας της Αντίστασης.

 

Ήταν η Ιταλία των μεγάλων και σκοτεινών πολιτικών ανδρών, της κρατικής και ανατρεπτικής συνωμοσίας αλλά και ενός μοντερνισμού που έφερνε φρέσκο αέρα στο σινεμά, στη λογοτεχνία, στις καινοτομίες της καθημερινότητας.

 

Αυτός ο κόσμος φιλοξένησε την εξτρεμιστική πολιτικοποίηση και την τρυφερή και ειρωνική κριτική του αριστερισμού στα φιλμ του Νάνι Μορέτι.

 

Ήταν ο κόσμος όπου ο νεότερος Μπερλουσκόνι είχε σχέσεις με τη μασονική στοά P2 και όπου σε εφημερίδες της κομμουνιστικής αριστεράς μπορούσε κανείς να διαβάζει πολύ τολμηρά και φιλελεύθερα άρθρα.

 

Και, βέβαια, η Ιταλία της Ολιβέτι, της Φίατ, του Πόρτο Μαργκέρα, του μεγάλου εργοστασίου και των συνδικάτων.

 

Όλο αυτό το ιστορικό και πολιτιστικό πλέγμα, όλες αυτές οι μορφές ζωής που συμπλέκονταν θανάσιμα, αλλά ζούσαν σε παράδοξη εξάρτηση η μία από την άλλη αρχίζουν να διαλύονται από τα τέλη του '80 κι έπειτα.

 

Είναι μια κοινοτοπία να πει κανείς ότι η Ιταλία της trash tv και του μαζικού «φιλελεύθερου» ηδονισμού έβγαλε τον Μπερλουσκόνι και έφερε το τέλος των δύο ιστορικών παρατάξεων, της Χριστιανοδημοκρατίας και του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.


Αν θέλουμε, όμως, να καταλάβουμε το τώρα και τις υβριδικές οπορτουνιστικές φυσιογνωμίες τύπου Σαλβίνι ή Ντι Μάτζιο, αν θέλουμε, επίσης, να απαντήσουμε στο ερώτημα «πόθεν αυτός ο Μπέπε Γκρίλο» και οι άλλοι, δεν αρκούν οι εξηγήσεις της μόδας. Ούτε το μεταναστευτικό ούτε οι δυσκολίες της κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, ειδικά για τον ιταλικό Νότο.


Με μια έννοια, εδώ και πολλά χρόνια (πριν από την όξυνση της μεταναστευτικής κρίσης) η Ιταλία ζει το απότομο και βίαιο τέλος παραδόσεων και μορφών ζωής που έφτιαξαν τη χαρακτηριστική μοντέρνα της ταυτότητα.

 

Η αναβίωση σήμερα των νεοφασιστικών πολιτοφυλακών και η διατήρηση μορφών αριστερού εξτρεμισμού δεν πρέπει να ξεγελούν.

 

Ο «φασισμός» και ο «αντιφασισμός» ανήκουν στον ιστορικό κύκλο που έχει κλείσει. Είναι αναδρομικά βιώματα για τις γενιές που ζουν με ξέφτια από τη δεξιά και την αριστερά, ανάμεσα στον ηττημένο εγωισμό της κρίσης και στον φόβο μιας περαιτέρω πτώσης.


Στο έδαφος αυτό ανθεί ο λόγος τού «να πάνε να γαμηθούν όλοι τους». Ναι, αυτό είναι αντιπροσωπευτικό σύνθημα, το vaffanculo, που το λάνσαρε πριν από χρόνια ο Μπέπε Γκρίλο.

 

Ανάμεσα στο vaffancullo και στην πραγματιστική του μεταμφίεση, στο ανάθεμα για το ευρώ και στα παζάρια αυτοσυντήρησης για επίδοξους Ζέλινγκ της πολιτικής, η Ιταλία ξαναπαίρνει τον δρόμο της αστάθειας.

 

Δεν ήταν, φυσικά, ποτέ παράδειγμα σταθερότητας. Ήταν ωστόσο μια χώρα που τροφοδότησε την άλλη Ευρώπη με ιδέες, σχέδια, τέχνη και στυλ ζωής. Μια χώρα πολύ μοντέρνα με πολλές «αρχαϊκές» πλευρές ‒ και εδώ είναι άλλο ένα παράλληλο με την Ελλάδα.


Το σημερινό χάος της δεν έχει όμως καμιά σχέση με εκείνη την αριστουργηματική ταινία των Ταβιάνι πάνω στις ιστορίες του Πιραντέλο.

 

Η Ιταλία του 2018 εξωτερικεύει την επώδυνη κρίση ταυτότητας και προσανατολισμού που απασχολεί πολλές κοινωνίες της εποχής.

 

Που γνώρισαν τη διάβρωση, μα δεν έχουν κατορθώσει ακόμα να ολοκληρώσουν το πένθος για τη ματαίωση των ιστορικών τους ονείρων.