Ζώντας στον αστερισμό των συλλαλητηρίων και της έντασης για το Σκοπιανό/Μακεδονικό, πέφτουμε πάλι πάνω στα σύμβολα. Στο πώς τα αξιολογούμε στη ζωή μας και πώς τα υποδέχεται το πολιτικό μας βλέμμα. Το όνομα του γειτονικού κράτους, η σημαία, οι επιμέρους ονομασίες αεροδρομίων, αγαλμάτων, κτιρίων αποκτούν, ξανά, μεγάλες διαστάσεις. Για τους πολλούς, για τους περισσότερους (αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις), τα σύμβολα είναι πιστοποιητικά ταυτότητας.

 

Όπως πριν από χρόνια το θρήσκευμα στην αστυνομική ταυτότητα χώριζε αυτούς που έβλεπαν κυρίως ένα διοικητικό έγγραφο από τους πολλούς που θεωρούσαν πως παίζεται κάτι βαθύτερο, η ίδια η αίσθηση του εαυτού και της ύπαρξής τους. Έλεγαν μάλιστα πως αν αφαιρούνταν το θρήσκευμα (το Ορθόδοξος/η), αυτοί θα ένιωθαν πως κάτι τους λείπει, πως έγιναν μισοί άνθρωποι ή μάλλον μισοί Έλληνες.


Θυμάμαι πάντα εκείνη τη βέβηλη φράση του Βασίλη Διαμαντόπουλου με αφορμή το κάψιμο της σημαίας από τους αναρχικούς: σε τελική ανάλυση, «είναι ένα κουρελόπανο» είχε πει, ξεσηκώνοντας θύελλα. Τέτοιες κουβέντες θα μπορούσαν να σταθούν σε ένα αναρχοντανταϊστικό, πανκ και μηδενιστικό συμφραζόμενο ‒ έτσι, για να ταράζουν την τάξη των νοημάτων. Στην πολιτική όμως δεν υπάρχουν «κουρελόπανα» ούτε αδειανά πουκάμισα, τα σύμβολα έχουν ισχύ και δεσμεύουν τον τρόπο που ζούμε και κρίνουμε τις καταστάσεις. Ακόμα και όταν επικρίνουμε τους φετιχιστές τους, ξέρουμε πως η ζωή είναι φτιαγμένη από τέτοιες προσκολλήσεις και δεσμούς. Και ότι συχνά έχουν μεγαλύτερη επίδραση στην εξέλιξη της Ιστορίας από τα υπερτιμημένα υλικά συμφέροντα και το χρήμα.

 

Γι' αυτό και τα σύμβολα είναι πάντα ένα λεπτό και επικίνδυνο «υλικό». Ακριβώς γιατί δεν είναι ύλη αλλά προβολές φόβων και συγκινήσεων που δεν εξηγούνται με τους κανόνες της τυπικής λογικής.


Έτσι και το «όνομα της Μακεδονίας» έχει γίνει ένα θερμό σύμβολο που εδώ και είκοσι πέντε χρόνια υπερβαίνει τις νομικές και διπλωματικές του διαστάσεις. Γύρω από το όνομα πολλοί αισθάνθηκαν και νιώθουν πάντα πως απειλούνται και θίγονται προσωπικά. Στην άλλη πλευρά των συνόρων, η λέξη Μακεδονία έγινε υπαρξιακή υπόθεση, ενώ σ' εμάς η διένεξη γεννάει πραγματικές αγωνίες. Άσχετα από το προφανές ιδεολογικό και πολιτικό παιχνίδι πάνω σε αυτές τις αγωνίες, αυτές υπάρχουν και μπορούν να κάνουν πολλά: να χαλάνε προσωπικές σχέσεις ή να κλονίζουν πολιτικές φιλίες και συγγένειες.

 

Αυτό που μου κάνει εντύπωση τώρα είναι πως άνθρωποι που έχουν πανομοιότυπες αντιλήψεις για την κυβέρνηση, την οικονομία, τα δημόσια και κοινωνικά προβλήματα, χωρίζουν και ψυχραίνονται για το Μακεδονικό/Σκοπιανό. Όσο λογικά και αν μιλήσουν μεταξύ τους, όσες ιστορικές και πολιτικές αναδρομές και αν δοκιμάσουν στο παρελθόν του προβλήματος, στο τέλος μένουν με τη διαφωνία και τη λύπη πως δεν έγιναν κατανοητοί ο ένας στον άλλον. Και αυτή, βέβαια, είναι η πιο πολιτισμένη εκδοχή, γιατί υπάρχουν και πολλά παραδείγματα συμβολικής –ευτυχώς‒ «αλληλοεξόντωσης».


Το σύμβολο δεν είναι άλλωστε μόνο κάτι που μας ενώνει (συν-βάλλει) με τους άλλους αλλά και αυτό που γεννάει την έριδα και την οργή. Το ότι ακόμα και αν συμμεριζόμαστε κοινές αξίες διαφέρουν οι ευαισθησίες, οι ερμηνείες και οι εικόνες που κουβαλάμε μαζί μας. Και κυρίως διαφέρουν οι φόβοι μας, ακόμα και αν λέμε πως έχουμε κοινούς στόχους.


Γι' αυτό και τα σύμβολα είναι πάντα ένα λεπτό και επικίνδυνο «υλικό». Ακριβώς γιατί δεν είναι ύλη αλλά προβολές φόβων και συγκινήσεων που δεν εξηγούνται με τους κανόνες της τυπικής λογικής. Καταλαμβάνοντας έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στη λογική και στην πίστη, στην πολιτική και στη θρησκεία, πράγμα που δυσκολεύει και περιπλέκει τον πολιτικό χειρισμό.

 

Ας σταθούμε όμως εδώ, σε αυτήν τη δυσκολία που έχουν τα σύμβολα και οι διαφωνίες γύρω από αυτά. Ένα πράγμα είναι να αναγνωρίζουμε τη σημασία τους και το γεγονός πως μπλέκονται πραγματικά στην ταυτότητα του διπλανού και στη δική μας. Άλλο θέμα είναι όμως η πολιτική να μην υποκύπτει απλώς στις δημοφιλείς και φορτισμένες εκδοχές των συμβόλων. Γιατί εκτός από τα συναισθήματα και την Ιστορία, υπάρχει και η βελτίωση των πραγμάτων, η επιθυμία για έξοδο από την αδράνεια και τα αδιέξοδα.


Ο μοντερνισμός που περιφρονεί τα συμβολικά θέματα και τα απογυμνώνει ή τα ειρωνεύεται αφ' υψηλού δεν βγάζει πουθενά πολιτικά. Η θέση του είναι καθαρά ατομική και καλλιτεχνική, αν και έχει περάσει προ πολλού η εποχή της εξέγερσης κατά των «ιερών συμβόλων».


Σήμερα, όμως, ο άνεμος είναι με το μέρος των συμβόλων που πάνε να καλύψουν το κενό σε αυτό που οι παλιότερες γενιές ονόμαζαν ιδανικά. Οι άνθρωποι καλύπτονται από τατουάζ με ρητά και εικόνες, τα σημαιάκια είναι παντού και ίσως οι στολές να ασκούν ξανά κάποια έλξη μετά από δεκαετίες παραμερισμού τους από το συλλογικό φαντασιακό.


Το θέμα έχει πολλές και μάλλον ανώδυνες πλευρές στην καθημερινότητα. Δεν ισχύει όμως το ίδιο με ζητήματα που κινητοποιούν, θυμώνουν και πεισμώνουν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Στην πολιτική τα σύμβολα και οι μάχες τους χρειάζονται εξηγήσεις και κάποια απόσταση. Αν, φυσικά, συμφωνούμε πως η λύση των προβλημάτων δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη σωτηρία της ψυχής ή το «αίσθημα δικαίου» μιας πλειονότητας ή μιας μειονότητας.


Τα σύμβολα θα έχουνε πάντα τη μυστική ζωή τους μέσα στα λόγια και σε όσα δεν εκδηλώνουμε αλλά τα κρατάμε, για διαφόρους λόγους, μέσα μας. Από κει και πέρα, ας μην τα αφήσουμε να γίνουν η πρώτη ύλη για νέες δημαγωγίες που πληρώνονται ακριβά. Όποτε η μεταφυσική πήρε το πάνω χέρι στις πολιτικές μας κρίσεις –απ' όπου φυσικά δεν μπορεί να ξεριζωθεί– γέννησε τέρατα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO