Το συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη ήταν σαν ένα νεύμα που απελευθέρωσε τις πιο διαφορετικές γνώμες, αποκαλύπτοντας πόσο περίπλοκος είναι ο συναισθηματικός και πολιτικός χάρτης της συγκυρίας. Πολιτικές επιδιώξεις, απωθημένοι φόβοι, διαιρέσεις για το θέμα σε χώρους που κανείς δεν θα το περίμενε. Φάνηκε έτσι κάτι που το ξέρουμε και από άλλες αιχμές της τελευταίας περιόδου: οι πολιτικές ταυτίσεις των ανθρώπων γίνονται πιο αστάθμητες όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη μνημονιακή μηχανική.


Για παράδειγμα, κόσμος που εκφραζόταν μέχρι πρόσφατα με έναν φλογερό αντιλαϊκισμό φαίνεται να ανακαλύπτει τώρα πόσο ωραίο πράγμα είναι ο λαός στους δρόμους, η ρητορική της μαχόμενης αξιοπρέπειας και οι συμβολισμοί της ρήξης με τους «ριψάσπιδες» και τους «χλιαρούς».

 

Άνθρωποι που ορκίζονταν σε κάποιο κόμμα της Λογικής και της ορθοφροσύνης δείχνουν ξαφνικά να μην έχουν μεγάλο πρόβλημα με τους πατριωτικούς υπερθετικούς και τις λατρεμένες ειδικές δυνάμεις του στρατηγού Φραγκούλη Φράγκου. Λένε να κοιτάμε το δάσος και όχι τα (κιτς, χρυσαυγίτικα κ.λπ.) δέντρα. Πολλοί, άλλωστε, ισχυρίζονται ότι το συλλαλητήριο ήταν καλό και αναγκαίο, ακόμα και αν οι περισσότερες ομιλίες, πολλά από τα συνθήματα και ένα κομμάτι του κόσμου που συμμετείχε ήταν ακροδεξιάς κοπής. Λένε ακόμα πως όταν ασκείς κριτική σε δημοφιλείς συλλογικές στάσεις είσαι απλώς ένας άκαπνος ελιτιστής και πάσχεις από τρομερή άγνοια της πραγματικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, στο τραπέζι πέφτουν οι ίδιες περίπου λέξεις και χαρακτηρισμοί που έγιναν πριν από λίγα χρόνια δικαιολογίες και του αντιμνημονιακού κινηματικού ριζοσπαστισμού.

 

Η μυστική επίδραση ενός εθνικισμού που φτιάχνεται από φόβους και ξεσπάσματα παντοδυναμίας, από μεγάλες δόσεις αυτο-υποτίμησης και αιφνίδια επεισόδια αυτο-υπερτίμησης. 


Αναρωτιέμαι όμως πως μπορεί κάποιος να μη βλέπει τι συμβαίνει. Μάλλον να κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Δεν αναφέρομαι εδώ σε όσους παραδέχονται ψυχρά πως μόνο έτσι μπορείς να νικήσεις στις επόμενες εκλογές, όταν δηλαδή δεν έχεις ενδοιασμούς να χρησιμοποιήσεις όλα τα διαθέσιμα μέσα. Περισσότερο μυστήριο έχουν όσοι δείχνουν να συμμερίζονται πραγματικά την ιδέα πως κινδυνεύουμε ως χώρα από τους «Σκοπιανούς», πως η πολιτισμική μας υπόσταση απειλείται από μια τυχόν συμφωνία και πως είμαστε τα αιώνια θύματα των σχεδιασμών στην περιοχή.

 

Από μια άποψη, φυσικά, δεν υπάρχει εδώ κάποιο μυστήριο, αφού ρίχνουν τη σκιά τους δύο διαφορετικά πέπλα: από τη μια εμπειρίες αδυναμίας ή συλλογικής αποδυνάμωσης που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια από την οικονομική πτώση και τις παρενέργειές της. Η κοινή αίσθηση πως έχουμε πάρει την κάτω βόλτα, πως βυθιστήκαμε ως προς τα εισοδήματα αλλά και την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ασφάλειας. Πάνω από αυτό το πέπλο, όμως, υπάρχει και ένα δεύτερο, πιο λεπτό και σχεδόν αόρατο: η μυστική επίδραση ενός εθνικισμού που φτιάχνεται από φόβους και ξεσπάσματα παντοδυναμίας, από μεγάλες δόσεις αυτο-υποτίμησης και αιφνίδια επεισόδια αυτο-υπερτίμησης. Όταν περνάμε με ένα άλμα από το δεν είμαστε τίποτε στο μπορούμε να τους εξαναγκάσουμε να αλλάξουν αυτό κι εκείνο (ονόματα, χάρτες, βιβλία). Αυτό το πέπλο σε τυλίγει κι ας μη νιώθεις καθόλου την παρουσία του, και ας πιστεύεις επίσης πως αφορά μονάχα κάποιους «ανορθολογικούς», ενώ εσύ είσαι τέρας λογικής.


Διαβάζοντας ιστορίες του παρελθόντος μπορεί να είσαι βέβαιος πως ο εθνικισμός διέθετε συχνά αυτή την ιδιαίτερη δύναμη που δεν είχαν άλλες, συγκροτημένες ιδεολογίες. Μπορούσε να γλιστράει και μέσα στον πιο συγκρατημένο φιλελεύθερο νου, να μετατρέπει τον ψύχραιμο αστό σε φανατικό, να δεσμεύει ανεπαίσθητα τα συναισθήματα των αριστερών ή των φιλελεύθερων ακόμα και εναντίον των πεποιθήσεών τους.

 

Επιστρέφοντας, τώρα, στο συλλαλητήριο και στη σημερινή περίσταση, είναι προφανές πως δεν πρόκειται απλώς για μια «ευαισθησία του κόσμου», όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Η λέξη «ευαισθησία» μαρτυρά κάτι ανοιχτό για διαμόρφωση, για αλλαγή και διορθωτικές σκέψεις. Εδώ όμως έχουμε όλο το θερμό πλέγμα του ελληνικού εθνορομαντισμού: από τις πιο εξτρεμιστικές μέχρι τις πιο μπανάλ εκδοχές του, έτσι όπως στοιχειώνουν τη δημόσια σφαίρα εδώ και δεκαετίες.


Επίσης, άλλο είναι να διαβάζεις και να κατανοείς μια ευαισθησία (χρήσιμο πράγμα πάντα, ιδιαίτερα για τους κοινωνικούς επιστήμονες) και άλλο να κολακεύεις πολιτικά ένα λάθος ρεύμα. Γιατί το ρεύμα δεν είναι απλώς η άμεση δημοκρατία των λαϊκών συγκινήσεων αλλά και κατασκεύασμα και στοίχημα μιας συγκεκριμένης ελίτ. Είναι συγκεκριμένα δίκτυα, πρόσωπα και κοινωνικές σχέσεις μιας γνωστής εθνικιστικής τάξης που θέλει να υπαγορεύσει τους δικούς της όρους στο πολιτικό σύστημα.


Θα πει κανείς πως ένας αφηρημένος αντιεθνικισμός δεν αρκεί για να κατανοήσουμε τα συλλαλητήρια και γενικά την κίνηση των ανθρώπων στον ορίζοντα παρόμοιων γεγονότων. Ούτε και για να διαμορφώσει κανείς πολιτική σε σύνθετα ζητήματα. Είναι, όμως, βέβαιο πως ο εθνικισμός ψάχνει να βρει απλώς ενόχους για γενικότερες πολιτικές αποτυχίες και αντικειμενικές δυσκολίες. Ο εθνικισμός είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει κάθε αποτυχία σε προδοσία, μειοδοσία ή λιποταξία κάποιων. Eμποδίζοντας να κρίνουμε αυστηρά όχι μόνο τις επιδιώξεις των άλλων αλλά κυρίως τις δικές μας εθνικές καθηλώσεις και ανεπάρκειες. Kαι παραχωρώντας εν τέλει πολιτικό χώρο στους σύγχρονους φασίστες και στις φωνές του πιο αντιδημοκρατικού κομφορμισμού.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO