Το 2017 κλείνει και η χώρα μοιάζει να βαδίζει σε μια δεύτερη «δεκαετία του '90», μια πιο φτωχή εκδοχή της στροφής στην ιδιωτική σφαίρα και σε έναν κάποιο καταναλωτισμό. Έχει κανείς την αίσθηση πως η συνείδηση της εποχής διαμορφώνεται κλέβοντας στοιχεία από προηγούμενες φάσεις της ελληνικής ζωής για να σκεπαστούν πρόχειρα οι σημερινές αμηχανίες.


Τα χριστουγεννιάτικα πλήθη δείχνουν ξανά μεγάλα και κατακυριεύουν το κέντρο των πόλεων, αλλά στην πίσω πλευρά του τωρινού σκηνικού υπάρχει μια επιδοματική και οικογενειακή μιζέρια.


Φανερό είναι πως οι προσδοκίες έχουν αποσυνδεθεί τραυματικά από την πολιτική σφαίρα. Όσες από αυτές δείχνουν ζωντανές και κινούνται καταλήγουν σε ερωτήσεις για το «μέρισμα» ή για το πώς μπορεί ο καθένας να γλιτώσει το ένα ή το άλλο φορολογικό βάρος.


Η σχέση των πολλών με τα πολιτικά πράγματα ξαναγίνεται ακραία επιλεκτική και δύσθυμη, χωρίς τις δονήσεις και την εχθροπάθεια των πρώιμων μνημονιακών καιρών.

 

Ακόμα και οι βαρύθυμες, αντι-εορταστικές μουντάδες που πιάνουν πολλούς από εμάς αυτές τις μέρες είναι ένας τρόπος να συνδεόμαστε με τους άλλους. Σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι είναι ζώα αντοχής επειδή ακριβώς έχουν τον λόγο για να διεκτραγωδούν τις καταστάσεις.


Δείχνει αυτό μια κάποια σταθερότητα; Ναι, αν με τον όρο αυτόν εννοούμε το στένεμα φιλοδοξιών και ελπίδων, την πτοημένη ολιγάρκεια και τις τεχνικές με τις οποίες εξασφαλίζουμε λίγη ησυχία, όσοι και όσες μπορούμε.


Από μια άλλη πλευρά, όμως, όλο αυτό είναι στάσιμα νερά. Χιλιάδες δημιουργικές πράξεις συμβαίνουν γύρω μας, αλλά η συνολική αίσθηση είναι αυτή του λιμνάσματος.

 

Υπάρχουν φυσικά και όσοι θα πουν πως αρκεί ο καθένας να κάνει τη δουλειά του, να χειρίζεται τις υποθέσεις του και να περιπλέει, σχετικά υγιής, τη μέρα του. Αυτοί που καλούν να συνομολογήσουμε ένα συμβόλαιο αμοιβαίας αδιαφορίας και συγκατάβασης, αφού στο κάτω-κάτω σε δύσκολες εποχές ζούμε, άλλος ευκολότερα κι άλλος με τα ζόρια του.

 
Αυτός όμως ο εσωστρεφής ψευδο-ρεαλισμός φαίνεται να ξεχνάει ότι μπορεί εσύ «να κάνεις τη δουλειά σου», μα την ίδια στιγμή να συντρέχουν αναρίθμητοι λόγοι που την ακυρώνουν και τη χαραμίζουν.


Οι δημιουργικές στιγμές των ατόμων χρειάζονται ένα πλαίσιο για να υπάρξουν με συνέχεια στον χρόνο. Τα ωραία πυροτεχνήματα, οι λαμπρές εξαιρέσεις και τα προσωπικά παραδείγματα δεν μπορεί να γεμίζουν πάντα το κενό.


Στο επιτηδευμένα εύθυμο κλίμα των ημερών συνηθίζονται οι απολογισμοί, τα ευχετήρια και οι μεγαλοστομίες. Όσο κι αν μας κουράζουν και δίνουν τη γεύση μιας υπόγειας θλίψης και μιας βαθύτερης μοναξιάς, όλα αυτά υφαίνουν μια προσωρινή κοινωνική ενότητα.


Ακόμα και οι βαρύθυμες, αντι-εορταστικές μουντάδες που πιάνουν πολλούς από εμάς αυτές τις μέρες είναι ένας τρόπος να συνδεόμαστε με τους άλλους. Σε τελική ανάλυση, οι άνθρωποι είναι ζώα αντοχής επειδή ακριβώς έχουν τον λόγο για να διεκτραγωδούν τις καταστάσεις.

 

Το δύσκολο στοίχημα είναι να διασχίσει κανείς τις ανασφάλειες της εποχής χωρίς να μεταλλαχτεί σε τρομαγμένο οστρακόδερμο. Αυτό δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα αλλά και τα έθνη και τις συλλογικότητες.


Όταν κυκλοφορούν διάφοροι κίνδυνοι εκεί έξω, υπάρχει πάντα ο πειρασμός για μελαγχολική αναδίπλωση ή για την αδιέξοδη προσπάθεια να ξεπεράσεις τη μελαγχολία μέσω χοντρόπετσου κυνισμού. Από την Ιστορία ξέρουμε πως υπάρχει ένας ατομικισμός δίδυμος αδερφός του εθνικισμού της εσωστρέφειας.


Από τη μια η στροφή στα ιδιωτικά, θρεμμένη από τις απογοητεύσεις, και από την άλλη η αναζήτηση ενέργειας και συλλογικών ενθουσιασμών σε κάποιο είδος εθνικισμού. Αυτή η συμπαιγνία ανάμεσα στο απολιτικό ξεμάγεμα και στην εθνικιστική μέθη στάθηκε πολύ επικίνδυνη στο παρελθόν, ιδίως σε χώρες με πιο αναπτυγμένο αστικό πολιτισμό από τον δικό μας.


Αυτό τον καιρό βλέπουμε το πρώτο και ευτυχώς όχι το δεύτερο − τουλάχιστον ως ανερχόμενη πολιτική δυναμική στην Ελλάδα. Ίσως γιατί οι γνωστές περιπέτειες της «πρώτης φοράς αριστερά» στην εξουσία έχουν κάνει ύποπτη στα μάτια των ανθρώπων κάθε έννοια συλλογικής πολιτικής παραμυθίας − αριστερισμούς, εθνικισμούς, ακτιβισμούς κάθε λογής.


Ο θρίαμβος της «υπερπολιτικοποίησης» (πάντα, άλλωστε, η αριστερά διακηρύσσει πως όλα είναι πολιτικά) γεννάει καινούργια κύματα αποπολιτικοποίησης.


Και αυτός ο Δεκέμβριος του 2017 συνεχίζει, λοιπόν, τον κύκλο της μεγάλης δυσπιστίας και των μικρών διευθετήσεων που έχει ανοίξει από καιρό. Οι γιορτές αλλάζουν λίγο την ατζέντα, τα διαβάσματα, τους ρυθμούς. Κάθε χρόνο καταλαβαίνουμε όμως πως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς την ουτοπία των ευχών. Όπως έλεγε με τον τρόπο του ο Νίκος Καρούζος:

 


Ο χρόνος είν ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.