Μα, γιατί τόσο πολλοί γραφιάδες (από δημοσιογράφους μέχρι ποιητές) μαγνητίζονται από τις καταστροφές και τις συμφορές; Είναι απλώς εντυπωσιοθηρία, καλτ αρνητισμός, νοσηρή γοητεία; Ή μήπως η Ιστορία μας, η εθνική και η ευρωπαϊκή, είναι όντως μια ιστορία καταστροφών που δεν μπορείς, ακόμα και να ήθελες, να τις αγνοήσεις;


Πιάνω τον εαυτό μου, εδώ και χρόνια, να ξεψαχνίζει τα «αρχεία» των συμφορών του 20ού αιώνα. Κενά γνώσης της νεότητας καλύφθηκαν τα δέκα τελευταία χρόνια με δεκάδες σκοτεινές αφηγήσεις από τη σφαγή των χαρακωμάτων του Α' Παγκοσμίου, τους λιμούς στη Ρωσία και στην Ουκρανία, τις μαρτυρίες από τα στρατόπεδα εξόντωσης.


Με μια έννοια, πήγα κι εγώ προς το αίμα, προς την ιστορία των νεκρών γενεών και τις μνήμες των θυμάτων. Των κάθε λογής θυμάτων από τα πιο διαφορετικά συστήματα εξουσίας: αποικιακές αστυνομίες, βαρόνους του χρήματος, αυτοκρατορίες του Ολοκληρωτισμού, «απελευθερωτικά» κινήματα και θρησκείες. Δεν υπάρχει ισχυρός παίκτης της Ιστορίας που να μην άφησε πίσω του σκοτωμένους, εκτοπισμένους, περιθωριοποιημένους. Δεν υπάρχει θεός που να μην απαίτησε θυσίες.

 

Πώς μπορεί όμως να μείνει κανείς στις καταστροφές, χωρίς να μιλήσει για τις προόδους, την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, την ανάδυση του μυθιστορήματος και της σύγχρονης τέχνης, την τεχνολογική διευκόλυνση της καθημερινότητας, την έξοδο των γυναικών και των παιδιών από το καθεστώς της αφάνειας και της υποτίμησης;


Η καταστροφή είναι, λοιπόν, η μία όψη της κληρονομιάς μας, κάθε κληρονομιάς. Από τη μακρινή εποχή που οι homo sapiens ασκούσαν βία πάνω σε άλλα είδη αρχαϊκών ανθρώπων, πολύ πριν υπάρξουν οργανωμένες κοινωνίες και κράτη. Πλάι στην καταστροφή όμως πρέπει να αναγνωρίσει κανείς αυτό που ο Καστοριάδης θα ονόμαζε κοινωνική-ιστορική δημιουργία. Η Ευρώπη, για παράδειγμα, είναι κοινό έργο καταστροφής και δημιουργίας. Στο κάτω-κάτω, η Ευρώπη μπήκε στη νεότερη εποχή της με λυσσαλέους θρησκευτικούς πολέμους και με μια ιδρυτική επανάσταση, τη γαλλική, η οποία, ως γνωστόν, δεν τσιγκουνεύτηκε το αίμα.
 

Πώς μπορεί όμως να μείνει κανείς στις καταστροφές, χωρίς να μιλήσει για τις προόδους, την άνοδο του προσδόκιμου ζωής, την ανάδυση του μυθιστορήματος και της σύγχρονης τέχνης, την τεχνολογική διευκόλυνση της καθημερινότητας, την έξοδο των γυναικών και των παιδιών από το καθεστώς της αφάνειας και της υποτίμησης;

Αν είναι αδιαμφισβήτητο το βάρος που έχουν οι όλεθροι –με κορυφαίο άγος το Άουσβιτς–, είναι βαθιά ενοχλητική και η αποσιώπηση της άλλης κληρονομιάς: των σοβαρών μερτικών ελευθερίας, απολαύσεων και ειρήνης που συνοδεύουν την επέκταση του νεότερου φιλελεύθερου πολιτισμού.


Ξαναδιάβασα προ μηνών ένα από τα πιο εμβληματικά κείμενα των μέσω του 20ού αιώνα, τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού των Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο. Είναι, πιστεύω, ένα από τα πιο ανελέητα και θυμωμένα κείμενα που έβγαλε ποτέ η δυτική σκέψη. Γι' αυτό και μπορεί να σε καθηλώνει, μέσα από την υπερβολή της φράσης και την κραυγή κάτω από τους παρατακτικούς συλλογισμούς του. Είναι αυτό το έργο στο οποίο ο ξέφρενος ρυθμός μιας τζαζ μπάντας εξισώνεται με το μαστίγιο του ναζί αξιωματικού και όπου το γέλιο (τα αθώα χάχανα στις αμερικάνικες κωμωδίες) ενοχοποιείται ως αναισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο!


Το κείμενο αυτό πάει στα άκρα τη λογική της συνολικής καταγγελίας του δυτικού πολιτισμού. Είναι ένα πικρό μανιφέστο γύρω από τις αποτυχίες, τα εγκλήματα, τα ψεύδη και τις απατηλές υποσχέσεις της προόδου, του φιλελευθερισμού, του καπιταλισμού και της Τεχνικής.


Ας μην ξεχνάμε όμως πως πρόκειται για ένα κείμενο πολέμου, ένα τεκμήριο των αρχών της δεκαετίας του '40. Στο φόντο των οριακών του σκέψεων υπάρχει ο Χίτλερ, η ισπανική συντριβή, οι δίκες της Μόσχας. Και λίγο αργότερα, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η πυρηνική εποχή, αυτή που έγινε ο καθρέφτης όλων των φιλοσοφιών της απόγνωσης και της αγωνίας.

 

Το 1985, παρ' όλα αυτά, το ρουφούσα αυτό το μεγάλο, καθολικό κατηγορώ σαν νέκταρ. Γιατί; Διότι είχα την εντύπωση (και πολλοί, πολλοί άλλοι) ότι μόνο η μεγαλειώδης άρνηση προσφέρει βάθος και έκταση στη σκέψη. Να, όπως η Γουίνι στις Ευτυχισμένες Μέρεςτου Μπέκετ, βυθισμένη σε ένα βουνό σκουπιδιών, υπενθυμίζοντας:

«Υπάρχουν στιγμές που ακόμα κι οι λέξεις σ' εγκαταλείπουν. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει κανείς ώσπου να ξανάρθουν; Να χτενιστεί αν δεν το 'χει κάνει ή να λιμάρει τα νύχια του αν έχουν ανάγκη από λιμάρισμα. Έτσι, θα μπορεί να περιμένει ώσπου να 'ρθουν πάλι οι λέξεις».

 

Οι μηδενισμένοι ήρωες του Μπέκετ και η καθολική απόρριψη της μαζικής, καταναλωτικής κοινωνίας ως απάτης και δαιμόνιας χειραγώγησης από τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο ανήκουν στην ίδια στιγμή. Προβάλλουν μια διάγνωση ανθρωπολογικής καταστροφής απ' όπου δύσκολα διακρίνεται οδός διαφυγής. Και σταματούν έκθαμβοι μπροστά στην καταστροφή.


Μάλλον παραμένει ακόμα ελκυστικό το πακέτο αυτής της διάγνωσης. Γιατί ανανεώνεται διαρκώς, εμπλουτίζεται με καινούργια θέματα και συναντά την αιώνια ανάγκη των διανοουμένων να τραβούν την προσοχή με συμπεράσματα που κάνουν πάταγο.


Ήταν όμως ο Φλομπέρ που έλεγε πως δεν αγαπούσε τον πάταγο στη φράση. Δεν εννοούσε πως προτιμούσε τις μικρές, κομψευόμενες, σιγανές φράσεις που δοξολογούν τη συναίνεση των καλών αισθημάτων. Αλλά δυσπιστούσε ως προς την αξία που έχει η τρομοκρατική γενίκευση. Ειδικά στην τέχνη, που είναι το πεδίο των αποχρώσεων και δεν σηκώνει διακηρυκτικές μεγαλοστομίες.


Γι' αυτό μπορούμε να παραδεχτούμε πως αν οι καταστροφές αποτελούν τη μισή μας αλήθεια (και ενίοτε τα τρία τέταρτα της Ιστορίας), υπάρχει και το άλλο μισό. Απλώς οι ευτυχισμένες μέρες ή έστω οι όχι-τόσο-δυστυχισμένες μέρες των ανθρώπων, των μυριάδων ανωνύμων, δεν κάνουν πάταγο. Εκτός αν οι άνθρωποι είναι χωμένοι μέχρι τον λαιμό στα σκουπίδια όπως η Γουίνι του Μπέκετ. Τότε βεβαίως κινούν την προσοχή. Και ούτε η ειρήνη ενδιαφέρει δραματουργικά, εκτός αν είναι για να καταγγείλει κανείς τις ψευδαισθήσεις και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της.


Αξίζει, εν τέλει, να μαθαίνουμε και να σκεφτόμαστε τις συμφορές χωρίς να καθηλωνόμαστε στη μακάβρια διάγνωση, γιατί αδικεί όσα επιτύχαμε συλλογικά. Και δεν είναι λίγα.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO