Δεκαέξι χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και λογικά επιστρέφουμε πια αραιά σε εκείνο το γεγονός. Θα έλεγε κανείς πως μόνο όσοι αμφισβητούν την «κυρίαρχη εκδοχή» και άλλοι μύστες των «εναλλακτικών αληθειών» δεν αισθάνονται ποτέ κούραση να ψάχνουν κάτω από τα ερείπια και να ανεμίζουν τα αποδεικτικά τους. Λίγο, ας πούμε, να σκαλίσεις στο διαδικτυακό χάος, θα βρεις τα φιλμάκια, τις αναλύσεις, τις βεβαιότητές τους για το μυστικό νόημα της μεγάλης καταστροφής. H 11/9 από την πρώτη στιγμή έγινε πεδίο συνεχούς σχολιασμού και επαναλαμβανόμενων κλιπ που στοίχειωσαν τις οθόνες. Θεωρήθηκε, φυσικά, ένα τηλεοπτικό μεγα-συμβάν που διασπάστηκε αμέσως σε μυριάδες οπτικές: από πρωτόκολλα αστυνομικής έρευνας και χρονικά δικαστικής εξιχνίασης μέχρι συνωμοσιολογικά θρίλερ και τεκμήρια πολιτικής παράνοιας. Πέρασε επίσης μέσα στη φιλοσοφία και στην κοινωνική θεωρία, στη λογοτεχνία και, φυσικά, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ποπ κουλτούρας. Γύρω από τη συγκεκριμένη εμπειρία τρόμου και καταστροφής επανέκαμψαν τέλος οι συζητήσεις για τις ΗΠΑ και για τον αντιαμερικανισμό, για την «πτώση της Αυτοκρατορίας» και για τη σχέση αιτιότητας ή μη μεταξύ πολέμων και ισλαμικής τρομοκρατίας.


Αξίζει όμως να ξαναγυρίζουμε εκεί, παρά αυτό τον κορεσμό, για έναν ακόμα λόγο: εκτός από όλα τα παραπάνω, η 11/9 ήταν και το γεγονός που φανέρωσε, για κάποιους από μας τουλάχιστον, ένα χάσμα που ίσως δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει σε όλη του την έκταση. Καταρχάς, η μέση ελληνική πρόσληψη του γεγονότος υιοθέτησε αυτόματα το μοτίβο περί εύλογης αγανάκτησης και οργισμένης ανταπάντησης. Πολλοί θεώρησαν τα αεροπλάνα πάνω από το Μανχάταν Ερινύες ή ένα είδος «θείας δίκης» για τις ιστορικές πλανητικές αμαρτίες του αμερικανικού κράτους. Με τον ίδιο τρόπο που είχαν δει την εμφάνιση του AIDS κάποιοι ιεροκήρυκες και υπερσυντηρητικοί της βαθιάς Αμερικής, στάθηκε και απέναντι στη δράση του Μπιν Λάντεν ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού: με ένα «πληρώνεις για τις αμαρτίες» σου, γριά πόρνη.

 

Κυρίαρχο συναίσθημα αυτού του κόσμου ήταν εν τέλει η απέχθεια για την «αμερικανική» Δύση. Και αν κάποιοι διακήρυσσαν πως είναι με την Ευρώπη, εννοούσαν φυσικά μια Ευρώπη που θα γύριζε την πλάτη στην Αμερική και θα συμμαχούσε με τη Ρωσία ή τη Λατινική Αμερική.


Σαν να βλέπω μπροστά μου τα άπειρα συνδικαλιστικά ψηφίσματα και τα άρθρα ή να ακούω ξανά τις ιδιωτικές κουβέντες που έφταναν στο ίδιο ηθικό δίδαγμα. Πρόχειρες αναγνώσεις των άρθρων του Νόαμ Τσόμσκι και ομιλίες του Χριστόδουλου για τις αμαρτίες των Ισχυρών-του-Πλανήτη έγιναν αίφνης ένας πολτός στην υπηρεσία του Έλληνα παντογνώστη.


Το θέμα δεν ήταν πια ο κλασικός πολιτικός αντιαμερικανισμός. Αυτός ανήκε σε γενιές που ήξεραν κατά πού έπεφτε η Γουατεμάλα, το Ανόι ή το Σαντιάγκο της Χιλής. Σε παραδοσιακούς αριστερούς και κεντρώους που ταύτιζαν βεβαίως την Αμερική με τον Χένρι Κίσινγκερ, το δολάριο και τα πραξικοπήματα. Κοντά ήταν ακόμα εκείνες οι προκηρύξεις της 17Ν με την εμμονή στα «κράτη-μπανανίες» και στους Γιάνκηδες-γκάνγκστερ.

 

Οι διαφορετικοί φόβοι για την Αμερική θα συγχωνευτούν συναισθηματικά, αν και διατηρούν τις διαφορετικές τους θεωρητικές και ιδεολογικές αφετηρίες.
Οι διαφορετικοί φόβοι για την Αμερική θα συγχωνευτούν συναισθηματικά, αν και διατηρούν τις διαφορετικές τους θεωρητικές και ιδεολογικές αφετηρίες.

 

Στον ορίζοντα των millennials θα αναδυθεί όμως ένας πολύ διαφορετικός κώδικας: μια σχεδόν μηδενιστική και μνησίκακη απόλαυση της καταστροφής. Τα κλασικά παλαιωμένα λεξιλόγια του αντιαμερικανισμού θα τα χειριστούν γενιές που μεγάλωσαν στην πιο εξαμερικανισμένη φάση της ελληνικής κοινωνίας. Η Αμερική δεν θα είναι πλέον ένα έξω-από-εδώ, μια ξένη κι αλλόκοτη εμπειρία, όπως ήταν για τους παλαιότερους. Από τη Mεταπολίτευση και ήδη από το '60 είχε γίνει μέρος της ελληνικής εμπειρίας και της νεανικής υποκειμενικότητας.


Η ύστερη δεκαετία του '90 και το 2000 θα γίνουν ένα εργαστήριο υβριδικών ταυτοτήτων και απρόβλεπτων συναντήσεων. Ήταν, για παράδειγμα, τότε που ένα μεγάλο μέρος του λαϊκού κόσμου της ελληνικής Δεξιάς έκοψε τους δεσμούς του με τον φιλοαμερικανισμό, ο οποίος είχε επικρατήσει από το 1947 και μετά, όταν η αστική Ελλάδα συμμάχησε σταθερά με τις κυβερνήσεις των ΗΠΑ. Ο λαός της δεξιάς θα στραφεί μαζικά προς τη Σερβία και τη Ρωσία και θα ανακαλύψει με πάθος νεοφώτιστου τα δεινά της παγκοσμιοποίησης.

 

Οι διαφορετικοί φόβοι για την Αμερική θα συγχωνευτούν συναισθηματικά, αν και διατηρούν τις διαφορετικές τους θεωρητικές και ιδεολογικές αφετηρίες. Λυρικοί εκπαιδευτικοί της αριστεράς και δάσκαλοι με ευαισθησίες της λαϊκής δεξιάς μπορούν στο εξής να ανταλλάσσουν τα κείμενά τους στο Διαδίκτυο, να μοιράζονται τις ανακαλύψεις τους και να συμπίπτουν στις αρνήσεις τους.

 
Κυρίαρχο συναίσθημα αυτού του κόσμου ήταν εν τέλει η απέχθεια για την «αμερικανική» Δύση. Και αν κάποιοι διακήρυσσαν πως είναι με την Ευρώπη, εννοούσαν φυσικά μια Ευρώπη που θα γύριζε την πλάτη στην Αμερική και θα συμμαχούσε με τη Ρωσία ή τη Λατινική Αμερική.


Τις μέρες εκείνου του Σεπτέμβρη και αργότερα αυτός ο κόσμος έδινε τον τόνο. Η ελληνική δημόσια ατμόσφαιρα, η ελληνική ιδεολογία ήταν σε μεγάλο βαθμό στα χέρια του και απηχούσε τις διαθέσεις του.


Η 11η Σεπτεμβρίου, και πιο πριν ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία, ήταν τελικά εμπειρίες διαμόρφωσης και ψυχικών απομακρύνσεων. Ήταν πια πολύ δύσκολο έως αδύνατο να συνυπάρχεις με κάποιον που δεν έκρυβε τη νοσηρή χαρά του «για τα Μπόινγκ στο Μανχάταν». Γιατί συνειδητοποιούσες πως αυτή η χαρά δεν ήταν απλώς και μόνο ηλιθιότητα και ανοησία αλλά ένας εστέτ φασισμός. Έστω και αν συχνά φορούσε το προσωπείο του πολέμου στα δεινά της παγκοσμιοποίησης.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO