Το 1974 οι άνθρωποι που είχαν βγει αντάρτες στο βουνό το 1943 ήταν πενηντάρηδες. Όσοι είχαν ζήσει τα Ιουλιανά του '65 και το τραύμα της δικτατορίας ήταν τριάντα και τριάντα πέντε. Στην Αθήνα και στην επαρχία της εποχής συναντούσες ιστορήσεις από τα χρόνια του στρατηγού Κονδύλη και του Μεταξά, αυτόπτες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κάθε λογής παλαιούς πολεμιστές. Κάποιος μπορεί να είχε σφίξει το χέρι του Λαπαθιώτη, να ήταν συμμαθητής του Βελουχιώτη, να είχε χάσει το πόδι του στο Ελ Αλαμέιν, όπως ο δικός μου παππούς. Ήταν μια εποχή που οι διαφορετικές ύλες του εικοστού αιώνα μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο καφενείο ή στην ίδια αίθουσα σινεμά. Και αυτό που οι τότε ποιητές της «αμφισβήτησης» και οι προοδευτικοί του νέου ελληνικού κινηματογράφου έβλεπαν σαν μικροαστική ναυτία και κομφορμισμό, αυτό γινόταν πλέον ο στόχος των πολλών. Όχι ένα ιδεώδες αλλά η παλλόμενη, εμπειρική πραγματικότητα. Το να είσαι άκαπνος, τεράστιο κουσούρι για πολλούς αριστερούς και δεξιούς της παράδοσης, ήταν στο εξής η φυσιολογική συνθήκη του ζην. Η ομαλοποίηση της Ιστορίας ως προϋπόθεση για να βρει κανείς στοιχειώδεις ισορροπίες στη ζωή του.


Στη μεγάλη εικόνα, το 1974 είχε βεβαίως ζωντανά μαρξιστικά και εθνικιστικά αντάρτικα στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική. Στην Καμπότζη θα ζούσαν τον εφιάλτη της γενοκτονίας από τους «Κόκκινους Χμερ», ενώ στην Ευρώπη το πνεύμα του '68 είχε ξεθυμάνει σε έναν πολιτιστικό αριστερισμό με οικολογικές και φεμινιστικές ανησυχίες. Στην Καλιφόρνια πειραματίζονταν με τις νέες τεχνολογίες και new age πνευματικές θεραπείες, ενώ ξεπρόβαλλε ήδη η ιδεολογία του «ατόμου-επιχειρηματία». Η Γαλλία του Ζισκάρ δοκίμαζε έναν φιλελεύθερο μοντερνισμό που προκαλούσε αλλεργία στους πιστούς του Ντε Γκολ, ενώ στην Ιταλία ζούσαν μια πολυστρωματική βία: τρομοκρατία, «παράλληλο κράτος», μαφίες μέσα κι έξω από τους θεσμούς.


Άνθρωποι όμως που είχαν πολεμήσει στη Δουνκέρκη ή στον Ειρηνικό, στον Πάρνωνα και στον Γράμμο, στην Ισπανία του '36 ή στις αποικίες, τόσο διαφορετικοί μάρτυρες του αιώνα, μπορούσαν να μεταδώσουν το πνεύμα μιας εποχής στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Τη δεκαετία του '70 είδαν το φως πολλές μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα και κυκλοφόρησε στη Δύση το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ του Σολζενίτσιν, βιβλίο σκληρής επίγνωσης που δεν χαρίζεται στις αυταπάτες.

 

Με πολλές αντιστάσεις και εμπόδια, πολλοί άρχισαν πια να ζουν ξεχνώντας τις τεράστιες ποσότητες βίας και θυσιών που περιείχε η ελληνική Ιστορία. Έπρεπε να σβήσουν σελίδες από το τετράδιο για να γράψουν κάτι καινούργιο. Να παραμερίσουν τις δάφνες και το αίμα, για να χτίσουν μια καινούργια ζωή.


Αυτή η μετάδοση ιστοριών με επίκεντρο τον πόλεμο και τις μεγάλες πολιτικές ανωμαλίες ήταν μια αποφόρτιση κι ένα σπάσιμο της σιωπής. Οι παλιοί αναζητούσαν δικαίωση, εξηγήσεις, να πάρουν τη ζωή τους πίσω και να αποδείξουν, ενδεχομένως, ότι δεν ήταν όλα μάταια. Άλλοι γύρευαν να κλείσουν λογαριασμούς με αντιπάλους, με χτεσινούς φίλους, με διάφορα σκοτάδια της προσωπικής τους Ιστορίας. Η κίνηση προς την ομαλοποίηση της Ιστορίας έφερνε μαζί της τους πολέμους της μνήμης και τις αντιπαραθέσεις γύρω από την αλήθεια του παρελθόντος.

 

Αλλά μια δημοκρατία δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στις αναμνήσεις. Ούτε οι νεότεροι να ζουν με εμπειρίες δανεικές και διασκευασμένες από άλλους. Η δημοκρατία είναι δημιουργία νέων εμπειριών κι έτσι αφήνει τους συγγραφείς, τους ιστορικούς και τους ερευνητές να ψάχνουν δημιουργικά το παρελθόν.

Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα. Με πολλές αντιστάσεις και εμπόδια, πολλοί άρχισαν πια να ζουν ξεχνώντας τις τεράστιες ποσότητες βίας και θυσιών που περιείχε η ελληνική Ιστορία. Έπρεπε να σβήσουν σελίδες από το τετράδιο για να γράψουν κάτι καινούργιο. Να παραμερίσουν τις δάφνες και το αίμα, για να χτίσουν μια καινούργια ζωή.


Γι' αυτό και τα χρόνια που μας χωρίζουν από τον Ιούλιο του 1974 είναι και κάτι ακόμα: μια ιστορία με άπειρες αναθεωρήσεις, με αλλαγές οπτικής, με διακωμώδηση του εκάστοτε «παλιού μας εαυτού». Το τέλος του αυταρχικού κύκλου έφερε μαζί του την αμηχανία και το σάστισμα της ελευθερίας: το πώς να δώσει κανείς νόημα στις ανοιχτές επιλογές του. Μετά τον κορεσμό πολιτικών θανάτων, ήρθαν τα άλλα διλήμματα, πιο μικρά και υπαρξιακά, πιο «ασήμαντα» και ιδιωτικά.


Και πάντα η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα σε δύο διαφορετικές απαιτήσεις: στην ανάγκη για γνώση και μνήμη και στο δικαίωμα που έχουν οι επόμενοι να μην τους τραβάει από το μανίκι το παρελθόν. Με αυτό τον κλυδωνισμό πορευτήκαμε, άλλοτε σαν πτωματοφάγοι της μνήμης και άλλοτε σαν μεταμοντέρνοι αδιάφοροι που αντιμετώπιζαν τα ελληνικά πάθη με ύφος μπλαζέ. Και έτσι πάμε μέχρι σήμερα, την ίδια στιγμή συμφιλιωμένοι και διχασμένοι.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO