Ανάμεσα στη ρήση του Φρίντριχ Νίτσε «δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνον ερμηνείες» και στο σημερινό παγκόσμιο πάρτι με τις ψευδείς ειδήσεις (fake news) υπάρχει χάσμα. Ο Νίτσε γύρευε να κλονίσει την αφελή πίστη πολλών από τους συγχρόνους του στα αυταπόδεικτα δεδομένα, δείχνοντας τον άνθρωπο ως ον που ερμηνεύει διαρκώς τον κόσμο (και τον εαυτό του). Η υπερβολή που έχει μέσα της η παραπάνω φράση ήταν ένας καθρέφτης της υπερβολής των αντιπάλων του φιλοσόφου: όσων, εκείνο τον αιώνα, προσπάθησαν να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή θρησκεία με την επιστήμη και τις παλιάς κοπής δεισιδαιμονίες με νέες «επιστημονικές» και ιστορικές εμμονές.


Τώρα, όμως, βρισκόμαστε αλλού. Τώρα πρέπει να κοσκινίζουμε καλά το χώμα από τα μπάζα της κάθε ημέρας, να καθαρίζουμε τα αγριόχορτα των ψευδο-ειδήσεων αναζητώντας ίχνη αλήθειας. Και, φυσικά, το τρελό χάος των πηγών και των ερεθισμάτων δεν μας βοηθάει σε αυτό. Όταν, για παράδειγμα, διαβάζεις σε βαρύγδουπες ανακοινώσεις ή σε τίτλους άρθρων ότι οι αποφάσεις του τελευταίου Eurogroup σηματοδοτούν «το τέλος της λιτότητας», νιώθεις πως πρέπει να ψάξεις περισσότερο, να μπεις στις ζόρικες λεπτομέρειες, να συγκρίνεις τις αποκλίνουσες αφηγήσεις. Να ζυγίσεις, επίσης, καλά την επιδεικτική ευφορία του ενός, τη δυσφορία του άλλου, την προπαγανδιστική σπουδή του τρίτου. Να πας και στις ξένες μαρτυρίες, στα ρεπορτάζ εκείνων που δεν κατατρίβονται με τα ελληνικά πάθη, αλλά έχουν, φυσικά, και αυτοί τις σκοπιμότητες, την ατζέντα και τις δικές τους εθνικές δημαγωγίες (να το λάβουμε υπόψη κι αυτό). Για να φτάσεις, δηλαδή, σε κάποιο συμπέρασμα, χρειάζεσαι κόπο. Υπομονή και έλεγχο του θυμού που σε περιτριγυρίζει, καθώς υποψιάζεσαι την έκταση του ψεύδους και το παιχνίδι των κυνισμών.

 

Δεν πρέπει να κοιτάμε ούτε μόνο τα γυμνά γεγονότα ούτε αποκλειστικά τις ερμηνείες και τις βολικές τροποποιήσεις τους. Το καλύτερο θα ήταν να έχουμε τον νου μας στα ψευδο-γεγονότα και στον τρόπο που έχουν να δημιουργούν «εναλλακτικές πραγματικότητες».


Δεν είναι τόσο εύκολο αυτό, όπως, λόγου χάρη, με τη «Σουηδία» του Ντόναλντ Τραμπ, που υπήρξε το φανταστικό θύμα μιας ανύπαρκτης τρομοκρατικής επίθεσης. Γιατί υπάρχουν ψεύδη ή και παραποιημένες ειδήσεις που χωράνε μέσα σε πολύ λεπτότερα στρώματα λέξεων, δυσδιάκριτα ή αόρατα στο πρόχειρο βλέμμα. Με μια έννοια, οι κραυγαλέες γκάφες, οι ξετσίπωτες τερατολογίες, οι οφθαλμοφανείς ανοησίες, βρίσκονται πάντα στην επιφάνεια και τις ξεχωρίζεις εύκολα. Η ηλιθιότητα είναι εκτεθειμένη, ενώ η κουτοπονηριά διαλέγει πιο σκιερά μέρη και κρύβεται καλά. Τις φωναχτές αναλήθειες τις πιάνει αμέσως (ή, πάντως, γρήγορα) το μάτι μας ή τις απομονώνει στα περιθώρια της σελίδας, εκεί όπου συνωστίζονται άλλωστε καθημερινά αμφίβολα επιστημονικά θαύματα ή παρα-καλλιτεχνικές αποκαλύψεις.

 

Ειδικά με την κρίση, όμως, και τις εκάστοτε συμφωνίες ή υποσχέσεις για συμφωνία, έχουμε πια πείρα. Γνωρίζουμε τους πολιτικούς χειρισμούς της γλώσσας για να συγκαλυφθεί το κακό, για να απαλυνθούν τα άσχημα νέα, για να μετατραπεί η ακινησία σε πρόοδο και η αοριστία των διατυπώσεων σε «νίκη της ελληνικής πλευράς».

 
Παρ' όλα αυτά, πέφτουμε συχνά στην παγίδα. Ακόμα και οι υποψιασμένοι και οι σχετικά καλά πληροφορημένοι, ιδίως οι τελευταίοι. Επειδή ζούμε μια διαρκή διαπραγμάτευση και συγχρόνως έχουμε καεί με τη ρητορική της διαπραγμάτευσης, κινδυνεύουμε από κορεσμό: να πούμε, εκ των προτέρων, ότι όλα είναι ψέματα, επειδή έχουμε ακούσει πολλά ψέματα. Ή να αρχίσουμε να πιστεύουμε σε φανταστικά σενάρια, όπως λ.χ. ότι ο ΣΥΡΙΖΑ σκέφτηκε και αναθεώρησε συνειδητά τη σχέση του με τις εθνικιστικές και λαϊκιστικές ευκολίες μιας ολόκληρης περιόδου.


Ωστόσο, σε αντίθεση με την υπερβολική κουβέντα του Γερμανού φιλοσόφου, δεν πρέπει να κοιτάμε ούτε μόνο τα γυμνά γεγονότα ούτε αποκλειστικά τις ερμηνείες και τις βολικές τροποποιήσεις τους. Το καλύτερο θα ήταν να έχουμε τον νου μας στα ψευδο-γεγονότα και στον τρόπο που έχουν να δημιουργούν «εναλλακτικές πραγματικότητες».

 

Το τέλος της λιτότητας είναι, ας πούμε, μια τέτοια εναλλακτική πραγματικότητα. Μια από αυτές τις φράσεις που λένε υποθετικά πολλά, αλλά δεν σημαίνουν κάτι συγκεκριμένο. Εκτός αν η χρησιμότητα τέτοιων δωρεάν ευφορικών φράσεων είναι ακριβώς αυτή, να κινητοποιούν στιγμιαίες εικόνες ευδαιμονίας στον πολίτη και να δίνουν χρόνο στην εξουσία.

 
Αυτό το είδος ύπνωσης είναι όμως αχρείαστο. Και επικίνδυνο. Όχι γιατί δεν πρέπει να έχουμε μεγάλες φιλοδοξίες και πολιτικές προσδοκίες ή γιατί πρέπει σώνει και καλά να προσέχουμε το κόστος της διάψευσης. Απλώς τα ψευδο-γεγονότα και οι απατηλές ερμηνείες δεν αλλάζουν την υφή της πραγματικότητας: τη σκεπάζουν πίσω από προπαγανδιστικούς ευφημισμούς και μπερδεύουν περισσότερο τους ανθρώπους. Που θέλουν να καταλάβουν αν πάμε κάπου, αν μένουμε ακίνητοι ή αν η χώρα θα επαναλαμβάνει τον εαυτό της μέχρι να τον βαρεθεί. Και αυτό το τελευταίο, να βαρεθεί η χώρα την επανάληψη των συμπτωμάτων της και να κερδίσει απλώς η αδιαφορία, θα ήταν το χειρότερο.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO