Παρ' ότι γνωρίζει τη βαθιά σύγκρουση Ανατολής-Δύσης, ο καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας Τζόναθαν Χάρις προσπαθεί να αποφύγει τέτοιου είδους αδιέξοδα. Μέριμνά του είναι να αφηγηθεί και όχι να αποκαταστήσει ή να καταδικάσει όσα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

 

Άλλωστε, το ερώτημα που θέτει είναι εύλογο: αν η περίοδος του Βυζαντίου ήταν τόσο σκοτεινή, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία του Γίβωνος, γιατί άντεξε τόσο; Και αν ανέδειξε έναν τόσο σημαντικό πολιτισμό, όπως πολλοί επιμένουν, γιατί στο τέλος εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά;

 

Στο βιβλίο του Βυζάντιο, Ένας άγνωστος κόσμος (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Γιώργου Μπαρουξή) ο Χάρις αποκαλύπτει με τρόπο γλαφυρό και παραστατικό τις αντιφάσεις του βυζαντινού πολιτισμού, που μπορεί να ανέδειξε ένα παράδοξο θεοκρατικό καθεστώς, αλλά διέθετε μια πολυδιάστατη στρατηγική και πίστη σε μια δύναμη που ξεσήκωνε τα πλήθη.

 

Αν ο λαός δεν το στήριζε, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Χάρις, το Βυζάντιο δεν θα υπήρχε για τόσους αιώνες και τα ίχνη του δεν θα αφανίζονταν με τέτοια μανία από τους επόμενους.

 

Μολονότι ο Χάρις βλέπει τον φανατισμό, τα λάθη και τα ατοπήματα, θεωρεί ότι ήταν οι εγγενείς αυτές αντιφάσεις που έκαναν τελικά την Αυτοκρατορία να αντέξει.

 

Είναι ανατριχιαστική η περιγραφή της ανεύρεσης των μπρούντζινων υπολειμμάτων του κατεστραμμένου έφιππου ανδριάντα του Ιουστινιανού Α' από τον Γάλλο περιηγητή και φυσιοδίφη Πιερ Ζιλ ο οποίος αναζήτησε μάταια τα ίχνη του παλιού βυζαντινού μεγαλείου στην κατακτημένη από τους Οθωμανούς Πόλη.

 

Αναλαμβάνοντας τον ρόλο του Ζιλ, ο πανεπιστημιακός Τζόναθαν Χάρις φέρνει εις πέρας την αποστολή του, που είναι να ξαναενώσει τα αντιφατικά κομμάτια του Βυζαντίου.

 

Και παρ' ότι ο τρόπος του μοιάζει πρωτόγνωρος, καθώς έχει περισσότερο τα χαρακτηριστικά ενός προικισμένου παραμυθά παρά ενός αυστηρού ιστορικού, διατηρεί τη ζωντάνια της προφορικότητας που θα σεβόταν κάθε φιλόδοξος σύγχρονος Ηρόδοτος.

 
Αντιλαμβάνεται, για παράδειγμα, τις αντιφάσεις του Ιουστινιανού, ο οποίος λειτούργησε ως ο κατεξοχήν φανατικός κυνηγός των παγανιστών και των αρχαίων ναών, αλλά κατάφερε να πάρει τη Ρώμη από τον Τωτίλα, να ανακτήσει τη βόρεια Αφρική, τη Σικελία και τη νότια Ιταλία, εμφυσώντας στον λαό του, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια της Αυτοκρατορίας του, υπέρμετρη αισιοδοξία.

 

Αυτό το πνεύμα ήταν διάχυτο στην Κωνσταντινούπολη, ακόμα και όταν χτυπήθηκε από τους άπειρους εχθρούς (Άραβες, Πέρσες, Βησιγότθοι), αλλά κατάφερε να αντέξει.

 

«Η επιβίωση της Κωνσταντινούπολης και της Αυτοκρατορίας δεν οφειλόταν μόνο στη γεωγραφική της θέση, τον καιρό και τα εντυπωσιακά πυροτεχνήματα» γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός. «Την κρίσιμη στιγμή η εξουσία βρέθηκε στα χέρια ανθρώπων με αξιοσημείωτες ικανότητες».

 

Από αυτούς διακρίνει χαρακτηριστικά τον Λέοντα Β', ο οποίος ξεκίνησε ως στρατηγός, εκμεταλλευόμενος το δημοκρατικό προνόμιο που έδιναν οι αυτοκράτορες στους κοινούς θνητούς να ανελιχθούν με βάση τις ικανότητές τους, ενώ ειδική μνεία κάνει ακόμα και στις ικανότητες του Πατριάρχη Φώτιου.

 

Ιδιαίτερα σημαντική θεωρεί την περίοδο της κυριαρχίας του Κωνσταντίνου Ε', του δεύτερου αυτοκράτορα της δυναστείας των Ισαύρων ο οποίος ήταν παραδόξως εικονοκλάστης (άλλη μια αντίφαση της βυζαντινής εποχής).

 

Μολονότι ο Χάρις βλέπει τον φανατισμό, τα λάθη και τα ατοπήματα, θεωρεί ότι ήταν οι εγγενείς αυτές αντιφάσεις που έκαναν τελικά την Αυτοκρατορία να αντέξει.

 

Βάζοντας μάλιστα τον εαυτό του στον ρόλο των επισκεπτών και των περιηγητών που αναζήτησαν στην πόλη τα χνάρια της Αυτοκρατορίας, όπως ο Ντομπρίνια Γιαντρέικοβιτς που περιέγραψε την επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη το 1200, δείχνει να μαγεύεται από τις εικόνες που βγαίνουν από τα βάθη του παρελθόντος:

 

«Κατέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα ψηφιδωτά, τις εικόνες, τις αγιογραφίες και τα ιερά κειμήλια που είδε. Στην Αγία Σοφία τού έδειξαν τις πλάκες του νόμου που έφερε ο Μωυσής από το όρος Σινά, καθώς και μια ποσότητα μάννα που έπεφτε από τον ουρανό για να θρέψει τους Ισραηλίτες όσο περιπλανιούνταν στην έρημο. Πίστευε ειλικρινά ότι και τα δύο ήταν γνήσια. (...)».

 

Τελικά, όπως συμπερασματικά λέει ο Χάρις, «το Βυζάντιο κατέκτησε τον Βορρά όχι με τη δύναμη των όπλων αλλά με υπομονετική διπλωματία και με το θαύμα της εικαστικής και λογοτεχνικής χριστιανικής κουλτούρας του. Και αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά του».