Ο τόσο παρεξηγημένος Τζον Λε Καρέ εξακολουθεί, στα 86 του, να γράφει βιβλία με ουσία, σώμα και ψυχή και να αποδεικνύει πως το σασπένς δεν έχει τίποτα να χωρίσει από την υψηλή λογοτεχνία: ενδεχομένως αυτή να είναι συμβολικά η μεγάλη κληρονομιά του για όλους όσοι ξέρουν να ανιχνεύουν, πίσω από τα καλοστημένα σκηνικά και τις ακονισμένες λέξεις, τα πραγματικά νοήματα.

 

Σε αντίθεση με συγγραφείς αστυνομικών που ενδιαφέρονται μόνο για το αίμα και κατασκοπευτικών που εξαντλούνται στους αγώνες της ευφυούς αντιπαράθεσης, ο Λε Καρέ αναζητά ακόμα με αγωνία, σαν ένας αλλόκοτος Δον Κιχώτης στην ευρωπαϊκή terra incognita, τα κάστρα του παλιού ιδεαλιστικού κόσμου στο τελευταίο, καθώς φαίνεται, εκδοτικό δημιούργημα της καριέρας του Η κληρονομιά των κατασκόπων (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bell σε ωραία μετάφραση της Βεατρίκης Κάντζολα-Σαμπατάκου).

 

Απόδειξη ο αποχαιρετιστήριος λόγος που εκφωνεί προς το τέλος του βιβλίου ο διάσημος πλέον πρωταγωνιστής του Τζορτζ Σμάιλι, σε μια κίνηση αποκατάστασης της αλήθειας που ξέρουν να επιτελούν μόνο οι τραγικοί ή ήρωες, για την ηθική, τη διαβρωμένη πολιτική, τα πράγματα που πήγαν όλα λάθος και αυτά που ο ίδιος ο Λε Καρε, ως πράκτορας, θεωρεί το μεγάλο κληροδότημα αυτής της γενιάς στους επόμενους.

 

«Δεν ήμασταν άσπλαχνοι Πίτερ. Ποτέ δεν ήμασταν άσπλαχνοι. Είχαμε μέσα μας τη μεγαλύτερη συμπόνια. Ενδεχομένως την προσφέραμε άστοχα. Και σίγουρα πήγε χαμένη. Το ξέρουμε τώρα πια. Αλλά τότε δεν το ξέραμε» φαίνεται να λέει ο Σμάιλι στον Γκουίλαμ.

 

Tο βασικό κίνητρο της συγγραφής του βιβλίου είναι η εναντίωση στον απομονωτισμό της Αγγλίας και στον φανατισμό. Σκόπιμα οι πρωταγωνιστές είναι όλοι σχεδόν μπάσταρδοι ή νόθοι, όμορφες αποδείξεις της περιπετειώδους ιστορίας της Ευρώπης που διαμορφώθηκε με βάση όλα αυτά τα γοητευτικά, ανακατωμένα περιβάλλοντα.


Ένας συμπονετικός τραγικός ήρωας σε έναν κύκλο απάθειας και βαθιάς πολιτικής διάβρωσης που σήμερα συνορεύει με τον μηδενισμό. Ποια είναι, λοιπόν, η κληρονομιά του βασικού πρωταγωνιστή του, ώστε ο Λε Καρέ να αναγκαστεί να τον επαναφέρει στην πολιτική κονίστρα;


Σίγουρα δεν είναι η ομολογουμένως οξυμένη ευφυΐα του, ούτε η ικανότητά του να αντιπαρέρχεται ακόμα και τους προδότες –όπως είχαμε μάθει από τον Κλήρο που έπεσε στον Σμάιλι– ή τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών του επονομαζόμενου «Σέρκους» που μετατρέπουν τον Σμάιλι σε φωτεινό οδηγό σε έναν παρηκμασμένο 21ο αιώνα.

 

Σε ένα βιβλίο που εν πρώτοις φαντάζει ετεροχρονισμένο, καθώς αφορά την ξεχασμένη εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ο Λε Καρέ επαναφέρει το αρχέγονο αίτημα της ηθικής και των πραγματικών σχέσεων στην καρδιά του πλέον σκοτεινού και επίπλαστου κόσμου της κατασκοπείας.

 

Επιμένει με αυξημένη, είναι αλήθεια, δόση νοσταλγίας ότι τότε οι σχέσεις ήταν ικανές να υπερβούν τους κανόνες, αλλά και να συγκλονίσουν πραγματικά: οι αλλοτινοί πράκτορες δεν κινητοποιούνταν επειδή τους είχε μαγέψει το χρήμα –καμία σχέση δεν έχουν αυτοί οι κατάσκοποι με τους ήρωες του Ίαν Φλέμινγκ–, ούτε επειδή τυφλώνονταν από τη ματαιοδοξία, αλλά επειδή διέπονταν από ένα αδιευκρίνιστο απωθημένο που συνδέεται άμεσα με την πατρίδα και έμμεσα με την οικογένεια.

 

Προδότες και λιπόψυχοι υπήρχαν πάντα, αλλά οι βασικοί πρωταγωνιστές δεν ήταν μαθημένοι στις δόξες, ούτε καν στην ασφάλεια της υπηρεσίας που στεγαζόταν στους επονομαζόμενους «Στάβλους» και όχι σε επιβλητικά γραφεία (είναι εμφανής η απέχθεια του συγγραφέα για τον εκσυγχρονισμό της υπηρεσίας και των ανέσεών της).

 

Ακόμα και το σεξ δεν είναι αυτό που φαίνεται: «Τελικά την πήδηξες;» ρωτάει έντονα το alter ego του ο σημερινός νομικός σύμβουλος της υπηρεσίας τον Πάτρικ αναφορικά με τη μοιραία Ανατολικογερμανίδα «Τουλίπα», για να πάρει την κατηγορηματικά αρνητική απάντηση του ήρωα.

 

Κι αυτό γιατί οι εσωτερικές σκέψεις του Πάτρικ, εν προκειμένω, δεν αναφέρονταν στο σεξ αλλά σε μια παθιασμένη ερωτική νύχτα που πόρρω απείχε από τη διεκπεραιωτική σεξουαλική συνεύρεση. Ακόμα και η λέξη «γυναικάς», που του απέδιδαν όλοι με τόση ευκολία, δεν μπορούσε να είναι συνώνυμη με την απαγορευτική για το σύμπαν του Λε Καρέ «απληστία» που διαπερνά σήμερα τα πάντα.


Και είναι η απληστία που απουσιάζει εντελώς από το σύμπαν των παλιών κατασκόπων, οι οποίοι υπερέβαλλαν μεν εαυτόν ως προς τις δυνατότητες και την αποτελεσματικότητα των κινήσεών τους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήταν άπληστοι. Το μέτρο καθόριζε την ισχύ των πραγμάτων, ακόμα και τις εμμονές ή τις φαντασιώσεις.

 

«Και ο Τζορτζ; Μοιάζει τόσο αποτραβηγμένος, τόσο απρόσιτος κι έχει μια έκφραση ενδοσκόπησης τόσο απαγορευτική, που θα χρειαζόταν μεγάλο θάρρος για να διακόψει κανείς τους ρεμβασμούς του» τονίζει με τον δέοντα σεβασμό για τον Σμάιλι ο Γκουίλαμ, γνωρίζοντας ακόμα και τώρα τον άγραφο κανόνα που του έδειχνε πότε ο καλός φίλος του αποσύρεται στις σκέψεις και στα βιβλία του, αδιαφορώντας για τις σύγχρονες παγκόσμιες αναταράξεις σε μια εποχή όχι πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως ήταν ο Ψυχρός Πόλεμος, αλλά αδιανόητης βίας.

 

Το ίδιο κάνει και ο Πίτερ Γκουίλαμ, ο οποίος αποτραβιέται σε ένα χωριό της Βρετάνης, ασχολούμενος με τις κατσίκες και την οπωροκηπευτική, μακριά από τον κόσμο της επικαιρότητας.

 

Μέχρι που ένα γράμμα, άλλη μια αναφορά στον παλιό κόσμο, τον αναγκάζει να επιστρέψει στο Λονδίνο προκειμένου να ερωτηθεί για μια παλιά υπόθεση με επικεφαλής τον Σμάιλι και τον ίδιο, στα αρχεία της οποίας είχε τύχει να καταγραφούν ως νεκροί αρκετοί αθώοι – συγκεκριμένα για την υπόθεση «Λαχείο».

 

Φτάνοντας στα υπερσύγχρονα γραφεία της MI6, ο Πίτερ Γκουίλαμ κατ' ουσίαν ανακρίνεται από δύο υπάλληλους της υπηρεσίας, από μία δικηγόρο, η οποία προσπαθεί μάλιστα να τον αποπλανήσει σε μια ελληνική ταβέρνα, και έναν νεαρό νομικό σύμβουλο που τον βασανίζει με άσκοπες ερωτήσεις.

 

Παράλληλα του επισημαίνουν και οι δυο ότι ο γιος του Άλεκ Λίμας και η κόρη μιας πρώην κομμουνίστριας πρακτόρισσας, της λεγόμενης «Τουλίπας», θέλουν να πάρουν εκδίκηση για τον άδικο θάνατο των γονιών τους και απειλούν να σύρουν στα δικαστήρια όλους τους υποτιθέμενα υπεύθυνους.

 

Για την ακρίβεια, απειλούν τον Γκουίλαμ πως αν δεν αποκαλύψει τον σκοτεινό ρόλο του Σμάιλι θα τον πάνε στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ακόμα και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αλλά τα κίνητρά τους δεν είναι τόσο ευγενή, αφού αυτό που τους ενδιαφέρει, ειδικά τον γιο του Λίμας, είναι το χρήμα.

 

Αυτός ο αλλοτριωμένος απόγονος φτάνει, μάλιστα, να ζητήσει ένα εκατομμύριο ευρώ για να αποσύρει την αγωγή, απειλώντας άμεσα τον συνταξιούχο, πλέον, Γαλλοβρετανό πράκτορα.

 

Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον ήταν «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» στο κινηματογραφικό αριστούργημα του Μάρτιν Ριτ από το ομότιτλο βιβλίο του Τζον Λε Καρέ.
Ο Ρίτσαρντ Μπάρτον ήταν «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» στο κινηματογραφικό αριστούργημα του Μάρτιν Ριτ από το ομότιτλο βιβλίο του Τζον Λε Καρέ.

 
Όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με το πολύπλευρο σύμπαν του Λε Καρέ θα θυμούνται πως ο αποθανών Άλεκ Λίμας ήταν ο εμβληματικός ήρωας από το Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο, το κλασικό βιβλίο του που έγινε και ταινία, όπου και επιστρέφει απόλυτα με την Κληρονομιά των Κατασκόπων.

 

Ουσιαστικά η αφήγηση κάνει συμβολικά τον κύκλο της, θυμίζοντας το άδικο τέλος του Λίμας και της γοητευτικής Λιζ Γκολντ. Το βασικό σκηνικό της αφήγησης, παρ' ότι επεκτείνεται και σε άλλες πόλεις, είναι το Βερολίνο, η πόλη όπου κηδεύτηκαν όλες οι ιδεολογίες και θάφτηκαν τα ιδανικά.

 

Εκεί ξετυλίχθηκαν οι οικείες στον Λε Καρέ αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους Δυτικούς και στους Ανατολικογερμανούς, σε υγρά και παγωμένα περιβάλλοντα με παλιές φωτογραφικές Zenit, αυτοκίνητα Τράμπαντ, μαλτ ουίσκι για τους Δυτικούς, βότκα για τους Ανατολικούς και αμέτρητα απωθημένα.

 

Αλλά όσα λάθη κι αν έκαναν οι ήρωες, παρακινημένοι από υπερβολικό ζήλο ή πάθος, αυτό που υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού τους ήταν η πατρίδα, αυτή των πραγματικά ζηλωτών και όχι των σημερινών φορέων του απομονωτισμού ή του καταναλωτισμού.

 

«Όλα αυτά ήταν για την Αγγλία. Υπήρχε μια εποχή που ήταν. Αλλά για την Αγγλία τίνος; Ποια Αγγλία; Μια Αγγλία μόνη και ξεκομμένη, έναν πολίτη του πουθενά; Εγώ είμαι Ευρωπαίος, Πίτερ.

 

Αν είχα μια αποστολή, αν συναισθάνθηκα ποτέ ότι είχα κάποιο χρέος πέρα από τη δουλειά μας με τον εχθρό, ήταν στην Ευρώπη. Αν είχα κάποιο ανέφικτο ιδανικό, ήταν να οδηγήσω την Ευρώπη έξω από το σκοτάδι της, προς μια νέα εποχή. Και το έχω ακόμα» λέει ο Σμάιλι στο τέλος του βιβλίου και όλοι καταλαβαίνουμε ότι πίσω από τα λόγια του κρύβεται ο Λε Καρέ και το βασικό κίνητρο της συγγραφής του βιβλίου είναι η εναντίωση στον απομονωτισμό της Αγγλίας και στον φανατισμό.

 

Σκόπιμα οι πρωταγωνιστές είναι όλοι σχεδόν μπάσταρδοι ή νόθοι, όμορφες αποδείξεις της περιπετειώδους ιστορίας της Ευρώπης που διαμορφώθηκε με βάση όλα αυτά τα γοητευτικά, ανακατωμένα περιβάλλοντα. Χωρίς διάθεση εξωραϊσμού αλλά νοσταγίας και βρετανικής λογοδοσίας, ο Λε Καρέ ξαναστήνει το παζλ της Ευρώπης την εποχή του Brexit.

 

«Ήθελα να φτιάξω ένα θέατρο για τον απέραντο κόσμο που κληρονομήσαμε» έλεγε σε μία από τις συνεντεύξεις του, και σίγουρα στο μυαλό του δεν είχε μόνο τον Σαίξπηρ.