Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι τρία χρόνια τώρα ο Κωστής Παπαγιώργης δεν είναι πια μαζί μας. Δύσκολο, για δύο βασικά λόγους. Πρώτον διότι το πλήθος των βιβλίων του, της αρθρογραφίας του και του μεταφραστικού του έργου είναι τόσο εντυπωσιακό και παραμένει τόσο ζωντανό στη θεματολογία του και τόσο πρωτότυπο στις προσεγγίσεις του, που καλεί συνεχώς το αναγνωστικό κοινό, παλιό και νέο, να το επισκέπτεται και να το ξαναεπισκέπτεται, σαν να είναι κάτι διαρκώς επίκαιρο. Ο Κωστής ήταν ένας σπάνιος ανατόμος των ελληνικών και ανθρώπινων ηθών, ένας φοβερά διεισδυτικός αναγνώστης της μεγάλης ξένης και ελληνικής λογοτεχνίας, ένας ιστορικός δοκιμιογράφος, ιδίως της ελληνικής επανάστασης, με πάρα πολλή δουλειά πάνω στα τεκμήρια. Αυτός ο ακάματος «γραφιάς», όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείται, είναι συνεπώς μια σπάνια περίπτωση για τα ελληνική γράμματα, από εκείνες που δεν προκύπτουν εύκολα, και γι' αυτό είναι και θα είναι διαρκώς παρών. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τον λησμονήσουμε όπως οποιονδήποτε άλλο.


Αλλά ο Παπαγιώργης ήταν και ο άνθρωπος της παρέας, ο άνθρωπος των ατέρμονων συζητήσεων, που δενόταν και δινόταν στους φίλους, που τιμούσε τα μέρη που αγαπούσε, που λάτρευε την πόλη του, που είχε αφήσει τα ίχνη του σε πρόσωπα και στέκια τα οποία είναι αδύνατον να τον ξεχάσουν. Έτσι, το επετειακό τεύχος της «Νέας Εστίας» που κυκλοφορεί αυτόν το Μάρτιο, αφιερωμένο στη μνήμη του, μιλάει κατ' ουσίαν σε χρόνο ενεστώτα για τον Κωστή Παπαγιώργη. Και όσοι γράψαμε γι' αυτόν, ξέρουμε ότι αυτή η συνομιλία θα παραμείνει απολύτως ανοικτή στο μέλλον.

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, αναπλ. καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας, αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας»

 

1974 Παρασκευή 25.1.1974

1.45' Η απάντηση στην αγωνία του Kierkegaard δεν βρίσκεται έξω απ' αυτόν, στον υποτιθέμενο θεό, αλλά στην ίδια την ατομική ιστορία. Η κάθε ερώτηση φοβάμαι πως παίρνει την απάντησή της μετά από μια προσεχτική έρευνα αυτού που φέρει. Αν ρωτήσω «υπάρχει θεός;», η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια την ερώτηση που αφού την αποδομήσει κανείς, αναλύοντάς την στα ίδια συστατικά της στοιχεία (μυθικά, υποσυνείδητα, νοηματικά), βλέπει ότι είναι λάθος. Όταν ρωτάω «ποιος είμαι», ξέρω ή τουλάχιστον μαντεύω ότι αυτή η ερώτηση μπορεί να αποδομηθεί. Στον Foucault είδα ότι με την καταστροφή του Υποκειμένου ανοίγεται ένας δρόμος προς τα κει. Όταν το απόγευμα βγήκα αυτό τον περίπατο ως το quartier, περνώντας από το Montparnasse, έπλευσα σ' ένα ρεύμα από μνήμες, εντυπώσεις, αισθήματα που είναι κάτι σαν μουσική συμφωνία που αρχίζει να παίζεται, ή μάλλον παίζεται, κάθε στιγμή.

Ποιος έγραψε το λιμπρέτο της; Πώς γράφεται; Είμαι αρκετά ξυπνητός για να αντιληφθώ ότι είμαι θύμα μιας τεράστιας πλεχτάνης υποσυνείδητου νοήματος που με ξεπερνάει. Το ίδιο το νόημα είναι συνέχεια μια αγωνία για μένα. Το ότι θυμάμαι τώρα τη δύο ώρα να βάδιζα στους δρόμους, το να ξέρω ότι ο δρόμος είναι δρόμος είναι κάτι που με παραλύει. Είμαι ένα σύστημα σημείων και καθόλου ένα υποκείμενο – κάτι που θα μπορούσε να ζητήσει κάτι, π.χ. μια ολοκλήρωση ή μια σωτηρία.

 

6.30' Δεν τη ζω μόνο τη ζωή, τη γεύομαι. Γεύομαι τόσο τη σοκολάτα στον καφέ, την πορτοκαλάδα και το κονιάκ όσο το φως, μια επίσκεψη ενός φίλου, ένα ξύπνημα πριν από το ξημέρωμα, μια βόλτα με τα χέρια στις τσέπες μέσα στους δρόμους.

όπως τώρα,

6.35' Αυτό που θα 'θελα τούτο τον καιρό είναι να μπορούσα να ασχοληθώ με τη «μετα-φορά». Είναι κάτι που το σκέφτομαι τόσο έξω από υπαγόρευση βιβλίων, βγαίνει τόσο από μένα, ώστε θα μπορούσα να το αναλύω με οικειότητα ανάλογη μ' εκείνη που θα μίλαγα για τα όποια οικεία πράγματα.


6.40' Αυτό που με κάνει να κρατάω αυτήν τη σημείωση είναι κάτι ανάλογο μ' εκείνο που εμποδίζει το μικρό παιδί να λέει ψέματα: ένας παντοδύναμος πατέρας, ένα καλά κρυμμένο πίσω από την πλάτη του, υπερ-όπλο.


7.10' Ποδόσφαιρο με τα παιδιά του ελληνικού περιπτέρου πάνω στα λασπωμένα χόρτα. Παρ' όλη τη συγκατάβαση των τριαντάρηδων για το παιδικό παιχνίδι, η διαδικασία της επιβολής έδινε και έπαιρνε επί τρεις ώρες. Κάτι τέτοιες στιγμές μ' εξευτελίζουν κυριολεχτικά γιατί η χρεοκοπημένη μου ψυχολογία κάνει ανδραγαθήματα της απλής κίνησης, αναζητώντας κι εγώ δεν ξέρω τι αντισταθμίσεις.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO