Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
24.05.2018
Μενέλαος Καραμαγγιώλης: Δεν ξέρω τι θα πει «περιθώριο», τι θα πει...
ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Μενέλαος Καραμαγγιώλης: Δεν ξέρω τι θα πει «περιθώριο», τι θα πει απαγορευμένος έρωτας

Ο γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός και σκηνοθέτης αφηγείται τη ζωή του στο LIFO.gr

Δεν ξέρω τι θα πει «περιθώριο», τι θα πει απαγορευμένος έρωτας, οτιδήποτε αισθάνεται κανείς πρέπει να του δίνεται ο χώρος για να διαδραματιστεί. Ξέρω όμως ότι κάθε έρωτας πρέπει να έχει τον χώρο που του αναλογεί και ότι όλα αυτά που θεωρούμε περιθώριο, αν έρθουν κοντά και τα δούμε, αλλάζει και η έννοια της προκατάληψης.
Δεν ξέρω τι θα πει «περιθώριο», τι θα πει απαγορευμένος έρωτας, οτιδήποτε αισθάνεται κανείς πρέπει να του δίνεται ο χώρος για να διαδραματιστεί. Ξέρω όμως ότι κάθε έρωτας πρέπει να έχει τον χώρο που του αναλογεί και ότι όλα αυτά που θεωρούμε περιθώριο, αν έρθουν κοντά και τα δούμε, αλλάζει και η έννοια της προκατάληψης.

Γεννήθηκα σε μια πόλη όπου τα παραμύθια που μαθαίνουμε από μικροί είναι ότι σκοτώνεις τον μπαμπά σου και κάνεις παιδιά με τη μαμά σου. Παιδί έπαιζα εκεί όπου υποτίθεται ότι ο Οιδίποδας έπλυνε το μαχαίρι με το οποίο σκότωσε τον πατέρα του. Κι αυτή η πόλη έχει την κατάρα, παρ' ότι επαρχιακή, να είναι πολύ κοντά στην Αθήνα.


• Τότε υπήρχε ένα σχέδιο να μεταφερθεί το κέντρο της πόλης για να αποκαλυφθούν τα αρχαία, καθώς οι ανασκαφές γίνονταν κάτω από τα καταστήματα. Δεν έγινε ποτέ. Θυμάμαι μια φορά, σε ένα μπακάλικο, να ανεβαίνει ένας κύριος από το υπόγειο και να του πέφτει ένα αγαλματάκι κρυμένο σε μια σακούλα με φέτα. Η Θήβα πάλευε πάντα με αυτό που βασανίζει ακόμα την Ελλάδα, τη σχέση παρόντος και παρελθόντος και την πλάνη ότι είμαστε κατευθείαν απόγονοι των ηρωικών προγόνων.

 

Είναι μια περίεργη πόλη που νομίζω ότι λόγω της γεωγραφικής της θέσης έγινε νωρίς το επίκεντρο μιας σαπουνόπερας που τροφοδότησε αποφασιστικά τους αρχαίους τραγικούς. Η θηβαϊκή σαπουνόπερα έχει τροφοδοτήσει συγκλονιστικά έργα. Αυτό συνεχίζει να συμβαίνει και σήμερα με αντίστοιχες ιστορίες αιμομιξίας και αδελφοκτονιών που κυριαρχούν στα κουτσομπολιά της περιοχής.


• Ήμουν το τέταρτο παιδί της οικογένειας και είχα μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα αδέλφια μου. Οι γονείς μου είχαν κουραστεί να κυνηγούν τους προηγούμενους και μου έδωσαν από πολύ νωρίς μεγάλες ελευθερίες. Με έναν τρόπο τα τρία αδέλφια μου έγιναν «γονείς» και ευτυχώς συνήγοροι στα αιτήματα ελευθερίας μου. Όταν είσαι το τελευταίο παιδί κι έχεις τόσο μεγάλη διαφορά, μπορείς να κερδίσεις όσα για τον πρωτότοκο είναι αδιανόητα.

 

Δεν εξαντλείται αυτή η πόλη και αυτό μ' αρέσει. Όταν μου ζητάνε να περιγράψω την Αθήνα, λέω συχνά ότι είναι μια πόλη που μπορεί να μοιάζει με εφιάλτη ή τέρας, αλλά τελικά γίνεται συναρπαστική και ιδιαίτερα καυλωτική. Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια ερωτική σχέση από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις.


• Στην Α' Γυμνασίου η θεούσα φιλόλογος φώναξε τη μάνα μου να της πει ότι δεν έπρεπε να κάνω παρέα με τα μεγαλύτερα αδέλφια μου γιατί μου μάθαιναν επικίνδυνα και απαγορευμένα πράγματα όπως ο Σεφέρης, ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης. Η επιρροή της χούντας συνέχιζε να ταλανίζει για καιρό την ελληνική επαρχία.


• Από μικρός μου άρεσε να παρακολουθώ τους ανθρώπους και να ακούω τις ιστορίες τους. Άκουγα και έβλεπα θέατρο στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση μαζί με πολλά θρίλερ και τα μεγαλύτερα αδελφια μου με μύησαν από το δημοτικό στις ταινίες του Αγγελόπουλου, στις παραστάσεις του Διαλεγμένου, στον Καραγάτση και στον Ντε Σαντ, σε εκδόσεις που γρήγορα απαγορεύονταν.

 

Ήμουν σίγουρος από πολύ νωρίς ότι θα περνούσα τη ζωή μου σε θεατρικές σκηνές, συγχρωτιζόμενος με ηθοποιούς, και το δρομολογούσα με έναν υπόγειο τρόπο γιατί δεν μπορούσα να το ομολογήσω δυνατά. Έπεισα τους γονείς μου στα 14 να πάω σε ένα κλασικό σχολείο, στα Ανάβρυτα, κι έτσι έφυγα πολύ νωρίς από τη Θήβα. Την εφηβεία μου και την ενηλικίωσή μου την έζησα στην Αθήνα.

 

Δεν έζησα φοιτητική ζωή γιατί δούλευα ατέλειωτες ώρες. Μετά τα 30, τελείως υποσυνείδητα, άρχισα να διεκδικώ όλα όσα δεν είχα ζήσει, ζώντας τα λίγο καθυστερημένα. Ξεκίνησα να παλιμπαιδίζω κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Δεν έζησα φοιτητική ζωή γιατί δούλευα ατέλειωτες ώρες. Μετά τα 30, τελείως υποσυνείδητα, άρχισα να διεκδικώ όλα όσα δεν είχα ζήσει, ζώντας τα λίγο καθυστερημένα. Ξεκίνησα να παλιμπαιδίζω κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Ο όρος ήταν να έχω καλούς βαθμούς και τα Σαββατοκύριακα, τις γιορτές και τα καλοκαίρια να επιστρέφω στη Θήβα, όπου δούλευα σε ένα χασάπικο και κάτι βενζινάδικα. Εκεί, σε ένα χασαπόχαρτο σχεδίαζα τον χαρτη της μελλοντικής μου ζωής διαβάζοντας την «Ελευθεροτυπία» και τον «Ταχυδρόμο». Ζώντας μόνος στην Αθήνα μπορούσα να ξενυχτάω, διάβαζα στο σχολικό, πετύχαινα κάνα καλό βαθμό και ανακάλυπτα με γρήγορους ρυθμούς μια υπέροχη πόλη που πάλευε να βρει τον εαυτό της μετά τα χρόνια της χούντας.


• Βρέθηκα στην Κυψέλη με την οποία πάντα υπήρχε μια σχέση. Ο παππούς μου δούλεψε για τη διαμόρφωση της Φωκίωνος Νέγρη από ποτάμι σε δρόμο. Ως παιδί περνούσα τις διακοπές μου εδώ. Ερχόμουν στη θεία Αφροδίτη, που ήταν μια απελευθερωμένη σοφερίνα, και μας έτρεχε σε όλες τις παραλίες της Αττικής. Συνέχισα να μένω για 20 χρόνια στο πρώτο σπίτι όπου έμεινα ως μαθητής. Έζησα όλη τη μετάλλαξη της Κυψέλης και της Φωκίωνος Νέγρη. Όταν ήρθα εδώ ο δρόμος ήταν κατοικημένος από παλιούς αστούς που γερνούσαν μέσα σε μια περίεργη μεταβατική περίοδο που οδηγούσε στην παρακμή. Οι πεζοδρομήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη.


• Πάντα με συγκινούσαν οι μυθολογίες των ανθρώπων κι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος για να έρθω στην Αθήνα. Μικρός είχα βάλει στόχος να γνωρίσω από κοντά τους δικούς μου «μύθους». Ήμουν πολύ τυχερός γιατί κατάφερα να τους συναντήσω σχεδόν όλους. Από τον Βασίλη Βασιλικό, τον Τσαρούχη, τον Νίκο Κούνδουρο, τον Μάνο Χατζιδάκι, την Ελεωνόρα Σταθοπούλου μέχρι τη Μελίνα Μερκούρη. Στο μυαλό μου η Αθήνα ήταν ένας τόπος όπου κάποιος μπορούσε να ζει ελεύθερος, ανάμεσα στους ήρωές του, και μαζί τους να παίρνει μέρος σε συναρπαστικές περιπέτειες.

 

• Τα χρόνια μου στη Σχολή Αναβρύτων ήταν τα πιο δύσκολα της ζωής μου. Ήταν το μόνο σχολείο στο οποίο γινόνταν εντατικά κλασικές σπουδές, αλλά έτρωγες αποβολή για το τίποτα, ακόμη και για το ότι φορούσες κόκκινο πουλόβερ. Έφτασαν να πουν στο πατέρα μου ότι έπρεπε να αποβληθώ για αναρχική και ανάρμοστη συμπεριφορά. Ευτυχώς, μια μέρα φάγαμε αποβολή γιατί ακούγαμε κρυφά τη «Λιλιπούπολη» από ένα τρανζιστοράκι κι έτσι το «Τρίτο» εντυπώθηκε στο μυαλό μου ως ιδανικός προορισμός ελευθερίας.

 

Το σχολείο είχε βέβαια επινοητικούς και σπουδαίους καθηγητές, αλλά το κακό ήταν ότι κάθε φορά που ερχόταν ένας πιο ριζοσπαστικός καθηγητής τον έδιωχναν αμέσως. Ένας τέτοιος καθηγητής μού έσπασε νωρίς το τσαμπουκά όσον αφορά τα μακροσκελή, φλύαρα κείμενα που έγραφα στην έκθεση. Είχα τουπέ γιατί το προηγούμενο σχολείο μού είχε καλλιεργήσει την αυτοπεποίθηση ότι γράφω εκπληκτικά, ενώ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πομπώδεις φλυαρίες. Αυτός ο άνθρωπος με έμαθε να γράφω απλά και συνοπτικά ό,τι σκέφτομαι και τον ευγνωμονώ. Ο ίδιος εκδιώχτηκε από το σχολείο πριν τελειώσει η χρονιά.

 

Ένα καλό που μου έκανε αυτό το σχολείο ήταν να κάνω οτιδήποτε χρειαζόταν για να μη μοιάζει ότι υστερώ ως επαρχιώτης μπροστά στα Αθηναιάκια και ως έφηβος να κάνω τον μάγκα ως αντίσταση στην τεράστια καταπίεση. Έκανα διάφορες πατέντες που είχαν μεγάλο ενδιαφέρον ως μεθοδολογία αντιδράσεων. Όπως όταν σε εορτασμό του Πολυτεχνείου, επειδή δεν μας είχαν εγκρίνει να διαβάσουμε ένα κείμενο που είχαμε γράψει, κρυφτήκαμε στον εξαερισμό του κλειστού γυμναστηρίου και πετάγαμε χαρτιά με το κείμενο σαν προκηρύξεις. Όλα αυτά που θέλει ένας έφηβος να κάνει, αλλά χρειάζεται ένα ερέθισμα. Ένα ελεύθερο σχολείο με αποδοχή ίσως δεν θα μου είχε δώσει τη δυνατότητα αυτή.

 

Η Θήβα πάλευε πάντα με αυτό που βασανίζει ακόμα την Ελλάδα, τη σχέση παρόντος και παρελθόντος και την πλάνη ότι είμαστε κατευθείαν απόγονοι των ηρωικών προγόνων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η Θήβα πάλευε πάντα με αυτό που βασανίζει ακόμα την Ελλάδα, τη σχέση παρόντος και παρελθόντος και την πλάνη ότι είμαστε κατευθείαν απόγονοι των ηρωικών προγόνων. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Πέρασα κατά λάθος στη Νομική και μετά στη Φιλοσοφική και συγχρόνως άρχισα να δουλεύω κρυφά από την οικογένειά μου στο σινεμά. Οι λίγες φορές που πήγαινα στο πανεπιστήμιο, όταν χωνόμουν να δώσω μαθήματα, μου πρόσφερε μια μεγάλη γκάμα εξαιρετικών γνώσεων.

 

Φιλολογικά είδη που δεν είχα φανταστεί, μια συνοπτική ματιά στην Ιστορία της Τέχνης, επανεκτίμηση της βυζαντινής περίοδου που είναι απόλυτα υποτιμημένη, ενώ ταυτόχρονα ανακάλυψα το μεγαλείο της στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική. Έπεσα σε μια περίοδο που άρχισαν να διαλύονται οι πολιτικές νεολαίες και τότε έπρεπε να δηλώνουμε την πολιτική μας θέση πιο επινοητικά. Έτσι, αρχίσαμε να ψάχνουμε λύσεις αλλού.


• Άρχισα να δουλεύω ως βοηθός του Δημήτρη Μαυρίκιου για τα «Γεφύρια του Ιονίου». Μια σειρά της ΕΡΤ, χάρη στην οποία επί πέντε χρόνια διασχίζαμε όλη την Ιταλία κάνοντας 12 ταινίες. Ήταν μια ωραία δικαιολογία για τους γονείς μου ότι κάνω πράγματα που έχουν σχέση με τις σπουδές μου, γιατί ξεκίνησα τη συνεργασία μου ως ερευνητή, δηλαδή να ψάχνω τις συγγένειες μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Σιγά-σιγά έγινα τα πάντα: βοηθός σκηνοθέτη, οπερατέρ, ηχολήπτης, μοντέρ, βοηθός παραγωγής, κουβαλητής! Ήταν το πιο χρήσιμο και ουσιαστικό σχολείο που μπορούσα να 'χω.

 

Έμαθα το σινεμά μέσα από το φιλμ, κάτι που είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με το βίντεο. Το σημαντικό ήταν ότι επειδή ο Μαυρίκιος είχε εξαιρετική κινηματογραφική παιδεία και μια τρέλα με τη μυθοπλασία, τα ντοκιμαντέρ του δεν έμοιαζαν σε τίποτα με όσα γυρίζονταν εκείνη την εποχή. Ήταν ταινίες με ωραίες ιστορίες και γινόντουσαν συναρπαστικές μυθοπλασίες όπου απλώς χρησιμοποιούσε αληθινούς ήρωες.

 

• Δεν έζησα φοιτητική ζωή γιατί δούλευα ατέλειωτες ώρες. Μετά τα 30, τελείως υποσυνείδητα, άρχισα να διεκδικώ όλα όσα δεν είχα ζήσει, ζώντας τα λίγο καθυστερημένα. Ξεκίνησα να παλιμπαιδίζω κι αυτό συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτό μου πρόσφερε τη δυνατότητα μιας καθυστερημένης νεότητας.


• Η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν πάντοτε να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα στην Αθήνα και είμαι πάρα πολύ τυχερός γιατί αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Δεν εξαντλείται αυτή η πόλη και αυτό μ' αρέσει. Όταν μου ζητάνε να περιγράψω την Αθήνα λέω συχνά ότι είναι μια πόλη που μπορεί να μοιάζει με εφιάλτη ή τέρας, αλλά τελικά γίνεται συναρπαστική και ιδιαίτερα καυλωτική. Αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί μια ερωτική σχέση από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις. Εκεί που λες «θα την χωρίσω» σε τουμπάρει, εκεί που λες «μου τελείωσε» σε ξανακαυλώνει, εκεί που πας να την αγαπήσεις με διάρκεια κάτι κάνει, σε αγανακτεί και την βρίζεις.

 

Όταν πρωτοήρθα, θυμάμαι ότι επέστρεφα σπίτι στις 2:30 την νύχτα και έξω είχε κόσμο, στους δρόμους επικρατούσε φασαρία. Διέφερε από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή πόλη· όλες οι άλλες μου φαίνονταν γηροκομεία. Η Αθήνα δημιουργεί καθημερινά έναν νέο προορισμό τον οποίο καψουρεύεσαι και όταν κουραστείς, σου βγάζει στη φόρα έναν άλλο. Τώρα τελευταία, δυστυχώς, «νεκρώνει» πάρα πολύ νωρίς. Ευτυχώς, όμως, ανακαλύπτω συνεχώς μικρά «παραπετάσματα». Αν τα τραβήξεις θα βρεις από πίσω ανθρώπους που σκαρφίζονται τρόπους ώστε αυτή η πόλη να ξαναγίνει ζωντανή.

 

Πάντα με συγκινούσαν οι μυθολογίες των ανθρώπων κι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος για να έρθω στην Αθήνα. Μικρός είχα βάλει στόχο να γνωρίσω από κοντά τους δικούς μου «μύθους». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Πάντα με συγκινούσαν οι μυθολογίες των ανθρώπων κι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος για να έρθω στην Αθήνα. Μικρός είχα βάλει στόχο να γνωρίσω από κοντά τους δικούς μου «μύθους». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Ο πρώτος με τον οποίο «ταξίδεψα» μέσα στην Αθήνα ήταν ο Χατζιδάκις. Θα έβγαζε το σάουντρακ του «Ρομ» και μου εξομολογήθηκε έναν ανεκπλήρωτο εφηβικό του έρωτα στην οδό Έρωτος. Αρχίσαμε να την ψάχνουμε, χωρίς να μπορούμε να την εντοπίσουμε. Ψάχναμε τρία βράδια με το αυτοκίνητο και στάθηκε αδύνατον να την βρούμε. Μέχρι που βρέθηκε στον Κολωνό. Έκτοτε, όποτε χρειάστηκε να δείξω την Αθήνα σε ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο κι όχι τον στερεοτυπικό, άρχισα να ανακαλύπτω κι εγώ την Αθήνα αλλιώς: σαν ένα σύμπαν που μου δίνει όλες τις δυνατότητες να ικανοποιήσω την περιέργειά μου, να νιώσω ελεύθερος, να συναντήσω τους σωστούς ανθρώπους.

 

Σύντομα συνειδητοποίησα ότι όλα τα ερωτικά μου αδιέξοδα είχαν να κάνουν με αυτή την πόλη και με τον τρόπο που είναι δομημένη. Η περίπλοκη, αυθαίρετη και συχνά αδιέξοδη πολεοδομία της νιώθω πως επηρεάζει βαθιά και τις ερωτικές μας σχέσεις κι αυτό είναι το βασικό μοτίβο της ταινίας Black out. Πολλές φορές, όποτε νιώθω μπλοκαρισμένος, η πόλη αυτή με τα κόλπα της και τα μυστικά της μου δίνει κατι σαν οδηγίες χρήσης. Και όταν χάνομαι μέσα της βρίσκω τη λύση σε οτιδήποτε δεν θα μπορούσα να λύσω αλλιώς.


• Από μικρός χωνόμουν σε συναρπαστικές περιπέτειες και κοιμόμουνα ελάχιστα, ψάχνοντας. Οι ταινίες μου διαδραματίζονταν στην Αθήνα και τις καθόριζε η πόλη. Αυτό που με ενδιέφερε πιο πολύ ήταν οι ιστορίες των ανθρώπων και τα δράματά τους, η δύναμη του ντοκουμέντου. Διάβαζα 2-3 εφημερίδες, άρχισα να φτιαχνω ένα αρχείο όσων με εντυπωσίαζαν, μετά πήγαινα για αυτοψία και χωνόμουν στα σημεία όπου διαδραματίζονταν.

 

Εκεί έβρισκα τους ανθρώπους που με τροφοδοτούσαν με όσα χρειάζονταν για να μπορέσω να γράψω για έναν ήρωα, να βρω τον τρόπο να διαχειριστώ ένα έρωτα, να ανακαλύψω τα τραγούδια που θα με δυναμώσουν, να εντοπίσω τις ιστορίες που αξίζει να γίνουν ταινίες.

 

• Ο Χατζιδάκις με ανακάλυψε από το «Πού πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε;» που συνεχίζει μέχρι σήμερα. Βγήκαμε να φάμε μαζί με τον Γκάτσο και μου έκαναν ανάκριση. Έγινα μέλος μιας παρέας «αναρχικών» που ήταν ο Κούνδουρος, ο Χατζιδάκις και ο Μαμαγκάκης, και κάθε τόσο έμπαιναν και κάποιοι άλλοι. Βρισκόμασταν και κάναμε σκανταλιές. Στον Χατζιδάκι δεν έπαψα ποτέ να μιλάω στον πληθυντικό. Αλλά τις σκανδαλιές που κάναμε θα τις έκανα μόνο με έναν συμμαθητή μου. Ακόμα κι όταν κάναμε πιο σοβαρά πράγματα, τα χειριζόμασταν με έναν τρόπο εφηβικό.


• Για πολλά χρόνια πίστευα ότι τις ραδιοφωνικές εκπομπές δεν τις άκουγε κανείς και αυτό μου έδινε την ελευθερία να τολμάω. Έτσι, λοιπόν, οι ταινίες που δεν μπορούσα να γυρίσω, οι ιστορίες που δεν μπορούσα να ζήσω, τα ντέρτια που είχα ως νέος, έβρισκαν τρόπο έκφρασης μέσα από αυτές το ραδιόφωνο. Κάθε εκπομπή έχει μία ιστορία κι ένα ολοκληρωμένο κινηματογραφικό σενάριο. Σαν το σάουντρακ μιας ταινίας που είναι φτιαγμένο για να σε κάνει να φαντάζεσαι τη δική σου ταινία, να βάζεις τις δικές σου εικόνες. Έκανα εκπομπές με άγνοια κινδύνου και με θράσος του τύπου «αφού κανένας δεν τις ακούει, ας τολμήσουμε».

 

Όταν ήρθε ένας νέος διευθυντής και θέλησε να τις σταματήσει, ετοίμασα μια αποχαιρετιστήρια εκπομπή. Άρχισαν να παίρνουν τηλέφωνα και έφτασαν 300 άτομα στην ΕΡΤ να διαμαρτυρηθούν για το τέλος της. Εκεί συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ένα ετερόκλητο κοινό που την άκουγε, από ένα μοναστήρι που την έβαζε στα ηχεία για να ακούγεται στο προαύλιο μέχρι έναν οδηγό νταλίκας. Τα επόμενα χρόνια οι εκπομπές αυτές απέκτησαν μεγαλύτερο και πιο φανατικό κοινό.

 

Ο πρώτος με τον οποίο «ταξίδεψα» μέσα στην Αθήνα ήταν ο Χατζιδάκις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ο πρώτος με τον οποίο «ταξίδεψα» μέσα στην Αθήνα ήταν ο Χατζιδάκις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Δεν ξέρω τι θα πει «περιθώριο», τι θα πει απαγορευμένος έρωτας, οτιδήποτε αισθάνεται κανείς πρέπει να του δίνεται ο χώρος για να διαδραματιστεί. Ξέρω όμως ότι κάθε έρωτας πρέπει να έχει τον χώρο που του αναλογεί και ότι όλα αυτά που θεωρούμε περιθώριο, αν έρθουν κοντά και τα δούμε, αλλάζει και η έννοια της προκατάληψης.

 

Γι' αυτό έκανα το J.A.C.E., μια ταινία για ορφανούς και σεξουαλικά μπερδεμένους ελέφαντες που παλεύουν με κάθε είδους στερεότυπα και προκαταλήψεις. Μια ταινία είναι πολύ σημαντικό εργαλείο για να έρθει κανείς σε επαφή με ήρωες οι οποίοι, σε αντίθετη περίπτωση, είναι «αόρατοι», είτε γιατί δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτούς είτε γιατί φοβόμαστε να έχουμε πρόσβαση.


• Επειδή αυτήν τη στιγμή, ευτυχώς ή δυστυχώς, οι ιστορίες που συμβαίνουν στον τόπο μας είναι συνταρακτικές και συναρπαστικές από μόνες τους, αποφάσισα να χωθώ πιο πολύ στο ντοκουμέντο. Έτσι, άρχισα τη σειρά «Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους». Όχι γι' αυτούς που έχουν βήμα να δείχνουν ότι είναι αξιοσημείωτοι αλλά για εκείνους που δεν τους βλέπουμε. Δημιουργήθηκαν οι πρώτες 12 ταινίες όπου νέοι μαθηματικοί, καλλιτέχνες, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, έπαιρναν οδηγίες από αυτούς τους «αξιοσημείωτους». Έτσι διαχειριστήκαμε πάρα πολλά θέματα και οι ταινίες έγιναν viral και μαθήματα στα σχολεία.

 

Στον δεύτερο κύκλο βρήκα την ευκαιρία να μπω σε ιστορίες με πιο δύσκολα θέματα: για άστεγους, ανήλικους φυλακισμένους, μόνες γυναίκες, πρόσφυγες με παιδιά, αδέσποτα, άνεργους. Πέσαμε στο κλείσιμο της ΕΡΤ και μέσα στην αναμονή του τι θα γίνει κερδίσαμε τέσσερα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων μπήκαμε ακόμα πιο βαθιά στις ιστορίες αυτών των «αντιηρώων», που όταν ξεκινάει η ταινία λες ότι δεν έχουν καμία ελπίδα. Όμως οι 12 αυτές ταινίες τελειώνουν με ένα είδος εύθραυστου χάπι εντ που το έχει γράψει η ζωή στην Ελλάδα της κρίσης και όχι σεναριογράφος στο Χολιγουντ.

 

Αυτές οι ταινίες λειτούργησαν εξαιρετικά υποστηρικτικά και για μένα που τις έκανα γιατί άρχισα να ανακαλύπτω πως οι ταινίες, ειδικά αυτή την περίοδο, μπορεί να έχουν κοινωνικά εργαλεία με μια πολύτιμη διάδραση και γι' αυτούς που παίζουν και για τον αποδέκτη. Κάνοντας ταινίες για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες δημιουργείται μια επικοινωνία με καταστάσεις που πολύ δύσκολα μπορεί να τις διαχειριστεί κανείς. Παρακολουθώντας ανθρώπους που ψάχνουν τρόπους να επανενταχτούν στη ζωή, βρήκα κι εγώ ένα νόημα που έχει ουσιαστική πολιτική σημασία, την απάντηση στο ερώτημα ποια είναι η λύση. Όταν οι λύσεις δεν έρχονται από αλλού, μπορούμε εμείς οι ίδιοι να τις δρομολογήσουμε;


• Η Στέγη τώρα και το Ίδρυμα Ωνάση δημιουργούν μια πλατφόρμα με αυτές τις ταινίες, όπου κάνουμε τα πρώτα διαδραστικά ελληνικά ντοκιμαντέρ. Αυτό σημαίνει ότι θα βλέπεις τις ταινίες στο Διαδίκτυο, αλλά θα έχεις τη δυνατότητα να δεις την εξέλιξη αυτών των ηρώων με έξτρα βίντεο, ενώ παράλληλα θα μπορείς να έρθεις σε επαφή με οργανώσεις που ασχολούνται με το θέμα.

 

Δημιουργείται έτσι ένας νέος χάρτης της Αθήνας, όχι μέσα από τα μνημεία της αλλά μέσα από αυτούς τους αντιήρωές της, τους δικούς μας «αξιοσημείωτους», χάρη στους οποίους η Αθήνα συνδέεται με ολόκληρο τον κόσμο. Καθώς οι ήρωες στήνουν έναν νέο χάρτη της πόλης, οι ιστορίες τους διακλαδίζονται σε όλο τον κόσμο, από την Αυστραλία έως τον Καναδά, με αφετηρία την Αθήνα, και ακολουθούν μια νέα διαδρομή. Η Αθήνα ξαναγίνεται ένα κέντρο του κόσμου αλλά ως ένα παράδειγμα διαχείρισης κρίσης. Έχουν παραχθεί 120 παραπάνω ταινίες ως συνέχεια και εξέλιξη των 12 αρχικών.


• Οι γονείς μου δεν συμφιλιώθηκαν ποτέ με τη ζωή που κάνω, αλλά δεν εξέφρασαν ποτέ σε μένα την ανησυχία τους. Αυτό ήταν πολύ υποστηρικτικό για μένα. Αφότου και οι δύο έφυγαν, η Θήβα τελείωσε. Υπάρχει ένα σπίτι κλειστό και όταν περνάω κοιτάζω ψηλά να δω αν θα βγει η μητέρα μου στο μπαλκόνι. Και ακριβώς επειδή το ρολό παραμένει κλειστό, ξαναγυρίζω στην Αθήνα, οδηγώντας όσο πιο γρήγορα μπορώ.

 

Info:

Ο Μενέλαος Καραμαγγιώλης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός της εκπομπής «Πού πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε πια;» στο Τρίτο Πρόγραμμα και σκηνοθετεί τη σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους».

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Bard College της Νέας Υόρκης θέατρο και κινηματογράφο. Έχω γράψει για τα περιοδικά SL, Πρόσωπα, 01, Εικόνες του Κόσμου, Symbol του Επενδυτή, όπως και για τις σημαντικότερες ελληνικές εφημερίδες.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
2 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
αυτα τα ''μεγαλυτερα αδελφια'' πρεπει να ναι πολυ ωραιοι τυποι
avatar LANTUS 10.2.2018 | 21:48
Που πάει η μουσική όταν δεν την ακούμε πια ;
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ