Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
24.07.2017
Τα ρούχα που σχεδιάζει ο Άγγελος Μπράτης είναι η αποθέωση της...
ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Τα ρούχα που σχεδιάζει ο Άγγελος Μπράτης είναι η αποθέωση της απλότητας και ένας ύμνος στο γυναικείο σώμα

Σχεδιαστής μόδας. Γεννήθηκε στον Πειραιά, ζει στην Κατεχάκη. Σχεδιάζει ρούχα ελαφριά, γεμάτα κίνηση, σκιά και φως, δηλαδή, πολύ ελληνικά.

Μου αρέσει η αίσθηση αναρχίας που έχει η Αθήνα και δεν την αλλάζω με τίποτα. Πολλοί τη βρίσκουν άσχημη. αλλά εγώ τη βρίσκω γοητευτική. Δεν μου αρέσουν οι πόλεις που τα έχουν όλα τακτοποιημένα σε κουτάκια. Επιπλέον, οι Αθηναίοι είναι υπέροχοι. Μου αρέσει που όλες οι συζητήσεις καταλήγουν σε φιλοσοφικές αναλύσεις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Μου αρέσει η αίσθηση αναρχίας που έχει η Αθήνα και δεν την αλλάζω με τίποτα. Πολλοί τη βρίσκουν άσχημη. αλλά εγώ τη βρίσκω γοητευτική. Δεν μου αρέσουν οι πόλεις που τα έχουν όλα τακτοποιημένα σε κουτάκια. Επιπλέον, οι Αθηναίοι είναι υπέροχοι. Μου αρέσει που όλες οι συζητήσεις καταλήγουν σε φιλοσοφικές αναλύσεις. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Γεννήθηκα στον Πειραιά, αλλά το πρώτο σπίτι όπου έμεινα ήταν στα Σούρμενα, μια περιοχή πίσω απ' το Ελληνικό – μόνο που δεν το θυμάμαι, γιατί ήμουν μωρό. Η πρώτη γειτονιά, όμως, από την οποία έχω αναμνήσεις ήταν αυτή στην οποία μένω και τώρα, η Ελληνορώσων. Είναι η περιοχή ανάμεσα στην Κατεχάκη και στη Μεσογείων. Το πρώτο σπίτι που θυμάμαι είναι το σπίτι της γιαγιάς μου, που είναι στο ίδιο σημείο εδώ και 38 (τουλάχιστον) χρόνια.

 

  • Ο μπαμπάς μου είχε το καφενείο «Η Άρτα» επί της Κατεχάκη, στο ύψωμα, και τα πρώτα χρόνια της ζωής μου τα θυμάμαι εκεί μέσα. Το λειτουργούσαν και οι δύο γονείς μου, δούλευαν μέρα-νύχτα, οπότε ο αδελφός μου κι εγώ ήμασταν συνέχεια εκεί. Το πρώτο μας ηλεκτρονικό παιχνίδι ήταν ένα επιτραπέζιο Ρac-Μan που υπήρχε μέσα στο καφενείο. Μεγάλωσα, λοιπόν, με τους «μεγάλους», τις πολιτικές συζητήσεις και τον καπνό των τσιγάρων τους. Θυμάμαι τον πατέρα μου που έπαιζε χαρτιά τα βράδια πάνω στο πατάρι, το οποίο ήταν αποθήκη, αλλά είχε κι ένα τραπέζι με τσόχα.

 

  • Επειδή ήμουν όλη τη μέρα στον καφενέ, καμιά φορά με έβαζε η μαμά μου να σερβίρω καμιά πορτοκαλάδα. Υπάρχει μια ιστορία που εγώ δεν θυμάμαι, αλλά τη διηγούνται πάντα οι δικοί μου. Είχε, λέει, σταματήσει ο Θανάσης Βέγγος στο καφενείο και πήρε να πιει ένα αναψυκτικό. Στείλαν εμένα για να του το σερβίρω και, σαν παιδάκι, του είπα μια εξυπνάδα του τύπου «είστε αυτός που τρέχει όλη την ώρα;». Μου έδωσε, λέει, ένα καλό πουρμπουάρ.

 

  • Και οι δυο γονείς μου είναι από τα Τζουμέρκα, ψηλά, το βουνό της Άρτας. Ο παππούς μου ήταν ο πρώτος που ήρθε σε αυτήν τη γειτονιά το '60, γιατί ήταν οικοδόμος και σιγά-σιγά έφερε όλη την οικογένεια εδώ. Σε αυτήν τη περιοχή οι περισσότεροι είναι από την Άρτα. Τη δεκαετία του '60, που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, θεωρούνταν ότι ήταν μακριά από το κέντρο και είχε χαμόσπιτα και κτήματα. Επειδή οι Αρτινοί και οι Ηπειρώτες ήταν πολύ καλοί χτίστες, είχαν έρθει στην Αθήνα την εποχή που ξεκίνησε η μαζική ανέγερση των πολυκατοικιών.

 

  • Θυμάμαι να παίζω στους δρόμους με πατίνια, ποδήλατα και τη μαμά μου το καλοκαίρι να βγαίνει στο μπαλκόνι και να μας φωνάζει, τον αδελφό μου κι εμένα, για να μαζευτούμε στο σπίτι.

 

Θυμάσαι το «Τόλμη και Γοητεία»; Εγώ έφευγα τρέχοντας απ' το σχολείο για να προλαβαίνω να το βλέπω και τρελαινόμουν όταν πετύχαινα κάποιο που είχε επίδειξη ο Οίκος Φόρεστερ.

 

  • Ο πατέρας μου, κάποια στιγμή, όταν πήγαινα Γ' Δημοτικού, αποφάσισε να κλείσει το καφενείο και να αλλάξει επάγγελμα. Είχε, βέβαια, προλάβει να αλλάξει πολλά μέχρι τότε. Υπήρξε ναυτικός, είχε πάει μετανάστης και στη Γερμανία και δούλευε σε εργοστάσιο, είχε ανοίξει ουζερί στη Σάμο, είχε δουλέψει ως κομμωτής, ό,τι θες. Τότε, μετά το καφενείο, αποφάσισε να γίνει εργολάβος και μας μετακόμισε όλους οικογενειακώς στη Μεγαλόπολη, μια κωμόπολη ανάμεσα στην Τρίπολη και στην Καλαμάτα η οποία είναι γνωστή για τον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ που γεμίζει μαύρο κι άραχνο καπνό τη γύρω κοιλάδα. Επίσης, η ρυμοτομία της είναι, όπως λένε, από τις καλύτερες της χώρας. Όλα είναι τέλεια τετραγωνισμένα, αλλά χωρίς καμία αισθητική, γιατί έχουν δημιουργηθεί για τους εργάτες που δούλευαν στο εργοστάσιο. Εμείς μέναμε σε ένα πολύ μικρό σπίτι, μια μονοκατοικία που είχε δύο δωμάτια όλα κι όλα: ένα σαλόνι και το υπνοδωμάτιο των γονιών μου. Ο αδελφός μου κι εγώ κοιμόμασταν στο σαλόνι.

 

  • Η μόδα μού άρεσε από πολύ μικρό παιδί. Η μαμά μου ήξερε –και ξέρει– να ράβει πολύ καλά, γι' αυτό δούλευε ως μοδίστρα για να συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα. Ερχόντουσαν οι πελάτισσές της, λοιπόν, στο σπίτι και πρόβαραν τα φορέματα και τα ταγέρ που τους έραβε. Ακόμα με θυμούνται κι έχουν να το λένε πως, παρ' ότι παιδάκι, πάντα είχα γνώμη, την οποία μάλιστα έλεγα μεγαλόφωνα με μεγάλη σοβαρότητα, για το πώς θα έπρεπε να είναι τα ρούχα. Για παράδειγμα, όταν είδα ένα ασπρόμαυρο πουά πουκάμισο, είπα: «Γιατί δεν βάζετε το ανάποδο πουά στη μανσέτα για να δημιουργήσετε αντίθεση;» – φυσικά, η μαμά μου πάντα με άκουγε. Μπορώ να πω ότι είναι η μεγαλύτερη υποστηρίκτριά μου και με εμπιστεύεται απόλυτα. Αυτή μου έμαθε και τη δουλειά της ραπτικής. Θυμάσαι το «Τόλμη και Γοητεία»; Εγώ έφευγα τρέχοντας απ' το σχολείο για να προλαβαίνω να το βλέπω και τρελαινόμουν όταν πετύχαινα κάποιο που είχε επίδειξη ο Οίκος Φόρεστερ.

 

  • Στο σχολείο ήμουν το απόλυτο fashion victim. Κάθε σεζόν άλλαζα στυλ και όλη μου την γκαρνταρόμπα. Φυσικά, όλα ήταν πάμφθηνα, μεταποιημένα από τη μαμά μου ρούχα. Για παράδειγμα, το φθινόπωρο γινόμουν Mod –είχα βάλει τη μαμά μου να μου ράψει μια συγκλονιστική γκρι καμπαρντίνα– και χτένιζα τα μαλλιά μου κολλημένα πίσω, τον χειμώνα άκουγα μόνο Run DMC και ραπ γενικώς και ντυνόμουν με baggy παντελόνια και φαρδιά Τ-shirts και την άνοιξη γινόμουν grunge – θυμάμαι, είχα πάρει το πρώτο μου Levi's και το έτριβα στο τσιμέντο για να κάνει ωραία φθορά και σκισίματα. Φορούσα κοστούμια, γραβάτες και χαρτοφύλακα και πήγαινα Α' Γυμνασίου. Με κοιτάζανε όλοι καλά-καλά και με κορόιδευαν . Όσο περισσότερο με κορόιδευαν όμως, τόσο πιο πολύ σιγουριά μου έδιναν. Ήμουν πολύ σοβαρός και σίγουρος για την εμφάνισή μου και είχα την πεποίθηση ότι ήμουν πολύ μπροστά στο επαρχιώτικο περιβάλλον στο οποίο ζούσα. «Είστε άσχετοι», τους έλεγα και γυρνούσα απ' την άλλη.

 

Από τη συλλογή του Άγγελου Μπράτη Φθινόπωρο - Χειμώνας 2015/2016. Φωτο: Bill Georgousis
Από τη συλλογή του Άγγελου Μπράτη Φθινόπωρο - Χειμώνας 2015/2016. Φωτο: Bill Georgousis
Από τη συλλογή του Άγγελου Μπράτη Φθινόπωρο - Χειμώνας 2015/2016 Φωτο: Bill Georgousis
Από τη συλλογή του Άγγελου Μπράτη Φθινόπωρο - Χειμώνας 2015/2016 Φωτο: Bill Georgousis

 

  • Αγόραζα ξένα περιοδικά μόδας και τα ξεκοκάλιζα. Μάθαινα απέξω τους σχεδιαστές και μετά έκανα τεστ στον εαυτό μου. Έκρυβα τις λεζάντες στα εντιτόριαλ μόδας και προσπαθούσα να μαντέψω τίνος ήταν κάθε ρούχο. Στην ουσία, έκανα μόνος μου το πρώτο μάθημα brand identity, που είναι πολύ βασικό στη μόδα: χωρίς να ξέρεις σε ποιον ανήκει το ρούχο πρέπει να αναγνωρίσεις τον σχεδιαστή του, αλλιώς δεν είναι σημαντικός. Σχεδίαζα συλλογές από το δημοτικό και κάποιες σχεδιαστικές λεπτομέρειες τις σημείωνα πάντα στην άκρη της σελίδας για να μην τις ξεχάσω. Επίσης, είχα πάντα και προτεινόμενους συνδυασμούς των ρούχων.

 

  • Στο σχολείο δεν διάβαζα ποτέ. Διάβαζα μόνο περιοδικά. Δεν ξέρω πώς κατάφερνα και περνούσα τις τάξεις. Νομίζω ότι με βοηθούσε η εμφάνισή και οι τρόποι μου. Ήμουν πάντα πολύ σοβαρός, πρόσεχα στο μάθημα και εμφανιζόμουν πολύ περιποιημένος. Όταν τελείωσα το γυμνάσιο, ξαναμετακομίσαμε, και από τη Μεγαλόπολη βρεθήκαμε σε ένα ακόμα πιο επαρχιώτικο περιβάλλον σε ένα χωριό της Λακωνίας. Βρίσκεται κοντά στη Σκάλα Λακωνίας και στον δρόμο προς τη Μονεμβασιά. Μη φανταστείς τίποτα το ωραίο, πρόκειται για το χειρότερο μέρος του πλανήτη. Εκεί υπέφερα ακόμη περισσότερο. Είχα κλειστεί τελείως στον εαυτό μου και βρισκόμουν σε μόνιμη κατάθλιψη. Πάλι καλά που βρήκα έναν άνθρωπο και κάναμε παρέα, τον φίλο μου τον Θανάση, ο οποίος είναι ο κολλητός μου μέχρι σήμερα.

 

  • Την πρώτη μέρα στο σχολείο έκανα μια εμφάνιση με concept. Είχα φορέσει ένα φλούο ροζ Τ-shirt που είχε στο πίσω μέρος του μια στάμπα με κατακόκκινες ντομάτες! Επειδή η περιοχή εκεί είναι αγροτική, το είδα σαν hommage. Μπροστά έγραφε «Only the brave» που ήταν και το μότο του brand του t-shirt. Φορούσα κι ένα σκισμένο τζιν από την grunge «κολεξιόν» μου, μπορντό μπότες Βέρμαχτ (Wehrmacht) -χιλιοχτυπημένες σαν χταπόδι- και γυαλιά ηλίου καθρέφτες μπλε. Δεν μου μίλησε κανείς στο διάλειμμα, μόνο με στραβοκοιτούσαν τα φασιστάκια από τα οποία βρίθει η περιοχή εκεί.

 

  • Όταν τελείωσα το σχολείο μπόρεσα επιτέλους να επιστρέψω στην αγαπημένη μου Αθήνα. Ήξερα ήδη τι ήθελα να κάνω. Είχα πάει μόνος μου και είχα ρωτήσει τι χρειαζόταν για να γραφτώ στη Σχολή Βελουδάκη, πόσο θα κόστιζαν τα δίδακτρα κ.λπ. και ο μόνος τρόπος για να ξεκινήσω να σπουδάζω εκεί ήταν να μείνω μαζί με τον παππού και τη γιαγιά μου, διότι λεφτά για να έχω σπίτι μόνος μου δεν υπήρχαν. E, αυτό έκανα. Έζησα κάποια χρόνια μαζί τους, τα οποία συμπτωματικά ήταν τα χρόνια που έβγαινα και ξενυχτούσα, έκανα εξαντρίκ εμφανίσεις, ενώ ταυτόχρονα πήγαινα στη σχολή. Ανησυχούσαν λίγο, αλλά σε γενικές γραμμές μου είχαν εμπιστοσύνη.

 

  • Ο παππούς μου ήταν τρομερός κοκέτης. Έραβε τα ρούχα του μόνο σε ράφτη, τα σιδέρωνε μόνος του και τα είχε πάντα στην εντέλεια. Μου είχε δώσει τις ωραιότερες συμβουλές πάνω στο στυλ. Απλές, αλλά πολύ ουσιαστικές. Μου είχε πει ότι δεν χρειάζεται να έχεις πολλά ρούχα για να δείχνεις περιποιημένος. Καλύτερα να έχεις λίγα, αλλά να είναι φτιαγμένα με ωραία υφάσματα και να είναι καλοραμμένα. Αν είναι πάντα καθαρά και καλοσιδερωμένα και θα σε βγάλουν ασπροπρόσωπο. Πράγματι, αυτά τα λίγα αρκούν.

 

Η παρουσίαση της πρώτης μου κολεξιόν έγινε στο Παρίσι όταν ήμουν 23 ετών και αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο πήρα το Μaster μου από αυτήν τη θρυλική σχολή.  Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η παρουσίαση της πρώτης μου κολεξιόν έγινε στο Παρίσι όταν ήμουν 23 ετών και αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο πήρα το Μaster μου από αυτήν τη θρυλική σχολή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Κάποια στιγμή κατάφερα, πουλώντας λίγα ρούχα που σχεδίαζα κι έραβα μόνος μου, σε φίλους και γνωστούς να έχω κάποια χρήματα και να νοικιάσω ένα μικρό στούντιο στην περιοχή του Ψυρρή, που χρησίμευε ως σπίτι και ως εργαστήριο ταυτόχρονα. Θυμάμαι ότι το είχα επιπλώσει ως εξής: ένας καθρέφτης, δύο καλόγεροι κι ένα κρεβάτι ιατρείου που είχα βρει πεταμένο στον δρόμο. Το τελευταίο εκτελούσε χρέη κρεβατιού –καμιά φορά έπεφτα όταν γυρνούσα απ' την άλλη μεριά, διότι ήταν πολύ στενό– και καναπέ τις υπόλοιπες ώρες.

 

  • Κάποια στιγμή βρέθηκα να κάνω διακοπές στο Άμστερνταμ, όπου έμενα στο σπίτι μιας φίλης μου φωτογράφου. Γνωρίζοντας διάφορο κόσμο, βρέθηκα σε ένα πάρτι που γινόταν σε μια βίλα έξω από το Άμστερνταμ, όπου εξέθεταν τα ρούχα τους και έκαναν περφόρμανς οι φοιτητές μιας πολύ ιδιαίτερης σχολής μόδας, του Ινστιτούτου Μόδας Arnhem της Ολλανδίας, όπως έμαθα αργότερα . Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία και με εντυπωσίασε τόσο πολύ, που είπα ότι ήθελα κι εγώ να πάω σ' αυτήν τη σχολή. Έμαθα ότι διευθύντρια του Μaster που με ενδιέφερε ήταν η Ανζελίκ Βέστερχοφ και μέσα από τις γνωριμίες που είχα βρήκα τρόπο να επικοινωνήσω μαζί της και της ζήτησα να συναντηθούμε. Μιλάμε ότι δεν «μασούσα» καθόλου. Πάντα ήμουν έτσι, ακόμα και σήμερα. Ειλικρινά, πιστεύω ότι αν δεν τολμάς, δεν καταφέρνεις τίποτα. Αν δεν κάνει την ερώτηση, δεν θα πάρεις ποτέ την απάντηση.

 

Τα ρούχα μου είναι ελαφριά κι έχουν πολύ να κάνουν με την κίνηση, τη σκιά και το φως. Απ' ό,τι μου λένε οι πελάτες μου, είναι πολύ ελληνικά. Δεν μοιάζουν με άλλα, δεν προϋπήρχαν ως στυλ.

 

  • Για να περάσω σε αυτήν τη σχολή έπρεπε να περάσω πρώτα από μια επιτροπή, στην οποία με κάποιον τρόπο έπρεπε να δείξω τη δουλειά μου. Βρήκα, λοιπόν, τα μοντέλα μου, δύο δίδυμα κορίτσια, κούκλες, που συμπτωματικά ήταν οι συγκάτοικοι της φίλης που με φιλοξενούσε και που έκανε τη βοηθό μου (φωτογράφος ήταν η κοπέλα, αλλά μου την έκανε τη χάρη), νοίκιασα κι ένα βαν που το είχα φορτώσει με τα ρούχα που θα έδειχνα και πήγαμε στον χώρο που μας είχαν ορίσει. Όταν φτάσαμε, κάναμε μεγάλη εντύπωση. Ξέρεις, είχαν πάει όλα τα παιδάκια με το portfolio τους για να δείξουν τη δουλειά τους κι εγώ είχα σκάσει με ολόκληρο συνεργείο και έτοιμη συλλογή. Σημειωτέον, ήμουν μόλις 22 ετών. Όταν συστήθηκα και ξεκίνησα να δείχνω τα ρούχα, ένας από τους κριτές της επιτροπής έτριβε τα μάτια του, μέχρι που δεν άντεξε και κάποια στιγμή διέκοψε για να πει: «Συγγνώμη, πώς μπορεί να αλλάζει τόσο γρήγορα ρούχα αυτό το κορίτσι!». Δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για δίδυμες, με αποτέλεσμα να σκάσουν όλοι στα γέλια. Μετά από δύο μέρες με πήραν τηλέφωνο και μου ανακοίνωσαν ότι είχα περάσει. Ήμασταν μόνο πέντε μαθητές εκείνη τη χρονιά –γενικά περνάνε πολύ λίγοι πάντα και είναι με υποτροφία– και ήταν η καλύτερη χρονιά της ζωής μου. Τα μαθήματα γίνονταν οπουδήποτε αλλού εκτός από κανονικές αίθουσες διδασκαλίας: από κάστρα και δωμάτια ξενοδοχείου μέχρι γραφεία μεγάλων εταιρειών, καφέ και εστιατόρια. Αν κάτι κρατάω από αυτή την εμπειρία είναι η ίδια η Ανζελίκ Βέστερχοφ που με ενέπνευσε όσο κανείς άλλος και την οποία θεωρώ μέντορα και φίλη μου πλέον. Είναι ο άνθρωπος που με έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και να περνώ την ταυτότητα στα ρούχα μου. Μου διεύρυνε του ορίζοντες.

 

  • Η παρουσίαση της πρώτης μου κολεξιόν έγινε στο Παρίσι όταν ήμουν 23 ετών και αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο πήρα το Μaster μου από αυτήν τη θρυλική σχολή. Εκεί ήταν που με εντόπισε ο τότε διευθυντής της Altaroma, της εταιρείας που διοργανώνει τα events που στοχεύουν στην προώθηση της ιταλικής μόδας, και με κάλεσε να πάω στη Ρώμη για να δείξω την ίδια κολεξιόν τον Ιούλιο του 2003. Έπειτα μου πρότειναν να δουλέψω για τον οίκο Gattinoni. Έμεινα εκεί για δύο σεζόν μέχρι που αποφάσισα ότι δεν ήθελα να δουλεύω για τον Gattinoni. Ήθελα να δείξω τα δικά μου ρούχα κι έτσι επέστρεψα στην Αθήνα. Νοίκιασα δικό μου χώρο στην Κατεχάκη –πάντα εδώ γυρνάω– και ξεκίνησα να φτιάχνω καινούργια συλλογή με τη βοήθεια της μαμάς μου, την οποία θα έδειχνα στο Musée Galliera, δηλαδή στο Μουσείο Μόδας στο Παρίσι τον Ιούλιο του 2005. Μετά από αυτό ακολούθησε μια πολύ δημιουργική πορεία με εκθέσεις μου στο Λούβρο, στο μετρό του Παρισιού, στο πρώτο μου fashion show στη Νέα Υόρκη, ενώ, στο μεταξύ, στην Αθήνα συμμετείχα στην πρώτη Εβδομάδα Μόδας και είχα πελάτισσες για τις οποίες έραβα sur mesure. Είχα εξαιρετικές πελάτισσες. Έμαθα να κάνω ρούχα σε πολλά και διαφορετικά σώματα. Μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για μια διαφορετική εποχή, λίγο μετά το 2004, με ανάλαφρη ατμόσφαιρα και, κυρίως, με χρήμα που κυκλοφορούσε.

 

  • Περισσότερο η κρίση αλλά και η ανάγκη να εκφραστώ σε ένα πιο ειδικευμένο περιβάλλον με πήγαν πίσω στην Ιταλία. Έστειλα δεξιά-αριστερά το βιογραφικό μου, αλλά απάντηση δεν πήρα καμία. Κι εκεί κατάλαβα ότι έπρεπε να βρω τρόπο να ξανασυστήσω τον εαυτό μου. Είδα, λοιπόν, ότι γινόταν ο ετήσιος διαγωνισμός νέων σχεδιαστών της Εβδομάδας Μόδας της Ρώμης «Who is on next?» και είπα στον εαυτό μου: «Ωραία, θα λάβω μέρος, θα κερδίσω κι έτσι θα λυθεί το πρόβλημα. Αν είναι να κάνω κάτι για να με απορρίψουν, δεν θέλω να το κάνω καθόλου. Αν είναι να χάσω, δεν παίζω».

 

Από το Who is on next? όπου ο Άγγελος Μπράτης κέρδισε το πρώτο βραβείο.
Από το Who is on next? όπου ο Άγγελος Μπράτης κέρδισε το πρώτο βραβείο.
Ένα από τα look του Άγγελου στο Who is on next?
Ένα από τα look του Άγγελου στο Who is on next?

 

  • Γύρισα πίσω στην Αθήνα για να ετοιμάσω την κολεξιόν. Έλα όμως που ήταν χειμώνας και η μάνα μου ήταν στο οικογενειακό μας κτήμα στη Λακωνία και μάζευε τις ελιές! Πήγα κι εγώ εκεί, διότι χρειαζόμουν τη βοήθειά της και ανάμεσα στο μάζεμα των ελιών ράβαμε και τη συλλογή για το «Who is on next?». Στην κριτική επιτροπή ήταν για πρώτη φορά η Σούζι Μένκες της «Herald Tribune» και των «New York Times», η Φράνκα Σοτζάνι, διευθύντρια της ιταλικής «Vogue», και αγοραστές των Saks Fifth Avenue και των πολυκαταστημάτων Harvey Nichols. Ένιωσα ότι αναγνωρίστηκαν οι κόποι μου όταν μου απένειμαν το βραβείο. Την αναγγελία την έκανε η Σίλβια Φέντι. Θυμάμαι τα λόγια της: «Για το προσωπικό του στυλ στη δημιουργία τρισδιάστατων πτυχώσεων και για τον σύγχρονο τρόπο με τον οποίο μεταφέρει την κληρονομιά της χώρας του στο σήμερα». Συνέβη και το εξής: πριν καν βγάλω στην πασαρέλα τη συλλογή, την είχε αγοράσει ο ιδιοκτήτης και πρόεδρος του Yoox, Φεντερίκο Μαρτσέτι. Είχε ζητήσει να με συναντήσει πριν ξεκινήσει το show και θυμάμαι να μου λέει ότι οι κριτές θα σφάλουν αν δεν μου δώσουν το πρώτο βραβείο – τoυ είχε προφανώς δείξει πιο μπροστά τη συλλογή η Φράνκα Σοτζάνι.

 

  • Ένα βράδυ χτυπάει το τηλέφωνό μου στη 1 το βράδυ και είναι ένας φίλος που μου λέει ότι βρίσκεται σε ένα κλαμπ μαζί με την Goga Ashkenazi, την ιδιοκτήτρια του θρυλικού οίκου Vionnet, και πως θέλει να με γνωρίσει διότι ψάχνει σχεδιαστές για τον οίκο της. Ντύνομαι και πάω. Γνωριζόμαστε και μένω μαζί της να παρτάρουμε. Κατά τις 5 το πρωί έφυγα διότι μου είχε πει να πάω από τα γραφεία της εταιρείας στη μία το μεσημέρι και να πιάσω δουλειά. Κι έτσι, από κει που δεν είχα να φάω, που λέει ο λόγος, βρέθηκα να δουλεύω σε έναν από τους πιο χλιδάτους οίκους στον κόσμο, κάτι που ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν είχα φανταστεί. Αυτό κράτησε πολύ λίγο, μόνο έξι μήνες. Με απέλυσε μια μέρα, στέλνοντάς μου ένα μήνυμα που έλεγε ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε τη συνεργασία μας για οικονομικούς λόγους. Έτσι είναι όλη μου η ζωή, από τα ύψη στα βάθη. Αλλά τι άλλο μπορείς να κάνεις από το συνεχίζεις; Ποτέ δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω. Ξέρω όμως τι δεν πρέπει να κάνω. Προσπαθώ τουλάχιστον να μην επαναλαμβάνω τα ίδια λάθη.

 

  • Μου άρεσε πάντα να παίρνω τετράγωνα κομμάτια υφάσματος και να προσπαθώ να βρίσκω ένα fluid τρόπο να τα ενώσω. Τα ρούχα μου είναι πολύ γεωμετρικά, αλλά το σώμα και η κίνηση είναι αυτά που δίνουν στα ρούχα μου το σχήμα. Από τότε που έμαθα την τεχνική του moulage, βρήκα το σήμα κατατεθέν μου. Πρόκειται για μια τεχνική κατασκευής του πατρόν πάνω στο σώμα, με τον οποίο μπορείς να δημιουργήσεις τρισδιάστατες πτυχώσεις. Είναι μια μέθοδος πολύ κοντά στην αρχιτεκτονική.

 

  • Τα ρούχα μου είναι ελαφριά κι έχουν πολύ να κάνουν με την κίνηση, τη σκιά και το φως. Απ' ό,τι μου λένε οι πελάτες μου, είναι πολύ ελληνικά. Δεν μοιάζουν με άλλα, δεν προϋπήρχαν ως στυλ. Περιέχουν πολλή γεωμετρία και μαθηματικά. Παίρνουν τη φόρμα της γυναίκας που τα φοράει και όχι το αντίστροφο, όπως συνήθως συμβαίνει στη μόδα. Νομίζω ότι είναι περισσότερο ένα συναίσθημα και λιγότερο αναφορές που δεν κάνω. Τα ρούχα μου είναι καθαρά, συνήθως μονόχρωμα, δεν έχουν καθόλου κεντήματα και άλλα στολίδια, μπορεί να έχουν μία μόνο ραφή. Αυτά για κάποιους είναι πολύ ελληνικά. Πολλοί δεν βλέπουν την εξέλιξη στην πορεία μου, μόνο ότι τα ρούχα είναι ίδια πάνω-κάτω. Αυτό συμβαίνει γιατί αυτά που μου αρέσουν εμένα είναι τα ίδια πράγματα.

 

  • Μου αρέσει η αίσθηση αναρχίας που έχει η Αθήνα και δεν την αλλάζω με τίποτα. Πολλοί τη βρίσκουν άσχημη. αλλά εγώ τη βρίσκω γοητευτική. Δεν μου αρέσουν οι πόλεις που τα έχουν όλα τακτοποιημένα σε κουτάκια. Επιπλέον, οι Αθηναίοι είναι υπέροχοι. Μου αρέσει που όλες οι συζητήσεις καταλήγουν σε φιλοσοφικές αναλύσεις.

 

Από τη συλλογή «Doric» για το καλοκαίρι του 2017
Από τη συλλογή «Doric» για το καλοκαίρι του 2017
Από τη συλλογή «Doric» για το καλοκαίρι του 2017
Από τη συλλογή «Doric» για το καλοκαίρι του 2017

 

Ιnfo:

Η καινούργια συλλογή του Άγγελου Μπράτη για την περίοδο Άνοιξη - Καλοκαίρι ονομάζεται «Doric» και αποτελείται από ρούχα με υφάσματα μαλακά, αλλά και με συγκεκριμένα σχήματα. Επίσης, συμμετέχει στην έκθεση «Tseklenis Tribute, The 70s Drawings Revisited!» που θα εγκαινιαστεί την 1η Απριλίου στο i-D concept stores και θα παρουσιάσει, μαζί με τη Σοφία Κοκοσαλάκη και την Ντόλυ Μπουκογιάννη, μια συλλογή με ρούχα εμπνευσμένη από τα σχέδια του Γιάννη Τσεκλένη.

angelosbratis.it

Η Μερόπη Κοκκίνη γεννήθηκε στην Κύπρο. Άρχισε να δημοσιογραφεί στο περιοδικό «01». Ανήκει στην συντακτική ομάδα της LIFO.
Email: [email protected]
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ