Τόσο η Google όσο και η Amazon, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, συγκεντρώνουν μεγάλα ποσά δεδομένων για τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους, αλλά έχουν αποφύγει σε μεγάλο βαθμό τον δημόσιο έλεγχο στον οποίο έπεσε στο Facebook μετά τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ το 2016. Σύντομα αυτό το σκηνικό μπορεί να αλλάξει.

 

«Your user agreement sucks.» 

 

To σχόλιο του γερουσιαστή Τζον Κένεντι προς τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ έκανε τον μεγαλύτερο θόρυβο, όχι γιατί ήταν το λιγότερο «αδρανές» που ακούστηκε από την Γερουσία, αλλά επειδή αντανακλά μια πολύ ευρύτερη δυσπιστία και ανασφάλεια, όχι μόνο στο Κογκρέσο, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, για το πώς ασκείται η εξουσία στα προσωπικά δεδομένα και το δημόσιο λόγο στην εποχή των smartphones και των έξυπνων συσκευών. Ούτε το Facebook, ούτε κάποια από τις άλλες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες που εδρεύουν στην Αμερική αποκαλύπτουν επαρκείς πληροφορίες ώστε οι άνθρωποι να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι ή άλλοι, κρατικοί και μη κρατικοί, φορείς μπορούν να έχουν πρόσβαση, να μοιράζονται προσωπικά δεδομένα και να χειραγωγούν το δημόσιο λόγο μέσω των κοινωνικών δικτύων ή άλλων ηλεκτρονικών προϊόντων.

 

Μια, πιο νηφάλια, ανάλυση των πολιτικών της εταιρείας, σύμφωνα πάντα με τις ακροάσεις του Ζούκερμπεργκ, ο οποίος επανειλημμένα υποστήριξε ότι η εταιρεία του δίνει στους χρήστες πλήρη έλεγχο των πληροφοριών τους, αλλά δεν διευκρίνισε τι ακριβώς μοιράζεται με τους διαφημιζόμενους, δείχνει ότι η όρεξη του γίγαντα των κοινωνικών δικτύων για τα προσωπικά μας δεδομένα δεν πρόκειται να κοπεί εύκολα. Ακόμη και εάν σχεδιαστεί ένα συνδρομητικό Facebook για όσους δεν θέλουν να βλέπουν διαφημίσεις, το δωρεάν μοντέλο του θα συνεχίζει να καταβροχθίζει όση περισσότερη πληροφορία μπορεί, από όλους τους χρήστες του.

 

Όμως, καθώς συλλογικά υπολογίζουμε το κακό που έχει κάνει ένα μόνο όνομα στον σύγχρονο τομέα της τεχνολογίας, είναι σημαντικό να κάνουμε και μια καινούργια απογραφή, βάζοντας μέσα και τους άλλους γίγαντες που παίζουν στο ίδιο έργο της σύγχρονης ψηφιακής ζωής.

 

Είναι αλήθεια ότι η Google, το Twitter, η Amazon, η Apple και η Microsoft φανερώνουν σημαντικά περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις επιλογές των χρηστών, ώστε να ελέγχουν τη διαχείριση των δεδομένων τους, από ό,τι κάνει το Facebook, αν και η ωμή αλήθεια είναι ότι κανένας από όλους αυτούς τους τεχνολογικούς κολοσσούς δεν μας λέει αρκετά. Συγκεκριμένα, καμία από τις παραπάνω εταιρείες δεν αποκαλύπτει επαρκείς πληροφορίες στους χρήστες της σχετικά με τα προσωπικά δεδομένα που μοιράζουν οι ίδιες, με ποιον τις μοιράζουν ή για ποιο σκοπό. Με άλλα λόγια, εάν κάποιος δημιούργησε ένα ολοκληρωμένο προφίλ δραστηριοτήτων σε κάποια πλατφόρμα των παραπάνω εταιρειών, για μια δεδομένη χρονική περίοδο, τότε καμία από τις παραπάνω εταιρείες δεν πρόκειται να φανερώσει ποτέ αρκετές πληροφορίες για να κατανοήσουμε πλήρως τι μπορεί να περιέχει ένα τέτοιο προφίλ.

 

Σήμερα, είναι ακόμα λιγότερο σαφές τι πρέπει να κάνουμε για το δημόσιο άγχος σχετικά με το ποιος έχει τη δυνατότητα να χειραγωγήσει τις ροές ειδήσεων, σχολίων και πληροφόρησης στο διαδίκτυο. Ενώ το επίκεντρο των ακροάσεων του Ζούκερμπεργκ ήταν η προστασία της ιδιωτικής ζωής και η κατάχρηση των δεδομένων, οι γερουσιαστές πέρασαν σχεδόν το μισό χρόνο των ακροάσεων προσπαθώντας να καταλάβουν πώς ένα παιδί στο δωμάτιο της φοιτητικής του εστίας κατάφερε και έστησε μια τόσο πανίσχυρη υπερδύναμη! Δεν είμαι σίγουρος πόσοι το κατάλαβαν. Γιατί κανένας από όλους αυτούς τους πολιτικούς δεν φάνηκε να ικανοποιήθηκε με τις απαντήσεις ενός αγοραφοβικού νέου, η εταιρεία του οποίου, βρέθηκε να χειραγωγεί τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών.

 

Ο Ζούκερμπεργκ, σεμνά αλλά κατηγορηματικά, είπε ότι θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη σχετικά με το λόγο που θα ρέει στο Facebook. Το έθεσε ως βασική του προτεραιότητα, τόνισε ότι θα επενδύσει σε μερικές χιλιάδες νέους εργαζομένους, αλλά αυτό δεν μπορεί να καλμάρει μια πολύ δικαιολογημένη ανησυχία σχετικά με τις συνέπειες για τη δημοκρατία, εάν μια ιδιωτική εταιρεία και οι υπάλληλοί της έχουν υπερβολική εξουσία να λογοκρίνουν την ελεύθερη ομιλία.

 

Όλες οι τεχνολογικές εταιρείες πρέπει να διεξάγουν συστηματικές αξιολογήσεις του αντίκτυπου για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο, τόσο τα προϊόντα, όσο και οι υπηρεσίες τους μπορούν να προκαλέσουν βλάβη (ή να χρησιμοποιηθούν για να προκαλέσουν βλάβη), ανεξάρτητα από τις αθώες προθέσεις τους. Χαρακτηριστικά, ως μέλη μιας οργάνωσης που ονομάζεται Πρωτοβουλία για το Παγκόσμιο Δίκτυο (Global Network Initiative), το Facebook, η Google, η Microsoft, ο όμιλος Oath (θυγατρική της Verizon που περιέχει τις πρόσφατα συγχωνευμένες Yahoo και AOL) έχει αναλάβει δημόσιες δεσμεύσεις για τη διεξαγωγή εκτιμήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε σχέση με την κυβερνητική λογοκρισία, την επιτήρηση, την αποτροπή παράνομων ή υπερβολικών κρατικών απαιτήσεων.

 

Ωστόσο, δεν διεξάγουν τις ίδιες εκτιμήσεις για να εξετάσουν πώς τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και πρακτικές επηρεάζουν τα δικαιώματα των ατόμων - ή την υγεία των δημοκρατικών θεσμών.

 

Για να είμαστε σαφείς, η Google, η Apple, η Microsoft και η Amazon δεν είναι Facebook. Τα δεδομένα που συλλέγουν δεν πρόκειται να καταλήξουν μέσω μιας εφαρμογής στην Cambridge Analytica. Αλλά, ακριβώς όπως τα Ρωσικά τρολ κατάφεραν εύκολα να χρησιμοποιήσουν το Facebook για να επηρεάσουν τις αμερικανικές εκλογές, τσακίζοντας το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας, άλλο τόσο εύκολα μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον όλα τα αποθέματα πληροφορίας από τα ταμιευτήρια των τεχνολογικών γιγάντων.

 

Χωρίς μεγαλύτερη εταιρική διαφάνεια, ευθύνη και λογοδοσία, σχετικά με τους τρόπους άσκησης της εξουσίας επί των προσωπικών δεδομένων και του δημόσιου λόγου, οι κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις απλώς θα αυξάνονται και η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την πολιτική θα συνεχίσει να διαβρώνεται. Και όλο και περισσότεροι κορυφαίοι διευθύνοντες σύμβουλοι θα κάνουν μια βόλτα μέχρι το Καπιτώλιο, για να αντιμετωπίσουν τη δίκαιη οργή του λαού.