Ο τεχνολογικός κολοσσός και η ιρλανδική κυβέρνηση ήρθαν σε συμφωνία και έτσι η Apple θα ξεκινήσει να καταβάλλει τα 13 δισ. ευρώ που χρωστάει ως αναδρομικούς φόρους.

 

Tον περασμένο Αύγουστο η Ευρωπαϊκή Ένωση απαίτησε να εισπραχθεί από την Ιρλανδία το ποσό των 13 δισ. ευρώ από την Apple ως μη καταβληθέντες φόρους, διότι οι ιρλανδικές αρχές επέβαλαν μηδενικό ή ελάχιστο φόρο στην εταιρεία, παρά τα τεράστια κέρδη της. Η Ιρλανδία χρησιμοποιούσε πολύ χαμηλούς φόρους σε επιχειρήσεις του εξωτερικού ώστε να ενισχύσει τις επενδύσεις στη χώρα.

 

Οι φόροι άγγιζαν ελάχιστα ποσοστά που έφταναν μέχρι και το 0.005% επί των συνολικών κερδών και καταθέσεων, κάτι το οποίο δήλωνε ότι η Ιρλανδία ήταν ο ιδανικός φορολογικός παράδεισος για τεχνολογικές εταιρείες όπως η Apple, οι οποίες συγκέντρωναν εκεί όλα τα ευρωπαϊκά τους κέρδη.

 

Σύμφωνα με την εφημερίδα The Wall Street Journal η Ιρλανδία αρνιόταν να αποκομίσει τις αποπληρωμές από την Apple αλλά μετά από εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης η διαδικασία θα ξεκινήσει άμεσα μέσα στον επόμενο χρόνο. Όπως ανακοίνωσε ο Ιρλανδός υπουργός οικονομικών, Πασκάλ Ντόνοχοε, η Ιρλανδία αναμένει να αρχίσει να λαμβάνει χρήματα από την Apple από το πρώτο τρίμηνο του 2018.

 

Τόσο η Apple όσο και η Ιρλανδία έχουν υποστηρίξει πως η πολιτική που ακολούθησαν και η συμφωνία που είχαν για αρκετά χρόνια δεν ήταν καθόλου παράνομη, αλλά η Κομισιόν είχε μια διαφορετική, εντελώς αντίθετη άποψη. Το ίδιο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Aν η ιρλανδική κυβέρνηση και η Apple έχουν ασκήσει έφεση εναντίον της απόφασης της Κομισιόν και ενώ οι ιθύνοντες της εταιρείας ελπίζουν πως θα ανακτίσουν το ποσό σε περίπτωση που δικαιωθούν όταν εκδικαστεί η υπόθεση, ο διευθύνων σύμβουλος της Τιμ Κουκ χαρακτηρίζει όλη αυτή την ιστορία ως «πολιτική αθλιότητα».

 

Δια εκπροσώπου, η Apple τονίζει στη Wall Street Journal, ότι «διαθέτουμε μία ειδική ομάδα, η οποία εργάζεται επιμελώς και ταχέως με την Ιρλανδία σχετικά με την διαδικασία του αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής». Εν συντομία, η Apple συμφώνησε να καταβάλει τα χρήματα, και ενώ δεν συμφωνεί με την απόφαση, επιμένει στην έφεση και ελπίζει να πάρει πίσω τα χρήματα.