Κείμενο: Αγιάτη Μπενάρδου, Βασιλική Πλιάτσικα, Κώστας Πασχαλίδης

Η βαρύτερη κληρονομιά της Αθήνας είναι ότι υπήρξε και πρέπει να ξαναγίνει «Ελλάδος παίδευσις» κι αυτό προσπαθούμε να κάνουμε για τον πολύ κόσμο, όχι μόνον για τους ειδικούς, με τις εκθέσεις μας και τη διδασκαλία.
Η βαρύτερη κληρονομιά της Αθήνας είναι ότι υπήρξε και πρέπει να ξαναγίνει «Ελλάδος παίδευσις» κι αυτό προσπαθούμε να κάνουμε για τον πολύ κόσμο, όχι μόνον για τους ειδικούς, με τις εκθέσεις μας και τη διδασκαλία.

 

Με αφορμή το γεγονός ότι έχετε οριστεί στο Διοικητικό Συμβούλιο του Μουσείου Ακρόπολης, πείτε μας πώς βλέπει ένας επιτυχημένος διευθυντής ενός κεντρικού μουσείου της Αθήνας τη δυναμική της πόλης. Είναι βαριά η κληρονομιά την οποία διαχειριζόμαστε εμείς οι Αθηναίοι, και ιδιαίτερα εσείς, οι άνθρωποι που αποφασίζετε για θέματα όπως οι εκθέσεις και η διδασκαλία της τέχνης;

Αλήθεια, ποιος είναι Αθηναίος; Η Αθήνα είναι η Αθήνα, αλλά οι άνθρωποί της δεν είναι απαραίτητα Αθηναίοι και θα σας θυμίσω το ισοκρατικό ότι «Έλληνες εισίν οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες» και επομένως «Αθηναίοι εισίν οι την Αθήνα αγαπώντες». Μόνο έτσι μπορείς να ζήσεις σε αυτή την πόλη. Aγαπώντας τη, φροντίζοντάς τη. Το παλίμψηστο του χώρου και του χρόνου της Αθήνας είναι ένα μαγνητικό πεδίο που τραβάει τους ανθρώπους τους οποίους αναζητά. Εάν κάποιοι δεν το έχουν βιώσει αυτό, γιατί μπορεί να μην το έχουν σκεφτεί καν, είναι χαμένοι από χέρι. Αυτοί θα μείνουν στη γραμματοσειρά της αφίσας μιας έκθεσης και όχι στο περιεχόμενό της. Να το πω αλλιώς: θα κοιτάξουν το τραπεζομάντηλο, δεν θα δουν το τραπέζι, την ουσία μιας έκθεσης, την τεκμηρίωσή της, να διδαχθούν, να μάθουν. Η βαρύτερη κληρονομιά της Αθήνας είναι ότι υπήρξε και πρέπει να ξαναγίνει «Ελλάδος παίδευσις» κι αυτό προσπαθούμε να κάνουμε για τον πολύ κόσμο, όχι μόνον για τους ειδικούς, με τις εκθέσεις μας και τη διδασκαλία.

 


Ας μιλήσουμε για την έκθεση «Η πόλη κάτω από την πόλη - Ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών» που είχατε οργανώσει στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης το 2000. Ήταν μια πολύ σημαντική περίοδος στην Αθήνα, πολύ μεγάλων αλλαγών. Ας μιλήσουμε για κάποια από τα εκθέματα αυτής της έκθεσης. Αν έπρεπε να μας μιλήσετε για ορισμένα από τα αντικείμενα που επιλέξατε και τον τρόπο με τον οποίο τα παρουσιάσατε, τι θα είχατε να μας πείτε;

Όταν συλλαμβάνω, σκέφτομαι και δημιουργώ μια έκθεση, πώς να ξεχωρίσω ένα άγαλμα από ένα κουτάλι, ένα εργαλείο από ένα όπλο, το αισθητικό κομμάτι μιας ανάγλυφης στήλης από ένα όστρακο που γράφει το όνομα του Θεμιστοκλή; Αδύνατον. Είναι όλα τόσο σημαντικά γι' αυτό το κομμάτι της ζωής που έχει φύγει, που η εικόνα του έχει φθαρεί, που έχει χαθεί, ώστε χρειάζονται όλα για να ανασυνθέσουμε έστω ένα τμήμα μιας χαμένης πραγματικότητας. Αν, όμως, με πιέσεις, αναγκαστικά θα το κάνω. Άλλωστε, το μέγεθος, η ομορφιά και η σπουδαιότητα πάντοτε μετρούν. Επομένως, θα μπορούσα να πω το χάλκινο κεφάλι, αυστηρού ρυθμού, από το φρέαρ της Ηρώδου Αττικού που βρέθηκε εντοιχισμένο. Ένα εύρημα μοναδικό, όποιον και αν παριστά. Κάποιον θεό, βέβαια, ή οτιδήποτε άλλο το οποίο το εντοίχισαν ως αποτροπαϊκό του κακού. Το κεφάλι αυτό, δηλαδή, έχει πάρει μια τελείως διαφορετική διάσταση σε σχέση με την περίοδο της δημιουργίας του, το 490-480 π.Χ. Αυτό, όμως, είναι για μένα η Αθήνα, οι ανεπαίσθητες αλλαγές που συντελούνται αδιόρατες, και γι' αυτό ονομάσαμε την έκθεση « Η πόλη κάτω από την πόλη». Ακόμα και κάτω από τα πεζοδρόμια να ανοίξεις μια τρύπα σε ένα βάθος 20, ας πούμε, εκατοστών μόνο, έχεις –πώς να το πω;– το σύρσιμο των βημάτων, τους ήχους από τις συνομιλίες των ανθρώπων που πέρασαν. Εάν υπήρχε δυνατότητα, θα ήθελα να παίρνω από τη γη όχι μόνο τη χρονολόγηση ή την αισθητική των πραγμάτων, των μνημείων, αλλά και τις ομιλίες των ανθρώπων, τη μουσική τους, το συναίσθημά τους, τις μυρωδιές τους, παρόλο που πιστεύω ότι δεν έχουν αλλάξει πολύ, τουλάχιστον έως πριν από ορισμένες δεκαετίες. Τα μενεξεδιά τους δειλινά της Αθήνας, δηλαδή, αυτό το «ω ται λιπαραί και ιοστέφανοι» του Πινδάρου.

 

Σε ένα φρεάτιο της Ηρώδου Αττικού ανακαλύφθηκε το 2004 αυτό το χάλκινο κεφάλι πιθανόν ενός χαμένου θεού.
Σε ένα φρεάτιο της Ηρώδου Αττικού ανακαλύφθηκε το 2004 αυτό το χάλκινο κεφάλι πιθανόν ενός χαμένου θεού.


Παρόλο που σας χάρισε η τύχη και η έρευνα σπουδαία ευρήματα και προσωπικότητες, τα οποία μελετήσατε και εκθέσατε, ήταν πάντα συνειδητή η επιλογή σας να αναδείξετε τον απλό άνθρωπο: πώς ζει, πώς αγαπά, πώς πεθαίνει, πώς αρρωσταίνει, πώς γίνεται καλά.

Δεν ξέρω αν θυμάστε –δεν ξέρω και αν υπάρχει ακόμη–, πάντως κάποτε υπήρχε ένα ειδικό ταμείο για να μαζεύει χρήματα το τότε ΥΠΕΧΩΔΕ από τις πιλοτές, τα μπαλκόνια. Αυτό γίνεται και σήμερα. Είτε πριν από την κρίση, είτε μετά, είτε εν μέσω κρίσης, έτσι μαζεύει χρήματα η Πολιτεία. Από οπουδήποτε. Εσείς νομίζετε ότι είναι καινούργιο αυτό;

Λέει ο Αριστοτέλης ότι ο Ιππίας συγκέντρωσε χρήματα φορολογώντας τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια, τα υπερώα που εξείχαν από τους τοίχους, ακόμα και από τις πόρτες που άνοιγαν προς τα έξω (για να κερδίσουν οι άνθρωποι τον χώρο προς τα μέσα, άνοιγε η πόρτα του σπιτιού τους προς τα έξω). Εάν, λοιπόν, περνούσε από το πεζοδρόμιο κάποιος, του ερχόταν το φύλλο της πόρτας στο πρόσωπο. Τι κάνανε; Αντί να χτυπάνε απέξω προς τα μέσα, χτυπούσαν από μέσα προς τα έξω για να ειδοποιήσουν τους περαστικούς ότι σκοπεύουν να ανοίξουν την πόρτα και να μην τους έρθει ξαφνικά το θυρόφυλλο στη μούρη.

Λοιπόν, πείτε μου, σας παρακαλώ, τι είναι διαφορετικό από σήμερα; Η καταπάτηση των πεζοδρομίων, οι φόροι, τα μπουγαδόνερα στον δρόμο; Εγώ θα σας πω και για άλλα μπουγαδόνερα. Μιλάει ο Σωκράτης με τον Αλκιβιάδη και ο Αλκιβιάδης του λέει «Μα, πώς είναι δυνατόν να αφήνεις τη γυναίκα σου, την Ξανθίππη, να σου φωνάζει;» (η Ξανθίππη, η γυναίκα του Σωκράτη, ήταν το φόβητρό του). «Αυτό δεν σε ενοχλεί, δάσκαλε;». Και ο Σωκράτης του απαντά –είχε πάρα πολύ ωραίες χήνες ο Αλκιβιάδης–, «Κι εσένα οι χήνες σου κράζουν και σε ενοχλούν, αλλά δεν βλέπω να κάνεις τίποτα, γιατί σου γεννούν και αυγά και χηνόπουλα. Άφησε που όταν φωνάζει η Ξανθίππη, βροντά. Κι αφού βροντά κι αστράφτει, δεν θα βρέξει;» εννοώντας ότι του έριχνε τον κουβά με το νερό στο κεφάλι.

 

Aς κάνουμε ένα νέο εθνικό μουσείο, να το δω, να το προλάβω. Έτσι θα ήθελα τη δική μου Αθήνα.
Aς κάνουμε ένα νέο εθνικό μουσείο, να το δω, να το προλάβω. Έτσι θα ήθελα τη δική μου Αθήνα.


Η «Πόλη κάτω από την πόλη» είναι μία έκθεση που άρχισε μεν, αλλά τελείωσε πραγματικά ποτέ, αφού συνεχίζονται οι ανασκαφές στην Αθήνα;

Όντως δεν τελείωσε ποτέ, και τη συνέχειά της τη βλέπει κανείς στον τέταρτο όροφο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, όπου δημιουργήσαμε μια έκθεση που σε 20 λεπτά καταλαβαίνει κανείς για την καθημερινή ζωή στην αρχαιότητα και με ταινίες σχετικά με τη ζωή ενός παιδιού που μεγαλώνει και ανατρέφεται στην Αθήνα. Να το πω διαφορετικά: είναι πάρα πολύ σημαντικό να μπορεί ένα μουσείο να δίνει διεξόδους περίληψης στους επισκέπτες του. Γιατί; Διότι όσο ωραίο και να είναι ένα μεγάλο μουσείο –και το εθνικό μας μουσείο είναι ένα μοναδικό μουσείο−, πρέπει να μπορεί να κάνει τον επισκέπτη να καταλάβει, και αυτό δεν επιτυγχάνεται με την πληθώρα των πραγμάτων αλλά με το παράδειγμα.

Εγώ είχα καταθέσει μια ιδέα: το δεύτερο κτίριο δίπλα στη νεόδμητη Εθνική Βιβλιοθήκη στο Φάληρο θα έπρεπε να είναι το εθνικό μας μουσείο. Ας το πουν όπως θέλουν: Εθνικό Αρχαιολογικό, μητροπολιτικό μουσείο του Ελληνισμού ή της Ελλάδας. Πρότεινα, δηλαδή, να κατασκευάσουν εκεί ένα Μητροπολιτικό Μουσείο και μέσα σε έναν χειμώνα να μεταφέρουν ολόκληρο το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Με όλες τις προσβάσεις στους οδικούς κόμβους, χωρίς τα αρνητικά που έχει συσσωρεύσει το κέντρο της Αθήνας, με κήπους, με πωλητήρια και με την Εθνική Βιβλιοθήκη δίπλα.

Πείτε μου εσείς, ως πολίτες αυτής της πόλης, πώς θα σας φαινόταν. Το φαντάζεστε; Δηλαδή, να βρίσκεται όλος ο πολιτισμός εκεί – και να έχει και τεράστιες αποθήκες και αίθουσες εκθέσεων, πωλητήρια, τα πάντα. Ας το κάνουν ακόμα και τώρα. Και η όπερα καλή είναι. Ας έχουμε, λοιπόν, κι άλλη μία όπερα, αλλά ας κάνουμε ένα νέο εθνικό μουσείο, να το δω, να το προλάβω. Έτσι θα ήθελα τη δική μου Αθήνα.