Ουρές στις εκκλησίες, συνωστισμός, κλάματα. Παλιοί τερματοφύλακες, μαραθωνοδρόμοι, ύπτιοι, πεταλουδίστες, δίκωποι, χάλκινοι, αργυροί, κάτι μέτοικοι του χόκεϊ επί πάγου. Μπροστά στο ιερό μπανταρισμένα γόνατα, δίχτυα, ματωμένα σνίκερ, ακόντια, σκουφάκια πισίνας, κομμάτια από ταρτάν. Όλοι με σκυμμένο κεφάλι και προσφορές. Σιωπηλοί, απελπισμένοι, απαρηγόρητοι. Γιατί οι αρχαίοι θεοί του αθλητισμού είχαν αρρωστήσει βαριά και ανεξήγητα κι οι μέρες του πλανήτη ήταν μετρημένες.

 

Κανείς δεν θυμόταν από πότε ξεκίνησε η λατρεία των Φουσκωτών με τα λαδωμένα σώματα. Όσοι ζούσαν δεν θυμόντουσαν κι όσοι θυμόντουσαν δεν ζούσαν. Το θέμα είχε λήξει, όλα κυλούσαν γυμνασμένα και ήσυχα μέχρι που η αρρώστια έσκασε και το άσβεστο άρχισε να τρεμοπαίζει. Οι μυώδεις Θεοί ξεφούσκωναν, ο πλανήτης έγερνε στο πηχτό σκοτάδι μιας νύχτας χωρίς αθλητικές δραστηριότητες. Ιεροί κόουτς και θεόπνευστοι προπονητές έπρεπε να διαχειριστούν τη μεγαλύτερη κρίση της καριέρας τους. Με μια λιτή ανακοίνωση το υπουργείο Ευγενικής Άμιλλας δεν άφηνε πολλά περιθώρια για ελπίδες: «Λίγες μόνον ημέρες πριν από τον εορτασμό της Νέας Αθλητικής Περιόδου, οι εφτά πυλώνες του πλανήτη μας νόσησαν αιφνίδια. Οι ιατρικές γνωματεύσεις δίνουν ως τελική ημερομηνία κατάρρευσής τους την τριακοστή πρώτη του μήνα Σπριντέριου. Σύμφωνα με τον έσχατο χρησμό, μαζί τους θα σβήσει και ο πλανήτης μας. Παρακαλούνται οι κύριοι κύριοι αθλητές και αθλήτριες να μεριμνήσουν για την αποδημία τους με αξιοπρέπεια και πνεύμα συνεργασίας».

 

Όλες οι οθόνες του πλανήτη συντονίστηκαν αυτόματα, οι ανάσες ρυθμίστηκαν στην ελάχιστη εκπνοή. Και τότε φάνηκε Εκείνη.
 

 

Τότε μόνο κάτι παλαίμαχοι ανέσυραν τον χρησμό, θαμμένο χρόνια σε υπόγειες βιβλιοθήκες-απομεινάρια προηγούμενων πολιτισμών. Ο πρώτος που τον διάβασε, τερματοφύλακας επαρχιακής ομάδας που άφησε εποχή για τα καλοσχηματισμένα και δυνατά μπούτια του, λιποθύμησε. Κανείς δεν το θεώρησε αδυναμία – οι παλιές ψυχραιμίες και το αθλητικό ήθος είχαν αρχίσει να δίνουν τη θέση τους σε υστερίες και αυθορμητισμούς. Ο χρησμός από στόμα σε στόμα απλώθηκε, διέσχισε τις πόλεις και τα χαμηλά δάση των προπονήσεων, πέρασε ποτάμια και πίστες σκι, κεντρικά στάδια και εγκαταλελειμμένα ρινγκ.

 

Μονάχα αν οι φοβεροί θεοί νοσήσουν / τα φώτα του πλανήτη θε να σβήσουν / Μονάχα αν αρρώστια τούς χτυπήσει / τα σπορ αυτή η γη θα χαιρετήσει / Ελπίδα δεν υπάρχει και γιατρειά / τα δάκρυα αν μείνουν μακριά / Αν άκλαφτοι ταφούν οι Φουσκωτοί / μαζί τους και η μέρα θα θαφτεί / Αναζητήστε το κορίτσι που θα κλάψει / αυτή, αυτή το φως ξανά θ' ανάψει.

 

Αφίλητες έφηβες της ρυθμικής με αναμμένες κορίνες έψελναν ρυθμικά «αναζητήστε το κορίτσι που θα κλάψει... αναζητήστε το κορίτσι που θα κλάψει...», ξεσηκώνοντας πλήθη πιστών και απίστων. Ουρές στις εκκλησίες, συνωστισμός, κλάματα. Πλάγιοι ίπποι, ασύμμετροι ζυγοί, σπασμένα παγοπέδιλα, βαλσαμωμένες ανθοδέσμες, γάντια του μποξ και διατηρημένα άκρα αρχαίων ρέκορντμαν, τα πιο πολύτιμα, προσφορά στις εικόνες από νέον που αργόσβηναν. Και αυτοσχέδιες προσευχές, ό,τι μπορούσε να σκαρώσει ο καθένας. Γιατί στον Πλανήτη των Σπορ οι προσευχές δεν είχαν λόγια, μόνο αθλητική ηχώ και ιδρώτα και υπερπροσπάθεια.

 

Λίγες ώρες πριν το μεγάλο ρολόι του κεντρικού γυμναστηρίου χτυπήσει μεσάνυχτα της τελευταίας ημέρας του χρόνου και του πλανήτη, μια μυρωδιά αγριοτριαντάφυλλου και γλυκόρριζας απλώθηκε στο μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο του ουρανού. Ήχοι ενός ξεχασμένου οργάνου με το όνομα «αρμόνιο» κάλυψαν ψαλμούς και αναφιλητά. Όλες οι οθόνες του πλανήτη συντονίστηκαν αυτόματα, οι ανάσες ρυθμίστηκαν στην ελάχιστη εκπνοή. Και τότε φάνηκε Εκείνη. Η πιο αγύμναστη και η πιο αδιάφορη για τα σπορ. Αυτή που δεν έφτασε ούτε σε προημιτελικούς, η τρεμάμενη και σταθερή, που όλοι την ήξεραν, αλλά κανείς δεν θυμόταν από πού. Ολόγυμνη και τυλιγμένη σ'έναν διάφανο μανδύα δακρύων. Η καλλονή της έφερε αμέσως ποταμούς στα μάτια παρόντων και απόντων. «Είμαι η Κλαίρη και θα σας κλάψω όσο δεν σας έκλαψε ποτέ κανείς» είπε σεμνά και κάθισε σε μια σπαστή σεζλόνγκ κάτω από τον μεγάλο δείχτη. Ενας διάσημος αθλητίατρος έπεσε στα πόδια της εκστασιασμένος και η ομάδα του χάντμπολ τον ακολούθησε. Πυγολαμπίδες εμφανίστηκαν από το πουθενά κι ένα λυτρωτικό κλάμα πλημμύρισε κήπους, σπίτια και δημόσια κτίρια.

 

«Είμαι η Κλαίρη και θα σας σώσω, όπως δεν σας έσωσε ποτέ κανείς» ξαναμίλησε η Αγύμναστη. «Είμαι η Κλαίρη και θα σας φωτίσω, όπως δεν σας φώτισε  ποτέ κανείς» συνέχισε με λυγμούς. Με αρχαία φωνή ανέβηκε πάνω στη μοντέρνα καρέκλα κι έτσι όρθια και φοβερή άρχισε να κλαίει και να προφητεύει. Κι η προφητεία της μιλούσε για το τέλος των φουσκωτών Θεών, για έναν πλανήτη απ' την αρχή, χωρίς αμφιθέατρα και κερκίδες και θεατές. Μιλούσε για τη Νέα Χώρα χωρίς Πρωταθλητισμό, μιλούσε για ιδρωμένα σώματα από έρωτα,για μια σωτηρία που έμοιαζε με αφοσίωση σ' ένα πρόσωπο κι όχι σ' ένα ρεκόρ. Και τα καυτά της δάκρυα έγιναν σπίθες και μια φωτιά που κανείς δεν είχε φανταστεί ή ελπίσει απλώθηκε στη σκοτεινή και βαριά χώρα. Εκαψε προπονητήρια και πίστες, εξαφάνισε τη Μεγάλη Αίθουσα των Μεταλλίων, σάρωσε το Ιερό των Μυών και το Παλάτι των Αθλητικών Ιδεωδών. Κι όσο έκαιγε, τόσο φώτιζε. Κι όσο φώτιζε, τόσο ομόρφαινε. Κι όσο ομόρφαινε, τόσο βάθαινε και κυλούσε και γιόρταζε. Κι Εκείνη, η πιο Αγύμναστη, έλαμπε και προφήτευε και έκλαιγε και έσωζε.

 

 

Κι όταν ο μεγάλος δείχτης χτύπησε νταν δώδεκα, ένας τρομερός ρόγχος ακούστηκε. Εφτά μαύρα πουλιά έπεσαν νεκρά μπροστά στα πόδια Εκείνης που όρθια χρησμοδοτούσε κι έσωζε. «Δεν υπάρχει πια σκοτάδι, δεν υπάρχει πια φόβος, ό,τι σας πόνεσε πέθανε, ό,τι σας τιμώρησε τιμωρήθηκε. Το νέο σπορ θριάμβευσε και το νέο σπορ το λένε "Φιλί στο Στόμα"» είπε και τα δάκρυά της έγιναν οι ολοκαίνουργιες γεννήτριες του πλανήτη.
Προβολείς άστραψαν αιφνίδια και όλοι οι διακόπτες άναψαν στο Νέο Φως των Σπορ.