Image

 

Όταν το 1995 η ομάδα Fraunhofer Society του Πανεπιστημίου του Αννόβερο σχεδίασε έναν τρόπο συμπίεσης των ηχητικών αρχείων που εξασφάλιζε μικρότερο μέγεθος σε bytes, αλλά διατηρούσε ανέπαφη σε επαρκή βαθμό την ποιότητα ήχου, δεν είχε φανταστεί τις αλλαγές που θα επέφερε στον τρόπο που θα έχουμε πρόσβαση στη μουσική. Παρομοίως, οι μέθοδοι ψηφιοποίησης της εικόνας και του video σε MPEG και Matroska (.mkv) καθώς και η ψηφιοποίηση και ανάρτηση στο Ιnternet κάθε άλλης μορφής πολιτισμικού προϊόντος, αργά αλλά σταθερά, επέφεραν σχεδόν ιστορικές αλλαγές τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης. Γιατί;

 

Γιατί κανείς δεν ήθελε πλέον να πληρώνει για μουσική και ταινίες, αφού υπήρχε το Ιnternet!

 

Από την εποχή του napster και του peer-to-peer διαμοιρασμού αρχείων –αλήθεια, ποιος θυμάται το ΚΑΖΑΑ ή το e-donkey–, οπότε πρωτομπήκαν σε εφαρμογή οι τεχνολογίες που αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουν περάσει αρκετά χρόνια. Αλλά η δίψα του κοινού, και ιδίως του κοινού που έζησε την εποχή που ήταν απαραίτητη η πληρωμή για να ακούσει ηχογραφημένη μουσική ή να δει ταινίες και σειρές χωρίς διαφημίσεις, παρέμενε και παραμένει ακόρεστη.

 

Οι μέθοδοι ψηφιοποίησης απλοποιήθηκαν ώστε να μπορεί ο καθένας να μετατρέψει σε «ελαφριά», εύκολα διαμοιράσιμα αρχεία οποιαδήποτε εικόνα video ή ήχο. Το napster έκλεισε, ξανα-άνοιξε, μεταλλάχθηκε σε εμπορικό προϊόν, ενώ τα περισσότερα peer-to-peer sites διώχθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ως συνδράμοντα σε πράξεις πειρατείας, τόσο από τη MPAA (Motion Picture Association of America) και τη RIAA (Recording Industry Association of America) όσο και από τις δισκογραφικές εταιρείες, πολυεθνικές ή μη.

 

Με την αύξηση του αποθηκευτικού χώρου του Ιnternet και τη σταδιακή μετατροπή του σε έναν απέραντο σκληρό δίσκο, φτάσαμε στην εποχή του link-sharing (βλέπε Rapidshare & Megaupload).

 

Μια φάση που και αυτή κυνηγήθηκε από τους νόμιμους κατόχους πνευματικών δικαιωμάτων, αφού τα sites όπου οι χρήστες ανέβαζαν το «πειρατικό» αρχείο και μετά μοίραζαν το link σε forum ανά τον κόσμο μπορεί να ισχυρίζονταν «μη γνώση» του περιεχομένου των αρχείων, όμως μια πρόχειρη έρευνα στο Google ήταν αρκετή. Πρόσφατη κραυγαλέα περίπτωση του link-sharing –από αυτές που πήραν μεγάλη δημοσιότητα– είχε ως «θύμα» του τον Kim Dotcom, ιδιοκτήτη του Megaupload, και κυνηγούς του το ίδιο το FBI, που επικαλούνταν νόμους όπως ο SOPA και ο PIPA, οι οποίοι ουσιαστικά εξυπηρετούσαν την πάταξη του φαινομένου της πειρατείας.

 

Κι εδώ, λοιπόν, η τεχνολογία, προκειμένου να αποφύγει τη δίωξη της ελεύθερης διακίνησης δεδομένων (τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν copyrighted), χρειάστηκε να μεταλλαχθεί, έτσι ώστε να κρύψει  τη φύση των αρχείων που εξυπηρετούσε, ώστε να διακινηθούν ελεύθερα. Μια ελευθερία την οποία εκπρόσωποί της επικαλέστηκαν πάμπολλες φορές σε αίθουσες δικαστηρίων. Ανεπιτυχώς!

 

Μια ακόμα μετάλλαξη αποτελεί και η περίπτωση του πρωτοκόλλου BiTorrent και του διαμοιρασμού των αρχείων Torrents που διαδόθηκε σαν φωτιά τον Δεκαπενταύγουστο. Πρόκειται για μια τεχνολογία που δεν έχει να κάνει πλέον με το ίδιο το ενιαίο αρχείο της μουσικής ή του βίντεο όσο με την τοποθεσία όπου βρίσκεται το κάθε τμήμα του, πόσοι το κατεβάζουν μια δεδομένη στιγμή κ.λπ.

 

Τα διάσημα Τorrents εξυπηρετήθηκαν και συνεχίζουν ακάθεκτα να εξυπηρετούνται από τις λεγόμενες μηχανές αναζήτησής τους, όπως τους αρέσει να λέγονται, προσθέτοντας μια νομότυπη χροιά στην περιγραφή του core business τους. Αλλά και από τους λεγόμενους Trackers, δηλαδή δημόσιους (έτσι ξεκίνησε το Pirate Bay) ή ιδιωτικούς servers (βλέπε περιπτώσεις gamato.info κ.λπ.) που διευκολύνουν τους χρήστες που κατέχουν αρχεία να τα μοιραστούν, γρήγορα και με ασφάλεια.

 

Διάσημα παραδείγματα ήταν το isoΗunt που έκλεισε οριστικά στις 23 Οκτωβρίου του 2013, μετά από πολυετή και άνιση μάχη με τον νόμο, το The Pirate Bay (πλέον) που αναγκάστηκε να ανεβάσει όλη τη βάση δεδομένων του στο «σύννεφο» και να μετατρέψει τα παραδοσιακά Torrents σε «magnet links» για να μην υπάρχουν απτά στοιχεία δίωξής του, και άλλα. Η τεχνολογία, λοιπόν, βρήκε έναν τρόπο ώστε τα τμήματα ενός αρχείου να είναι ασφαλή από επιθέσεις ιών, αλλά, κυρίως, δύσκολα ανιχνεύσιμα από τους εκπροσώπους του νόμου.

 

 

Τι παίζει από δω και στο εξής; Πέραν της ηθικής συζήτησης για τις δημιουργίες που διέπονται από πνευματικά δικαιώματα, παρατηρούμε ότι έχει πλέον παγιωθεί η κουλτούρα του file sharing, downloading, ή όπως αλλιώς επιλέξουμε να το ονομάσουμε. Κάτι που συνεπικουρείται από το γεγονός ότι η τεχνολογία έχει το αβαντάζ της μετάλλαξης, έναντι των θεσμών.

 

Η ιδέα του να πληρώνει κάποιος, ειδικά σε όσους ανήκουν στις νεότερες γενιές, για να ακούει μουσική ή να βλέπει ταινίες και σειρές, δεν είναι πια mainstream. Οι ανήκοντες στη δημογραφική μερίδα των 18-35 και κάτω δεν νοιάζονται τόσο για την έννοια της ιδιοκτησίας. Νοιάζονται για την έννοια της πρόσβασης. Κάτι που εξηγεί την ύπαρξη και επιτυχία υπηρεσιών όπως το spotify, που ολοένα και περισσότεροι καλλιτέχνες καταφέρονται εναντίον του. Ας μην ξεχνάμε πως με βάση τις λίστες δημοφιλίας των Τorrents υπηρεσίες, όπως το NetFlix, επιλέγουν το περιεχόμενο που θα «σερβίρουν» έναντι συνδρομής.

 

Η τεχνολογία αναλαμβάνει να παράσχει πρόσβαση σε αυτά τα πνευματικά αγαθά κυρίως επειδή θεσμοί όπως τα μεγάλα στούντιο και οι δισκογραφικές –και οι νόμοι που τα προστατεύουν– δεν είχαν αρκετά γρήγορα αντανακλαστικά ώστε να προσφέρουν εναλλακτικές, νόμιμες μορφές πρόσβασης.

 

Με άλλα λόγια, ο κόσμος «καλόμαθε στο τζάμπα». Εξού και μας φαίνονται δρακόντεια τα μέτρα που λαμβάνουν όλοι όσοι θα έπρεπε να πληρώνονται.

 

Το σίγουρο είναι ότι το downloading και η κουλτούρα του είναι ένα φαινόμενο εν εξελίξει, που, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, έχει μπερδέψει το κοινό ως προς το ποια μέθοδο θα ακολουθήσει. Όμως, ταυτόχρονα, όλη αυτή η κουλτούρα και η σύγκρουση μεταξύ κατόχων δικαιωμάτων, παραγωγών, της κινηματογραφικής και μουσικής βιομηχανίας και των θιασωτών του file-sharing ίσως να διαμορφώσει νέους τρόπους κατανάλωσης, αλλά, το κυριότερο, να προωθήσει την καινοτομία.