Εικονογράφηση: Stupid Greg/ LIFO
Εικονογράφηση: Stupid Greg/ LIFO

 

Σε αντίθεση με την εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα κατά την περίοδο της κρίσης του ‘60, εν έτει 2016 οι όροι έχουν αντιστραφεί και μπορεί κανείς να μιλήσει πλέον για μια τάση μετανάστευσης των κατοίκων των πόλεων προς την επαρχία. Άνεργοι, οικογένειες, ακόμη και νέοι άνθρωποι που δεν βλέπουν καμία προοπτική στην Αθήνα μετακομίζουν σε πόλεις και χωριά της περιφέρειας, αναζητώντας καλύτερη τύχη. Η εσωτερική μετανάστευση, αν και δεν έχει πάρει ακόμα μεγάλες διαστάσεις, είναι εντούτοις αξιοσημείωτη, μια κι ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων φαίνεται να είναι αποφασισμένος ν’ αλλάξει επαγγελματικό προσανατολισμό και να στραφεί προς τη γεωργία, τις βιολογικές καλλιέργειες, την κτηνοτροφία, ακόμα και στις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις και στην ανάπτυξη αγροτουριστικών μονάδων, όσοι καταφέρνουν να βρουν χρήματα για να επενδύσουν.

 

Το τρένο της μεγάλης φυγής
Με την ανεργία να καλπάζει, ο αγροτικός τομέας δείχνει να είναι από τους λίγους που κερδίζουν έδαφος από το ξεκίνημα κιόλας της κρίσης, έχοντας προσφέρει 60.000 θέσεις εργασίας μεταξύ 2008 και 2011, τις οποίες, σύμφωνα με μελέτες, κατά κύριο λόγο κατέλαβαν Έλληνες και όχι αλλοδαποί εργάτες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το στοιχείο που δείχνει ότι 3.092 αιτήσεις έχουν υποβληθεί έως σήμερα στη σελίδα του ΟΠΕΚΕΠΕ (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων που διαχειρίζεται τις αγροτικές ενισχύσεις που χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στον γεωργικό τομέα) για παραχώρηση δημόσιας αγροτικής γης έναντι 5 ευρώ το στρέμμα, καταδεικνύοντας την τάση πολλών Ελλήνων για εγκατάλειψη των μεγάλων αστικών κέντρων κι επιστροφή στην επαρχία. Εντυπωσιακό δε είναι το στοιχείο που δείχνει ότι ανάμεσα στους δικαιούχους [άνεργους νέους αγρότες, πτυχιούχους γεωτεχνικής σχολής (ΑΕΙ ή ΤΕΙ) και επαγγελματίες αγρότες] το μεγαλύτερο ποσοστό των αιτήσεων βρίσκεται ανάμεσα στους ανέργους ( 35%) και στους νέους ηλικίας έως 35 ετών (29%). Κάθε αγροτεμάχιο μένει αναρτημένο στο διαδίκτυο στη σελίδα του ΟΠΕΚΕΠΕ για περίπου 15 ημέρες, ο έλεγχος της αίτησης διαρκεί περί τις τρεις εβδομάδες κι εν συνεχεία υπογράφεται η σύμβαση εκμίσθωσης, ενώ κάθε Πέμπτη αναρτώνται νέα αγροτεμάχια.

 

Ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί υπέρ αυτής της νέας τάσης δίνεται και από τα κτηματομεσιτικά γραφεία. Τους τελευταίους μήνες, λένε, παρατηρείται αύξηση της ζήτησης για σπίτια στην ελληνική ύπαιθρο, εφόσον εκεί οι τιμές είναι ελκυστικές και πολλοί είναι αυτοί που πωλούν τα ακίνητά τους ή ξενοικιάζουν για να στραφούν στην αγορά ή μίσθωση σπιτιών σε πόλεις και χωριά της περιφέρειας. Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων, κ. Στράτος Παραδιάς, επισημαίνει ότι «οι Αθηναίοι που εγκαταλείπουν την πόλη επιστρέφουν στις πατρίδες τους, ανακαινίζουν τα πατρικά τους και μένουν μόνιμα στην επαρχία». Ακόμα και οι μετακομίσεις από την Αθήνα προς την επαρχία φαίνεται να έχουν αυξηθεί σε ποσοστό 80% σε σχέση με πέρσι, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Φορτηγών Δημοσίας Χρήσεως, κ. Θανάση Πουλόπουλο, που βλέπει καθημερινά ανθρώπους να μαζεύουν ό,τι έχουν και δεν έχουν για να εγκαταλείψουν το κλεινόν άστυ, αφού η οικονομική κρίση τούς έχει φέρει σε απόγνωση.

 

Αυτοί που πήραν τα βουνά

Όμως, πέρα από την κρίση και την κατήφεια, υπάρχουν και άνθρωποι που αποφασίζουν να μετακομίσουν στην επαρχία για να έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής, ορμώμενοι από μια αγνή επιθυμία για ζωή μακριά από τα αστικά κέντρα, κάτι που σίγουρα έχει και μια οικολογική παράμετρο. Η δημοσιογράφος Γιούλη Επτακοίλη είχε προ διετίας συναντήσει, στο πλαίσιο της εκπομπής της «Αυτοί που πήραν τα βουνά» για την ΕΤ1, αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων που ακόμα και πριν τη μεγάλη κρίση είχαν πάρει την απόφαση ν’ αφήσουν την Αθήνα για μια πιο ποιοτική ζωή στην επαρχία. «Διακρίνω δυο κατηγορίες ανθρώπων που παίρνουν την απόφαση να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Στην πρώτη ανήκουν άνθρωποι  που επιδιώκουν ποιότητα ζωής, επαφή με τη φύση. Στη δεύτερη ανήκουν οι “νεόπτωχοι”, που δυστυχώς δεν έχουν άλλη επιλογή από την επιστροφή στα χωριά, όπου το κόστος ζωής είναι σαφώς μικρότερο. Η εκπομπή μου βασίστηκε αποκλειστικά σε περιπτώσεις ανθρώπων από την πρώτη κατηγορία. Όλοι οι πρωταγωνιστές της είχαν φτάσει σε επίπεδα “ασφυξίας” και είχαν ανάγκη από άλλες ταχύτητες και από επαφή με το . Οικογένειες, παρέες ή εργένηδες, άνθρωποι μορφωμένοι, καριερίστες κάποιοι απ’ αυτούς, με έντονη κοινωνική ζωή, δεν έφυγαν διωγμένοι από την κρίση, αλλά αναζητώντας μια άλλη ποιότητα ζωής. Το μόνο που αλλάζει στον καθένα ήταν η αφορμή γι’ αυτήν τη μεγάλη απόφαση. Υπάρχει μια ευρεία γκάμα: από ένα τυχαίο γεγονός, όπως ένας καβγάς σε λεωφορείο, αποκαλυπτικός για την αποκτήνωση του ανθρώπου της πόλης, μέχρι ένας μεγάλος έρωτας». Και οι δουλειές που βρήκαν να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι στην επαρχία; «Κτηνοτροφία, αγροτική παραγωγή, δημιουργία μικρών ξενώνων, οικοπεριηγήσεις αλλά και δουλειές, όπως ξυλουργική, ξυλογλυπτική, ακόμη και επαναλειτουργία ορεινών καταφυγίων είναι μέσα στις ασχολίες ανθρώπων που συναντήσαμε. Μια χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Κώστας, πρώην στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας. Έφτιαξε έναν πολύ ωραίο, μικρό ξενώνα έξω από την πόλη της Καστοριάς και ζει πια μόνιμα εκεί. Μια άλλη περίπτωση ήταν η παρέα της “Φούγκας”. Η Καλλιόπη ( σπουδές γραφιστικής), ο Δημήτρης (μηχανικός αυτοκινήτων), η Ράνια (σπουδές νομικής), ο Λεωνίδας (σπουδές ηλεκτρονικών υπολογιστών), ο Τάσος (σπουδές ψυχολογίας), ο Χρήστος (σπουδές ψυχολογίας) και ο Γιάννης (σπουδές διοίκησης επιχειρήσεων και ψυχολογίας) εγκατέλειψαν τις καριέρες τους και ακολούθησαν το όνειρό τους. Βρήκαν αυτό που έψαχναν στην Ηλεία, στο χωριό Λουκάς, και ζουν από την παραγωγή βιολογικού μελιού. Επίσης, χρησιμοποιούν στις καθημερινές τους ασχολίες τα λιγότερα δυνατά “αγαθά” του σύγχρονου κόσμου. Το ρεύμα που καταναλώνουν το παράγουν οι ίδιοι με ηλιακή και αιολική ενέργεια, η διατροφή τους προέρχεται από τα αγαθά που οι ίδιοι παράγουν στο κτήμα και γενικά οι ρυθμοί της ζωής τους είναι εντελώς διαφορετικοί απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει». Οι άνθρωποι αυτοί, βέβαια, συνάντησαν, όπως ήταν φυσικό, και δυσκολίες σε αυτήν τους τη μετάβαση. «Προβλήματα προσαρμογής σε πρακτικό, καθημερινό επίπεδο. Το άρμεγμα της κατσίκας, ας πούμε, δεν έχει manual. Επίσης, αρκετές περιπτώσεις αντιμετώπισαν -και ίσως αντιμετωπίζουν ακόμη- προβλήματα αποδοχής από την κοινωνία της επαρχίας. Οι μικρές, κλειστές κοινωνίας είναι καχύποπτες, σε βλέπουν σαν “εξωτικό πουλί’’, συχνά αμφισβητούν τις προθέσεις σου και γενικώς ανοίγουν με πολύ κόπο και επιμονή», θα μας πει η κ. Επτακοίλη.

 

Οι νεοαγρότες
Για τον πρόεδρο της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής, κ. Παναγιώτη Κανέλλη, η σημερινή κρίση είναι το καλύτερο «έδαφος» για την ενασχόληση με την αγροτική παραγωγή. «Πέραν, όμως, της δεδομένης οικονομικής δυσπραγίας και της ανεργίας που επικρατεί στη χώρα μας, η γεωργία είναι πια μια επιστήμη που απαιτεί ειδικές γνώσεις και συγκεκριμένη άποψη και τρόπο ζωής. Είναι από τα λίγα επαγγέλματα που σου δίνουν την ευκαιρία να παρατηρήσεις την εξέλιξη της ζωής και το συναίσθημα της “δημιουργίας” της ίδιας της ζωής. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάποια άποψη, περισσότερο ή λιγότερο ρομαντική, για την επαρχία, τον τόπο καταγωγής τους και τη σημασία του στην κληρονομιά τους. Το να τολμάς να επιστρέφεις στις ρίζες σου με στόχο να πετύχεις σε μια αγροτική περιοχή σου δίνει μια αίσθηση ανεξαρτησίας και μια ευκαιρία ν’ αποδείξεις στους άλλους ότι μπορείς να τα καταφέρεις». Σύμφωνα με τον κ. Κανέλλη, σήμερα όλο και περισσότεροι άνθρωποι, τόσο από αστικές όσο και από αγροτικές περιοχές, «έρχονται να μας συμβουλευτούν σε θέματα γεωργίας και γεωργικής επιχειρηματικότητας. Την τελευταία διετία υπάρχει ένα σταθερά αυξανόμενο ενδιαφέρον για το είδος της εκπαίδευσης και την ταυτότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της ΑΓΣ, που μεταφράζεται σε αυξημένο αριθμό αιτήσεων σε όλες τις προσφερόμενες βαθμίδες εκπαίδευσης. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι η απλή ρητορική της “επιστροφής στη φύση” μετατρέπεται σταδιακά σε μια συνειδητή επιλογή βιωματικής, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης με ορίζοντα και στόχο τις επαγγελματικές προοπτικές του αγροδιατροφικού και γεωτεχνικού τομέα. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι στην αύξηση του ενδιαφέροντος έχουν συμβάλει και τα νέα προγράμματα της Σχολής -πέραν της κλασικής γεωργοκαλλιέργειας- στα τρόφιμα, τον αγροτουρισμό, τις επιστήμες ζωής και το περιβάλλον». Το ίντερνετ έχει δημιουργήσει και στον αγροτικό τομέα εξαιρετικά ανταγωνιστικές συνθήκες. «Η νέα γενιά αποφοίτων της Αμερικανικής Γεωργικής Σχολής -αυτοί που διανύουν τη δεκαετία των 30- επιδρά σημαντικά στην αγροτική οικονομία. Οι επιχειρήσεις των αποφοίτων αυτών, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τη Χαλκιδική, την Ημαθία, την Πέλλα, και από την Κόνιτσα μέχρι τα νησιά, όπως η Μυτιλήνη, η Χίος, η Κέα, η Μύκονος, έχουν εισαγάγει στην ελληνική αγορά υψηλής ποιότητας προϊόντα ελληνικών καλλιεργειών που είναι συχνά βιολογικές, όπως αμπελόφυλλα, βότανα, σιτάρι, ρόδι και γαλακτοκομικά προϊόντα από πρόβατα, κατσίκες ή ακόμα και βουβάλια. Αν και οι επιχειρήσεις αυτές είναι μικρής κλίμακας, το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες τους είναι εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες και το ίντερνετ τούς επιτρέπει ν’ ανταποκρίνονται στις ανάγκες ακόμα και των πιο απομακρυσμένων περιοχών ανά την Ελλάδα αλλά και να εισχωρούν σταδιακά και στις ευρωπαϊκές αγορές». Σε ομιλία που έδωσε πρόσφατα ο κ. Κανέλλης στα tedxacademy είχε πει σχετικά με τους νέους αγρότες: «Μπορεί κανείς να επιτύχει, φτάνει να είναι δημιουργικός, να σέβεται τη φύση και να δουλεύει με αυτή, να δουλεύει με ήθος, να μη θυσιάζει στον βωμό του κέρδους τις αρχές της ορθής καλλιέργειας, να είναι περήφανος για τη δουλειά του και να μη φοβάται να λερώσει τα χέρια του». «Σας συμβουλεύω», κατέληξε, «να βάλετε τα λάπτοπ στο πορτ-μπαγκάζ και να ξεκινήσετε για το κοντινότερο αγρόκτημα».