Εάν οι υπουργοί και οι βουλευτές θέλουν γιαούρτωμα, το εκλογικό σώμα θέλει σκατά στη μούρη. Δεν θα πήγαινα ποτέ στο Σύνταγμα να κάνω αυτό που κάνουν όλοι. Αυτοί φταίνε, που τους ψηφίζουν. Εντάξει, μπορεί να κάνεις και λάθος μια φορά. Εδώ μιλάμε για χρόνια.

>Έχω μια μανία με τα ωραία σπίτια, γιατί μέχρι τα επτά μου χρόνια, το 1947, ήμουν τρόφιμος του Βρεφοκομείου Αθηνών. Εκεί που είναι τώρα η Δημοτική Πινακοθήκη, απέναντι από το ΙΚΑ στην Κουμουνδούρου. Δεν το είχα δει ποτέ απ’ έξω το κτίριο, γιατί ήμασταν πάντα μέσα. Όταν με υιοθέτησε η Διαλεγμένου και το είδα, μου άρεσε πάρα πολύ ως κτίριο. Μερικές φορές που περνάω με τους φίλους μου τους το δείχνω, «κοιτάξτε που μεγάλωσα, σε νεοκλασικό». Και η Αθήνα σαν σκηνικό δεν είναι άσχημη, αλλά σαν πράξη είναι απαράδεκτη. Δεν έχει κατοίκους η Αθήνα για να είναι ωραία.

>Αντί για επάγγελμα βάλε ό,τι είμαι γενικών καθηκόντων. Σε μια χώρα που δεν είναι τίποτα, δεν αξίζει να είσαι κάτι. Είμαι και άνθρωπος που πάντα έβλεπε το μάταιο. Γι’ αυτό δεν μ’ ενδιέφεραν οι σπουδές, γι’ αυτό δεν μ’ ενδιέφερε να μάθω τίποτα. Όταν διαβάζω καμιά είδηση που λέει ότι πέθανε ο μεγάλος καθηγητής με τα χίλια δυο διπλώματα στα σαράντα τρία του χρόνια, «μπα, τον μαλάκα», λέω, «έφαγε τη ζωή του στην καρέκλα». Όταν κάνω κάποια δουλειά και διθυραμβολογούν όλοι, εγώ αδιαφορώ. Όταν κατέβει το έργο θα είναι μια φούσκα που ξεθύμανε. Το μόνο πράγμα που αξίζει να κάνεις είναι λεφτά, ώστε να πεις «έκανα λεφτά», και μετά τα πενήντα να τα κάνεις ό,τι θες. Δεν έχει νόημα να μαζεύεις λεφτά για να πεθάνεις πλούσιος. Δεν θα ήθελα να είμαι ο πιο πλούσιος του νεκροταφείου.

>Ήμουν μαθητής του Κουν και είδα ότι έφαγε όλη του τη ζωή από το σπίτι του στο Υπόγειο. Τώρα που μεγάλωσα, το βλέπω σαν μια κανονική αρρώστια. Δεν μπορεί να είναι φιλοδοξία. Με τη φιλοδοξία φτάνεις σε ένα σημείο και λες εντάξει. Έχει πολλά ωραία πράγματα να κάνεις εκτός απ’ θέατρο. Ποτέ δεν ένιωσα ανάγκη για τίποτα. Δεν δεσμεύτηκα και δεν παγιδεύτηκα για τίποτα. Δεν έκανα επιλογές ποτέ. Όσα πάνε κι όσα έρθουν. Αυτό δεν είναι από απαισιοδοξία.

>Όλους η φύση τους έχει προικίσει με κάτι. Αν δεν τον βγάλανε στην επιφάνεια είναι γιατί δεν τους δόθηκε η ευκαιρία. Εγώ θα ήθελα να μην κάνω τίποτα στη ζωή μου, γιατί δεν έχω ταλέντο πουθενά. Το μόνο που πήγε μπροστά είναι το γράψιμο. Βέβαια, δεν διάβαζα ούτε έγραψα ποτέ. Όλο μου το σχολείο το πέρασα χωρίς να γράψω μια λέξη. Επειδή ήμουν υιοθετημένος και ορφανός, δεν θέλανε να με αφήσουν στην ίδια τάξη. Αν ήμουν πολύ άγριος, πήγαινε η Κατίνα Διαλεγμένου και κλαιγόταν και της έλεγαν: «Κοιτάχτε, επειδή είναι πάρα πολύ άτακτο παιδί αυτός, ή παίρνει πέντε και πάει σε άλλο σχολείο ή του δίνουμε τέσσερα και μένει στην ίδια τάξη». Με αυτό τον τρόπο έβγαλα δώδεκα σχολεία. Δεν έμεινα ποτέ στην ίδια τάξη, αλλά δεν έμεινα ποτέ και στο ίδιο σχολείο. Το απολυτήριο του Γυμνασίου το πήρα καθαρά από τύχη. Την ημέρα των εξετάσεων μπήκα σ’ έναν αλήτικο κινηματογράφο, το «Ελλάς», στην Πατησίων. Εκεί έμπαιναν κωλομπαράδες, λούστροι, η «αφρόκρεμα» των Αθηνών - αφού είχε μια ταμπέλα έξω από τον κινηματογράφο, που παρακαλούσε ν’ αφήνουν το κασελάκι. Με το που μπήκα μέσα κάθισα στον τοίχο, και όπως ήταν σκοτεινά, κάποιος μου έπιασε τ’ αρχίδια. Ανάβουν αυτόματα τα φώτα και ήταν ο καθηγητής μου. «Τι κάνεις εδώ πέρα, Γιώργο;», μου λέει. «Ε, τι να πάω να δώσω, αφού δεν έχω διαβάσει τίποτα». «Θα πας να δώσεις όλα τα μαθήματα», μου είπε κι έπιασε έναν έναν τους καθηγητές και τους είπε να με περάσουν. Μάλιστα, μου έδωσαν ακόμα και ποια λάθη ν’ αντιγράψω. Μετά, όλοι οι συμμαθητές μου απορούσαν πώς πήρα το απολυτήριο. Το όνομα του καθηγητή δεν το έχω αποκαλύψει, αν και συχωρεμένος πολλά χρόνια τώρα.

>Μετά, έδωσα στο Θέατρο Τέχνης και μπήκα στη σχολή μαζί με τον Γεωργίτση, την Αγγελική Ελευθερίου, την Μπέτυ Αρβανίτη και τον Καρακατσάνη. Ο Κουν τότε ήταν ό,τι καλύτερο υπήρχε στη χώρα.  Ήταν σαν να βρίσκεις δουλειά σήμερα στον Βογιατζή. Μόλις τους έλεγες ότι είσαι απ’ τον Κουν σε βούταγαν αμέσως. Αλλά ποιος να σε βουτήξει; Ο Χατζηχρήστος ή ο Γκιωνάκης; Στην αρχή έπαιξα στον Αλεξανδράκη, μετά έκανα μια ταινία με τον Παπατάκη. Έπαιζα από εδώ κι από εκεί, αλλά ποτέ δεν ήθελα να κάνω μαλακίες. Αυτό που μ’ ενδιέφερε ήταν να κάνω καλά πράγματα. Είχα έναν θείο που με υποστήριζε οικονομικά, πληρώνοντας το φαγητό μου στην ταβέρνα, και μου έλεγε «ας σε δω με τον Βουτσά κι ας πεθάνω». Πέθανε και δεν με είδε. Άκου τώρα, εγώ να παίζω στη σχολή Τσέχωφ και Άμλετ και να πηγαίνω μετά να παίζω με τον Βουτσά. Πήγαινα να δω παραστάσεις και μια φορά άκουσα τον Γκιωνάκη να κλάνει πάνω στη σκηνή και από κάτω να γελάνε. Και εγώ να έχω βγει από τον Κουν.

>Πρώτη φορά έγραψα 35 ετών. Έλεγα κάτι ανέκδοτα στη Σοφία, τη γυναίκα μου, και μου είπε «γιατί δεν τα γράφεις;». Το Χάσαμε τη θεία, στοπ, το ανέβασε ο Παπαγεωργίου μετά από τέσσερα χρόνια. Ποτέ δεν τον ενόχλησα. Το έδωσα, τελείωσε. Είμαι ακραία εγωιστής. Ποτέ δεν πήρα τηλέφωνα να ρωτήσω αν το διαβάσανε. Το έκανα περισσότερο για να μη λέει η Σοφία ότι το έγραψα και το πέταξα. Όταν ανέβηκε, γεμίσαμε όλη την Αθήνα με γκράφιτι που έλεγαν, «χάσαμε τη θεία, στοπ». Πολλοί νόμιζαν ότι ξανάρχεται η χούντα. Με είδαν κάτι γριούλες πάνω από έναν τοίχο και μου είπαν «αχ, αγόρι μου, έπρεπε να το έγραφαν όλες οι μάντρες αυτό». «Γιατί, ρε γιαγιά, τι διαβάζεις;» τη ρωτάω. «Χάσαμε τα Θεία, στοπ», μου απαντάει.

>Μετά έκανα το δεύτερο έργο, το Μάνα, μητέρα, μαμά, το οποίο το διάβασα στον Κουν και του είπα πως θα τον περιμένω να μου απαντήσει. Εγώ δεν τον έλεγα «δάσκαλο», όπως όλοι, άλλα κύριο Κουν. Και με παίρνει μια μέρα και μου λέει ότι θέλει να το ανεβάσει. Εν τω μεταξύ, από χαρακτήρα του λέω, «πότε θα το ανεβάσετε, κύριε Κουν;», μου απαντά πως δεν ξέρει και του απαντώ «όχι, κύριε Κουν, θα μου πείτε πότε». Έπεσε από τα σύννεφα όταν το άκουσε αυτό από το μαθητή του. «Αυτά δεν μου τα έχει κάνει ούτε ο Καμπανέλλης», μου λέει. Συνεχίζω εγώ: «Θέλω να ξέρω πότε θα το ανεβάσετε και ποιοι θα παίξουν. Δεν θέλω να παίξει ο Λαζάνης, ο Μόρτζος, ο Κουγιουμτζής, ο Δεγαΐτης, ο Μπουσδούκος, ή ο Αρμένης». Και μου λέει «μα, εσύ δεν θέλεις ν’ ανέβει το έργο σου». Αυτός είχε την ομάδα του κι εγώ δεν γούσταρα κανέναν από αυτούς να μου υποστηρίξει το έργο, γιατί ήμουν εκεί μέσα και ξέρω τι παιζόταν. Και να ζούσε ο Κουν, δεν θα του έδινα έργο μου, τώρα που υπάρχει ο Βογιατζής. Αν και ο Κουν άκουγε τον συγγραφέα, προτιμώ να σκοτωθώ με τον Βογιατζή. Για δεύτερη φορά το δίνω και στον Ψάλτη, αρκεί να μου δώσει τα λεφτά.

>Ο Βογιατζής είναι ο ανώτατος. Γι’ αυτό του δίνω τα έργα μου. Ας βρεθεί ένας άλλος να μ’ ελευθερώσει, που σε κάθε έργο σκοτωνόμαστε. Δεν μπορώ, όμως, να μπερδέψω τον σκοτωμό μου με την ποιότητα. Αν καθυστερώ ακόμα και δεν τελειώνω το έργο είναι για να μην έρθω σ’ επαφή με το Βογιατζή ή με τον Αντύπα. Και είναι αλήθεια και το ξέρουν. Δεν θέλω να έρθω σε επαφή με τους ανθρώπους αυτούς που θα πρέπει να τους λέω «έτσι πρέπει και όχι αλλιώς». Γιατί εγώ το έχω γράψει. Πάντα τους λέω ότι εσείς δεν είστε δημιουργοί, αλλά καλοί διεκπεραιωταί. Ο δημιουργός είναι αυτός που το φαντάζεται και σ’ το δίνει ζωντανό.

>Αυτά που γράφω δεν τα σκηνοθετώ, ώστε να μπορώ να είμαι από κάτω και να τα ελέγχω. Και όταν κάτι πάει στραβά, να το λέω. Ποτέ δεν αδικώ τον σκηνοθέτη αν δω ότι κάνει κάτι ωραίο. Αν, όμως, δω ότι κάνει παρασπονδία στο έργο, αμέσως αρχίζει ο πόλεμος. Στην αρχή μού έλεγαν να μην πηγαίνω στις πρόβες. Εγώ πάω όποτε θέλω, αν και κανείς δεν με θέλει. Αυτοί θέλουν νεκρούς ή ασήμαντους συγγραφείς. Θα είχαμε πολύ καλή δραματουργία, αν οι Έλληνες συγγραφείς πήγαιναν στις πρόβες. Αντίθετα, πιστεύουν πως αυτός που τους παίρνει το έργο, τους κάνει μεγάλη χάρη. Είμαι πενήντα χρόνια στο θέατρο και δεν έχω πιει έναν καφέ με κάποιον του σιναφιού. Δεν μπορώ να συνυπάρχω με αυτή την κάστα. Οι σχέσεις μου θέλω να σταματάνε μέσα στη σκηνή. Και με τον Βογιατζή δεν υπάρχει φιλία, παρά μόνο η απόλυτη συνεργασία. Και από τον καιρό που έχει κατέβει το έργο, δεν τον έχω πάρει τηλέφωνο. Τι να τον κάνω; Ή αυτός, τι να με κάνει;

>Όσο μεγαλώνω, τρελαίνομαι και περισσότερο. Γιατί δεν θέλω τίποτα και όσο δεν θέλω τίποτα τόσο περισσότερο αγριεύω. Έτσι αλλάζουν πράγματα. Από αυτούς που δεν περιμένουν τίποτα. Αυτοί που δεν περιμένουν τίποτα αισθάνονται ελεύθεροι και δίκαιοι. Εμείς έχουμε πιάσει σχεδόν πάτο και νομίζω ότι το χρειαζόμασταν αυτό. Είχαν ξεκωλιαστεί όλοι. Ζούσαμε ζωή χαρισάμενη. Αυτά φωνάζει η Μέρκελ. Δουλεύει, λέει, ο δικός μου από τις 6, έχει τρεις γιορτές τον χρόνο κι εδώ πέρα, μόλις έχουμε μια γιορτή, την κάνουμε πενθήμερο. Από τις 365 μέρες, τις εκατό καθόμαστε.Αναγκαστικά θα σταματήσουν αυτά.

>Εάν οι υπουργοί και οι βουλευτές θέλουν γιαούρτωμα, το εκλογικό σώμα θέλει σκατά στη μούρη. Δεν θα πήγαινα ποτέ στο Σύνταγμα να κάνω αυτό που κάνουν όλοι. Αυτοί φταίνε που τους ψηφίζουν. Εντάξει, μπορεί να κάνεις και λάθος μια φορά. Εδώ μιλάμε για χρόνια. Ή στον έναν ή στον άλλον. Βρε αρχίδια, θέλω να τους πω με την ντουντούκα, εσείς δεν τους φέρνετε στην εξουσία; Τι θέλετε τώρα και φωνάζετε; Αν ήταν χούντα, θα κατέβαινα κι εγώ μαζί τους. Αλλά να πάω να διαμαρτυρηθώ, γιατί; Για κάτι που ψηφίζω; Έχω μια φίλη που, όταν βγήκε ο Καραμανλής, ο χοντρός, γλένταγε τρεις μέρες. Γλένταγε γι’ αυτόν που δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του. Επειδή είναι φανατική. Το εκλογικό σώμα είναι ένα άλλο είδος χούλιγκαν.

>Αυτή η χώρα δεν έπρεπε να έχει αυτούς τους κατοίκους. Δεν τους αξίζει. Από τα έντεκα εκτομμύρια, αυτοί που σκέφτονται είναι περίπου τριακόσιοι χιλιάδες. Όλοι οι άλλοι είναι για τα μπάζα. Επειδή κυκλοφορώ με ποδήλατο, ξέρω ποιος είναι ο Έλληνας. Είναι αυτός που τρώει το σουβλάκι, ακουμπάει στην κολόνα με τον τενεκέ και ρίχνει τα σκουπίδια κάτω. Στο είπα, τριακόσιοι χιλιάδες σκέφτονται και οι άλλοι είναι για τα μπάζα. Τώρα πάει η Νέα Δημοκρατία μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Ο Σαμαράς θέλει να γίνει με το ζόρι πρωθυπουργός και δεν συνεννοείται με τον Γιωργάκη για να καταρρεύσει όλη η χώρα. Η Ντόρα από φαντάρος που ήταν θέλει να τη φωνάζουν «πρόεδρο». Δεν είναι πανηλίθιο ένας που έχει βγει με δέκα μονάδες διαφορά να φωνάζει την Ντόρα και τον Καρατζαφέρη που είναι το 2 και το 3% για να συνομιλήσουν αντί να τους πει «άντε και γαμηθείτε, κυβέρνηση είμαι εγώ». Είναι δυνατόν να φωνάζεις την Παπαρήγα που εμποδίζει να έρθουν τα πλοία και δεν αφήνει τον κοσμάκη που ζει από τον τουρισμό να δουλέψει; Όλοι αυτοί θέλουν την εξουσία και δεν αγαπάει τη χώρα κανείς τους. Πρέπει να βγει ένας και να βάλει γκιλοτίνα στο Σύνταγμα. Να πάρει κεφάλια, όπως έκαναν το 1922. Αλλιώς δεν καθαρίζει η χώρα. Ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου είναι καλά παιδιά, αλλά κάνουν μόνο για έφοροι προσκόπων. Δεν μπορούν να κυβερνήσουν. Η χώρα θέλει ηγέτη. Μπροστά στον γέρο Καραμανλή δεν τολμούσε να βήξει κανείς και δεν τον ψηφίζαμε γιατί είχε, λέει, αστυνομικό κράτος. Ο Έλληνας θέλει ξύλο, αλλιώς δεν στρώνει. Είναι η φυλή τέτοια. Κάθε οικογένεια έχει τόσα αυτοκίνητα όσα είναι τα μέλη της. Είμαστε μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους. Και δεν ψηφίζει τώρα ο Σαμαράς τα μέτρα για να βγει πρωθυπουργός και δεν υπάρχει ένας να του κόψει το κεφάλι. Τώρα βρήκε να κάνει τον τσαμπουκά, που έχουμε πέσει στο γκρεμό;

>Κλέβανε και κλέβουνε όλοι. Όπως είσαι εσύ έξω, είναι και ο Τσοχατζόπουλος. Αν ο Στρος-Καν είχε κάνει τα ίδια στην Ελλάδα, θα είχαν κλείσει μέσα την καμαριέρα. Είμαστε χωμένοι μέσα στη διαφθορά. Αυτό ξεκίνησε από τη στιγμή που ήρθε στην Ελλάδα ο Ανδρέας Παπανδρέου. Δες τι γίνεται με τις θεατρικές επιχορηγήσεις. Οι καλλιτέχνες κοιμόντουσαν χρόνια και τώρα βλέπω μια συνάδελφο με ντουντούκα επειδή δεν πήραν τις επιχορηγήσεις. Εδώ γίνεται κοινωνικός χαμός κι αυτή τώρα ξύπνησε και βγήκε με την ντουντούκα. Η πιο αστεία φωτογραφία της ζωής μου, αυτή και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Όλη η πνευματική ηγεσία πάντοτε ενδιαφερόταν μόνο για τις επιχορηγήσεις.

>Ο Θεοδωράκης έχει τέτοιο ανάστημα που ό,τι και να κάνει του συγχωρείται. Δεν μπορεί να κρίνουμε τα ιερά και τα όσια. Είναι μερικές μορφές που δεν πρέπει να τις αγγίζουμε: Θεοδωράκης, Ελύτης, Σεφέρης. Πάω στην πλατεία της δημαρχίας και βλέπω ένα άγαλμα-τερατούργημα, ενώ αυτοί που έχουν φέρει δύο Νόμπελ στην Ελλάδα δεν είναι πουθενά. Στο εξωτερικό έχουν αγάλματα για κάθε ποιητή. Εδώ, ο Αβραμόπουλους έπιασε όλους τους ήρωες του 1821 κι έβαλε κάτω από το όνομα του Κολοκοτρώνη το δικό του. Λες και τα έδωσε αυτός τα λεφτά. Κάτσε, ρε φίλε, βάζεις κάτω απ’ τον Κολοκοτρώνη τ’ όνομά σου και χρεώνεις τον λογαριασμό σε μένα; Με ρώτησαν μια μέρα «ποιος είναι ο Αβραμόπουλος;» και τους έδειξα τον Κολοκοτρώνη και τους είπα πως είναι αυτός. Έχει γεμίσει η πόλη με τ’ όνομα «Αβραμόπουλος». Τον είχα ψηφίσει, αλλά δεν ήξερα τότε.

>Πρέπει να βρεθεί ένας με αρχίδια να πει «γαμώ και την ΕΟΚ και την ΟΝΕ και ξεκινάμε από την αρχή μόνοι μας». Αλλά δεν υπάρχει. Εγώ πληρώνω αυτήν τη στιγμή πρωθυπουργική σύνταξη στη Λιάνη. Πληρώνω και το φρουρό της. Της άφησε τη βίλα που την πούλησε, παίρνει και τα λεφτά και έχει και τον φρουρό. Το καλύτερο σύστημα για την Ελλάδα είναι αυτό της Τουρκίας. Στρατιωτικό για τα εσωτερικά και δημοκρατικό για τα εξωτερικά. Όποιος κλέβει να περνάει στρατοδικείο. Οι χουντικοί δεν έκλεψαν γιατί ήταν ιδεολόγοι. Βασανίσανε, σκότωσαν -με κυνήγησαν κι εμένα που είχαν πάει στο Παρίσι κι έλεγα διάφορα-, αλλά δεν έκλεψαν. Το λίκνο της δημοκρατίας λένε ότι είναι η Βουλή. Οι υπουργοί και οι βουλευτές, αν μπουν στο βόθρο, θα λερώσουν τα σκατά. Δεν υπάρχει καλός βουλευτής ή υπουργός. Όποιος ψηφίζει συμμετέχει στην κομπίνα. Ο καλός βουλευτής σηκώνεται και φεύγει. Όχι, όπως ο Λιάνης που δεν παραιτήθηκε για να παίρνει τα λεφτά.