> Μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη και γι’ αρκετά χρόνια την αντιμετώπιζα ως την ιδανική κηπούπολη, με τους φαρδιούς δρόμους, τις πλατείες, τα πάρκα και το πράσινο χωμένο στις νεόδμητες πολυκατοικίες. Ήταν η εποχή που η Νέα Σμύρνη ήταν το προπύργιο της πεφωτισμένης Αριστεράς, με δήμαρχο του ΚΚΕ Εσωτερικού και με τα περίφημα φεστιβάλ του Ρήγα στο Άλσος, πολύ πριν από τη μυωπική επέλαση του ΣΥΡΙΖΑ.

> Στην εφηβεία θυμάμαι ότι η διεύθυνση του σχολείου μάς προέτρεπε να συμμετέχουμε στη γιορτή του Πολυτεχνείου κι εγώ εκτελούσα τον Λοΐζο με τον τρόπο των Sonic Youth. Θυμάμαι ότι χρησιμοποιούσαμε σκέιτμπορντ για τις καθημερινές μας μετακινήσεις και πετάγαμε αμπούλες με μελάνι στις εκκλησιές. Συνεπής αναρχοαυτόνομος, διαφωνίες με το αριστερό ποίμνιο, Νίτσε, David Sylvian και ξερό ψωμί, κοπάνες στο Παλιό Φάληρο και στη Γλυφάδα. Είμαι ευγνώμων για το Λύκειο της Εστίας και την ανεκτικότητα της οικογένειάς μου.

> Μ’ ενδιαφέρει η σύγκρουση ανάμεσα στο συλλογικό και το ατομικό, το πώς επεξεργάζεται το υποκείμενο αυτό που του ορίζεται κοινωνικά και το πώς μπορεί να δραπετεύσει ή ακόμα και να εναντιωθεί. Παρόλο που οι πολιτικές ιδεολογίες αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους ως υποκείμενα που ανήκουν σε αγέλες, η πραγματικότητα μάς σφυρίζει άλλα πράγματα. Η βουβαμάρα της μοναξιάς, οι μελαγχολικές αναπολήσεις, η επώδυνη διαδικασία του πένθους, ο φόβος του θανάτου, τα φτερά του έρωτα, η αποδοχή της ήττας, η συνθήκη της ονειροπόλησης, όλ’ αυτά είναι εμπειρίες που καλούμαστε να διαπραγματευτούμε με τον εαυτό μας.

> Στην τελευταία έκθεση που έκανα στο ΕΜΣΤ υπήρχε ένα έργο με τίτλο «Μετά το τέλος της διαδήλωσης», όπου ο διαδηλωτής μένει μόνος και θλιμμένος. Ήταν ένα σχόλιο πάνω στη ματαιότητα της επανάστασης, σαν μια διάψευση. Αυτό είναι το σημείο που μ’ ενδιαφέρει, όταν ο διαδηλωτής από την εμπειρία της αγωνιστικής επαγρύπνησης βιώνει το αίσθημα της αβεβαιότητας, τη στιγμή που συνειδητοποιεί το ρήγμα μεταξύ του φαντασιακού της αλλαγής και του πραγματικού της προσωπικής του ήττας. Αυτές ίσως είναι οι πιο δημιουργικές στιγμές, όταν είμαστε losers, κι αυτό είναι κάτι που μας συνοδεύει για πάντα. Νομίζω ότι και ο πιο άκαμπτος και ορθολογιστής νους στο βάθος έχει ν’ αντιμετωπίσει αυτό που στέκεται απέναντί του παντοτινά κι απαρηγόρητα.

> Η σημερινή καλλιτεχνική πρακτική μπορεί να χρησιμεύει ως μέσο αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα και γι’ αυτό να προσφέρει μια γόνιμη κριτική ή, ακόμα καλύτερα, ν’ αποσαφηνίζει τους μηχανισμούς του πολιτικού πολιτισμού αλλά και ν' αφυπνίζει. Όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά, που εξασφαλίζει το έργο μέσα στη μορφή του εμπορεύματος και κατά κάποιον τρόπο συντηρεί το υπάρχον σύστημα. Το να έχεις τη δυνατότητα της κριτικής δεν σημαίνει ότι έχεις και την ικανότητα της ανατροπής. Η τέχνη είναι αναγκαία για να μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο κι αυτό το άγχος είναι πέρα από εποχές μεγάλης κρίσης ή διαμονής σε επίγειους παραδείσους.

> Το είχα ξεχάσει, αλλά σχετικά πρόσφατα ανακάλυψα κάποια σχέδια πάνω στην επιφάνεια της ξύλινης βάσης του κρεβατιού της γιαγιάς μου που είχα κάνει στην πρώτη δεκαετία της ζωής μου κι υποτίθεται ότι ταξινομούσαν την ιστορία του πολιτισμού, ήταν ένα είδος χειροποίητου Άτλαντα μνημοσύνης à la Warburg. Δεν ξέρω αν είχα συνείδηση ότι κάνω δημιουργικό σχέδιο, το μόνο σίγουρο είναι ότι για κάποιον λόγο από πολύ νωρίς εκδηλώθηκε η νεύρωση της ταξινόμησης και του αρχείου.

> Θεωρώ ότι η θρησκεία του χριστιανισμού είναι υπεύθυνη για πολλά απ’ τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά εσχατολογικών ουτοπιών, όπως ο κομμουνισμός κι ο ναζισμός. Με την καθαρή έκφραση της ηθικής συγκινούμαι τόσο από τους πίνακες των καταφρονημένων χωρικών στο έργο του Millet όσο και από τα γενναιόδωρα συναισθήματα που κυλούν στις ταινίες ενός Κάπρα, ενός Μπρεσόν ή και των αδελφών Νταρντέν. Τα πράγματα, όμως, με την επίσημη Εκκλησία δυστυχώς δεν περιορίζονται στον χώρο της ηθικής. Είναι υπεύθυνη για ιστορικές και κοινωνικές αλλαγές που προξένησαν μεγάλο πόνο στην ανθρωπότητα. Για μένα, η κυρίαρχη εκδοχή του χριστιανισμού και τα υβριδικά του μοντέλα, όπως ο κομμουνισμός, είναι μια δυσάρεστη εμπειρία για την ιστορία, προσφέρουν ολοκληρωτισμό, φανατισμό και μισαλλοδοξία. Έξαλλου, αν μας περισσεύει λίγη φαντασία, υπάρχουν πολυτιμότεροι αυτοαποκαλούμενοι «μεσσίες», όπως ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, που για πολλούς είναι ο αυθεντικός θεάνθρωπος, αλλά και ηγετικές μορφές που έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τους χριστιανούς τα πρώτα χρόνια, όπως ο Σίμων ο Μάγος.

> Στην Αθήνα μ’ ενοχλεί ο επιδειξιομανής ρατσισμός κάποιων αλλοφρόνων που κοκορεύονται στον δρόμο για την ελληνική τους καταγωγή, απειλώντας τους μετανάστες και περιμένοντας να τους χειροκροτήσουμε, όπως και η απροκάλυπτη, αγενής συμπεριφορά κάποιων αριστεριτζίδων στους χαμηλόμισθους αστυνομικούς.

> Θα σταθώ σ’ ένα σημείο από αυτά που μου προκαλούν θλίψη: στην άθλια μεταχείριση που επιφυλάσσουν οι άνθρωποι στα ζώα, με το λανθασμένο κριτήριο της ορθολογικότητας. Είναι όντα με τις ίδιες νευρικές απολήξεις, υποφέρουν όσο θα υποφέραμε κι εμείς, εάν μας έχωναν σ’ ένα στενό κλουβί καμπουριαστούς και μας έσφαζαν τον ένα μετά τον άλλο πριν από την ενηλικίωσή μας. Τα θηλαστικά έχουν το ίδιο δικαίωμα με μας σ’ έναν φυσιολογικό κύκλο ζωής. Στηριζόμαστε σ’ επιπόλαια επιχειρήματα για την αναγκαιότητα του βοδινού κρέατος κι αποφεύγουμε ν’ αποδεχτούμε την αλήθεια, ότι η κατάργηση της βιομηχανικής κτηνοτροφίας είναι το σημείο-κλειδί για την επιβίωση του είδους μας και του οικοσυστήματος. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόζωος για να συμφωνήσει, αρκεί ν’ αποδεχτεί την κοινή λογική, κι οικτίρω τον εαυτό μου για τα δεκάδες σουβλάκια που έχω καταναλώσει.

> Σε συλλογικό επίπεδο δεχόμαστε πιέσεις απ’ όλη την οικουμένη κι αυτό είναι ευχάριστο γιατί γινόμαστε δημιουργικοί. Οι μικρές κοινότη- τες αυτο-οργάνωσης είναι μια λύση εφικτή, περισσότερο μάλιστα απ’ ό,τι όταν τις υποστήριζε ο Καστοριάδης. Το κράτος κι οι αμαρτίες του είναι το πρόβλημα και δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτό το σημείο αναρχικοί και φιλελεύθεροι έχουν το ίδιο αίτημα. Στην Ελλάδα, μέχρι και πρόσφατα, στις διαδηλώσεις πρωτοστατούσαν οι προύχοντες συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ, ενώ, για παράδειγμα, στις αραβικές χώρες είδαμε να επαναστατούν οι πραγματικά αδικημένοι. Νομίζω ότι με τους «Αγανακτισμένους» αρχίζουμε, τουλάχιστον, να συμφιλιωνόμαστε με την ιδέα ότι η υπερεκτιμημένη γενιά της μεταπολίτευσης κι υπερτιμημένη γενιά του Πολυτεχνείου ανήκουν στις μαύρες σελίδες της ιστορίας.

> Μ’ αρέσουν σχεδόν τα πάντα καθώς κατεβαίνω από το Σύνταγμα, όπου βρίσκεται το σπίτι μου, προς στο εργαστήριό μου, στου Ψυρρή. Μέσα σε δέκα λεπτά διασταυρώνομαι με την άγρια όψη κάποιων εργατικών πολυκατοικιών που διακόπτεται από την ορθόδοξη βυζαντινή ναοδομία και τη γνωστή εικόνα των νεοκλασικών μονοκατοικιών. Ενώ ψηλαφώ τις επιφάνειες των βιομηχανικών κτιρίων, επιβεβαιώνω με την άκρη του ματιού μου τη σταθερή θέση του Παρθενώνα στον Βράχο. Και δεν μου προκαλεί δέος, αντίθετα ετοιμάζομαι να μειώσω την αξία του.