Μεγάλωσα στην οδό Καρνεάδου, στο Κολωνάκι. Η πρώτη μου ανάμνηση είναι ένα γωνιακό, πολύ μεγάλο μπαλκόνι στο σπίτι μας, γεμάτο γεράνια, κι εγώ, μ' ένα ποτιστήρι που ήτανε πιο μεγάλο από μένα και με μια αλογοουρίτσα πιασμένη με μια πασχαλίτσα, να προσπαθώ να ποτίσω. Θυμάμαι το κίτρινο λεωφορείο του σχολείου να με αφήνει μεσημέρι στη γωνία μπροστά από τη Λυκόβρυση και να με περιμένει η μαμά μου, τρώγοντας τυρόπιτα με τη φίλη της, την Ελένη Χατζηαργύρη, ενώ εγώ έτρεχα στο διπλανό μαγαζί για να πάρω αυτόγραφο από τον ηθοποιό που έπαιζε στον «Άγνωστο Πόλεμο».

Τότε το Κολωνάκι ήταν γειτονιά. Θυμάμαι πως ήταν πολύ λίγα τα περίπτερα και ξέραμε τους περιπτεράδες με τα μικρά τους ονόματα, όπως επίσης ότι στα σπίτια που μέναμε υπήρχαν θυρωροί με τον οποίων τα παιδιά μεγαλώσαμε μαζί και παίζαμε «μήλα» στην άδεια πλατεία Κολωνακίου.

Μέχρι τα δέκα ήθελα να γίνω ακροβάτισσα σε τσίρκο ή ιππέας. Αγαπούσα πάρα πολύ τα άλογα και ονειρευόμουν κάτι που θα είχε πολύ έντονη κίνηση, πολύ αγωνία και άμιλλα. Το θέατρο τα έχει και τα τρία.

Δεν ήθελα να ξέρουν οι άλλοι άνθρωποι τι γίνεται μέσα στο σπίτι μας, να ασχολούνται με τη μητέρα μου. Είχα ανάγκη, όπως κάθε παιδί, από ιδιωτικότητα. Ήμουν πολύ αρνητική σε οτιδήποτε ή οποιονδήποτε πήγαινε να εισβάλει στη ζωή μου επειδή ήμουν κόρη της Νόνικας Γαληνέα ή επειδή πατριός μου ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης.

Τα χρόνια της σχολής του Θεάτρου Τέχνης τα σκέφτομαι λίγο σαν να μην είμαι εγώ, μου φαίνονται πολύ μακρινά. Όμως, όταν καμιά φορά παίζω στη σκηνή, μου λείπει κάτι που είχα τότε. Η σχέση μου ανάμεσα σε μένα και το αντικείμενό μου τα χρόνια της σχολής είχε μια άλλου είδους αμεσότητα. Πολλές φορές πάνω στη σκηνή θέλω να εκφραστώ και νιώθω μια δυσκολία στο να έχω αυτή την απευθείας έκφραση και σκέφτομαι «κάποτε το 'χα αυτό». Είναι μια σωματική μνήμη.

Με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό γνωριστήκαμε το 1985, στο Θέατρο Ριάλτο. Έπαιζα στον Βυσσινόκηπο του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μαργαρίτη με το Θέατρο της Άνοιξης. Μου είχε πει η Άντζελα Μπρούσκου ότι θέλει να μου γνωρίσει τον Μιχαήλ Μαρμαρινό, γιατί είναι πολύ σημαντικός. «Ψάχνει», μου είπε. Ήρθε λοιπόν στην παράσταση και μετά πίσω στα καμαρίνια. Θυμάμαι έντονα τη χειραψία μας. Κάπως έτσι ξεκίνησε η κοινή μας πορεία.

Η πρώτη δουλειά μου ήτανε στο Εργοστάσιο στη λεωφόρο Βουλιαγμένης - υπήρχε ένας χώρος πάνω από το κλαμπ, που τον παραχωρούσαν για καλλιτεχνικά δρώμενα. Ξεκινήσαμε με ένα έργο του John Arden, το Live like pigs. H συνεργασία αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 2000.

Με τον Μιχαήλ ζήσαμε μαζί μια δουλειά και δουλεύοντας μεγαλώναμε, καταλαβαίναμε ποιοι είμαστε, ποιοι δεν είμαστε, τι μας αρέσει, τι δεν μας αρέσει. Περάσαμε πολύ ωραίες στιγμές γιατί ήμασταν μια ομάδα που λειτουργούσε πολύ καλά για παρά πολλά χρόνια, είχαμε πολύ καλές ισσοροπίες και μοίρασμα ρόλων κι έτσι μπορούσαμε να κάνουμε τις πρόβες μας όπως μας άρεσε, να ζητάμε από τους ανθρώπους που θέλουμε να μας διδάξουν. Ήταν λίγο σαν ανοιχτό πανεπιστήμιο για κάποια χρόνια.

Συνήθισα σε μια ζωή που είχε πολλή συγκέντρωση, που ήταν σχεδόν αποκλειστικά μόνο θέατρο και δουλειά κι επειδή στο θέατρο κάναμε τα πάντα, από το να στήνουμε το σκηνικό, να βάφουμε, να φωτίζουμε, να καθαρίζουμε, να τρώμε και να κοιμόμαστε, ένιωθα μια ασφάλεια μέσα σε αυτού του είδους την απομόνωση κι όταν κάποια στιγμή χρειάστηκε από τις συνθήκες να αντιμετωπίσω το σκόρπισμα που έχει ο «έξω κόσμος» δυσκολεύτηκα πολύ και δυσκολεύομαι ακόμα και τώρα.

Η συνεργασία μου με τον Λευτέρη Βογιατζή ξεκίνησε το 1994 στο Με δύναμη από την Κηφισιά. Ο Λευτέρης είχε ένα άλλο εκτόπισμα, ένα άλλο κοινό, πολύ μεγαλύτερο και ευρύτερο από το δικό μας. Μου έδωσε την πρώτη μου σπρωξιά.

Μου αρέσει πολύ το αρχαίο δράμα - οι ρόλοι είναι πάρα πολύ ωραίοι. Είναι συντροφιά στη ζωή και στην καθημερινότητα. Η Κλυταιμνήστρα, εξάλλου, είναι ό,τι πιο σύγχρονο έχω αντιμετωπίσει από πλευράς γραφής, συνθετότητας. Αβυσσαλέα, πολυδιάστατη... Με κινητοποιούν πάρα πολύ αυτοί οι ρόλοι. Καταρχάς, γιατί δεν τους καταλαβαίνω.

Ο ρόλος της Στέλλας στη Χώρα Προέλευσης μού φάνηκε παράξενος. Δεν μπορούσα ακριβώς να βρω σημεία ταύτισης κι όμως είχε κάτι που το 'χαν και ο χαρακτήρας και η ταινία ως τρόπος γραφής: είχε κάτι υπαινικτικό. Έκανε το πρόσωπο να είναι ενδιαφέρον χωρίς να κάνει ενδιαφέροντα πράγματα απαραίτητα - ήταν ένα πρόσωπο που κρατούσε καλά τα μυστικά του.

Η Χώρα Προέλευσης μιλά για το πώς είμαστε στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα χρόνια - υπάρχουν καλές προθέσεις, αλλά όλα κρύβονται πίσω από κατι άλλο. Ενώ το σενάριο και η δομή της ταινίας είναι καθαρά, η οικογένεια παρουσιάζεται ένα πράγμα αξεδιάλυτο, αδιαχώριστο, το χέρι του ενός μπλεγμένο με το πόδι του άλλου, για να καταλήξει στο αιμομικτικό της στοιχείο.

Στη Δροσιά ήρθα τα τελευταία 8-10 χρόνια. Πριν έμενα στη Φιλοθέη και ακόμα πιο πριν έμενα για χρόνια στην οδό Σκουφά, απέναντι από το Σκουφάκι, στον αριθμό 38. Δεν μου άρεσε καθόλου το κέντρο, ήθελα την ησυχία μου.

Την Αθήνα την έχω ζήσει πάντα μέσα σε ένα αυτοκίνητο, προσπαθώντας να είμαι στην ώρα μου ή προσπαθώντας να βρω να παρκάρω, μετά άλλη τόση ώρα να ξαναβγώ και μετά κλεισμένη στον χώρο εργασίας. Τον τελευταίο χρόνο, όσες φορές μου έχει τύχει να περπατήσω στην Αθήνα, δεν είμαι ξέγνοιαστη πια. Έχω τον νου μου πίσω μου, δεξιά μου αριστερά μου. Η πόλη σού επιβάλλει έναν ρυθμό, έναν ήχο, μια ηχορρύπανση που δεν τη θέλουν τ' αυτιά μου.

Μου αρέσει που μπορώ αργά το βράδυ και μισή ώρα πριν φύγω το πρωί για τη δουλειά μου ν' ακούσω έναν κόκορα. Μου αρέσει πολύ να ανοίγω το παράθυρο του δωματίου μου και να βλέπω το χώμα. Αν δεν ήμουν ηθοποιός, θα ήθελα να κάνω κάτι με τα χεριά μου και το χώμα.