>Γεννήθηκα στην Αθήνα, σε μια υποβαθμισμένη περιοχή: του Αγίου Παύλου στην πλατεία Βάθη. Εκεί μεγάλωσα, ανάμεσα σε καμιά 70αριά οίκους ανοχής και σε μια εκκλησία την οποία τη λατρεύαμε. Με τους γονείς μου απόντες και μια γιαγιά αυταρχική που μας βασάνιζε.

>Τα παιδικά μου χρόνια ήταν δύσκολα, φρικτά, με δεινά που με ακολούθησαν σε ολόκληρη την παιδική μου ηλικία. Ακολουθούσα τη μητέρα μου και τον πατέρα μου, σπουδαίους καλλιτέχνες της οπερέτας προπολεμικά, στις τουρνέ τους στην επαρχία (τα λεγόμενα μπουλούκια). Παρουσίαζαν σαράντα έργα, μένοντας σε κάθε πόλη για μήνες, μπορεί και έξι, παίζοντας συνέχεια. Με έναν κόσμο που ήταν ελάχιστος και συνέχεια ανακυκλωνόταν και μια ζωή που ήταν μεταξύ περιπέτειας, στέρησης και κακουχίας.

>Μια ωραία ημέρα, δεν ξέρω πώς της ήρθε της μάνας μου και με ρώτησε «θες να γίνεις ηθοποιός»; Και της είπα «ναι», χωρίς καν να έχω συνείδηση αυτού που λέω. Χωρίς να καίγομαι, να φλέγομαι, να το έχω στον νου μου, παρόλο που είχα ήδη παίξει σε ένα σωρό ερασιτεχνικούς θιάσους. Έτσι ξεκίνησα. Έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, αλλά με απέρριψαν ως «εντελώς ατάλαντο». Τελικά, με κράτησε ο Κουν στο Θέατρο Τέχνης.

>Το πιο δυνατό έργο που έχω κάνει στο σινεμά είναι το Η γυνή να φοβήται τον άντρα, τον ρόλο του Αντωνάκη. Τώρα που το βλέπω απορώ πώς μπόρεσα και απέδωσα έτσι όπως απέδωσα - ήμουν 28 χρόνων κι έπαιζα έναν 45άρη. Υπάρχουν φορές που ξεπερνάμε και τον εαυτό μας και νομίζω ότι αυτό που έγινε τότε το κατάφερα και τώρα με τον Αμπιγιέρ.

>Το σινεμά το έζησα για πολύ λίγο, ασχέτως προς την εντύπωση που έχουν οι περισσότεροι. Μου έλεγαν «όχι κύριε, δεν είναι παίξιμο αυτό, δεν γελάει ο κόσμος». Δεν μπορούσα όμως να κάνω μούτες. Κάτι μέσα μου μού έλεγε να μην τυποποιηθώ και νομίζω ότι αυτό ήταν προτέρημά μου. Ένας καλός συνάδελφος και φίλος μου είχε πει κάποτε ότι «αν δεν τυποποιηθείς, δεν θα κάνεις τίποτα στην καριέρα σου». Του είχα απαντήσει «αν τυποποιηθώ, τότε καλύτερα να μην κάνω καριέρα». Και πραγματικά, την απόφασή μου αυτή την πλήρωσα ακριβά, υπέφερα πάρα πολύ. Έκανα τις λιγότερες ταινίες, 14 όλες κι όλες, και με σταμάτησαν, εν αντιθέσει με άλλους συναδέλφους που έκαναν 180 και 200. Με αυτές τις ταινίες που βλέπεις σήμερα και λες είναι απ' τις καλύτερες, εγώ είχα πρόβλημα.

>Πολλοί με κατηγόρησαν ότι δεν τράβηξα μια σωστή πορεία. Έκανα πράγματα για λόγους πρακτικούς, για λόγους επιβίωσης. Αυτό ήταν κάτι το οποίο πάντα με τρόμαζε στη ζωή μου. Σκεφτόμουν «αν ακολουθήσω κάποιο μονοπάτι, μετά πώς θα φύγω απ' αυτό; Κι αν ακολουθήσω αυτό το μονοπάτι και δεν μου επιφέρει αυτά που πρέπει για να ζήσω, τι θα κάνω»; Για να κάνεις ό,τι σ' αρέσει πρέπει να έχεις πίσω σου μερικά εκατομμύρια, αλλιώς θα πρέπει να συμβιβαστείς με τα γύρω.

>Μετά από το Θέατρο Τέχνης άρχισα να ακολουθώ όλες τις κατευθύνσεις που λεγόντουσαν θέατρο: είτε επιθεώρηση λεγόταν αυτό, είτε φαρσοκωμωδία, είτε αρχαίοι συγγραφείς. Βέβαια, δεν χάραξα έναν συγκεκριμένο δρόμο, να κάνω μόνο έργα που λέμε «ποιότητας», μόνο Σαίξπηρ. Τσαλαβουτούσα παντού μέσα στο θέαμα. Έπαιζα σε έργα, έκανα one man show, stand up comedy, τραγουδούσα κιόλας και χόρευα.

>Δεν υπήρξα ποτέ προκλητικός. Ήμουν ένας άνθρωπος πάρα πολύ μυστικός, κρυφός, κάποιος που βάδιζε πάντα στα σκοτάδια και δεν δημοσιοποίησε ποτέ την προσωπική του ζωή. Δεν ξέρουν αυτήν τη στιγμή αν είμαι παντρεμένος, αν είμαι χωρισμένος, τίποτα και κανένας. Αν δεν δώσεις έναυσμα για σκάνδαλο, από κει και πέρα σε αφήνουν ήσυχο γιατί σε εκλαμβάνουν ως σοβαρό άτομο.

>Πολύ νωρίς ανακάλυψα ότι ο έρωτας είναι ένα στοιχείο πάρα πολύ εφήμερο, φευγαλέο. Και επειδή δεν μπορώ να τον διακρίνω, πολλές φορές τον ονόμαζα «σημείο έλξης», «εξάρτησης», έβαζα άλλους ορισμούς. Δεν μπορώ να πω ότι με απασχόλησε ιδιαίτερα ή ότι υπήρξα ερωτευμένος έτσι που να υποφέρω, να κλαίω, να ξενυχτάω, να μην κοιμάμαι. Όχι, αυτά δεν τα είχα. Ίσως επειδή έζησα μια τραγική παιδική ηλικία. Πέρασα εμφύλιο, μπουλούκια, κακουχίες, ανέχειες, κυνηγητό, αδικία, όλα μαζί. Ακόμα και όταν ξεκίναγα στο θέατρο αδικήθηκα. Απ' τον Κουν έφυγα κακήν κακώς. Συνέβησαν πράγματα που σημάδεψαν πάρα πολύ τη ζωή μου. Δεν μπορώ να πω ότι είχα τα περιθώρια να ασχοληθώ με τον έρωτα καθαυτόν. Δεν είχα την άνεση.

>Ο κακός χαρακτήρας ενός ηθοποιού φαίνεται όταν δεν έχει πετύχει εκείνο που θα ήθελε να είχε πετύχει. Το πρόσωπο που υποδύομαι στον Αμπιγιέρ δεν στέκεται καλά στα πόδια του, δεν έγινε ποτέ σερ, δεν έγινε ποτέ πρωταγωνιστής μες στο Λονδίνο. Αυτά μεταφράζονται σε κακία, σε αδιαφορία, και πιο πολύ σε εγωκεντρισμό. Το έργο δείχνει το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου ο οποίος είναι μεγαλομανής, τρομερά γοητευτικός, σπουδαίος και κακός ηθοποιός μαζί. Είμαι 54 χρόνια στο θέατρο και ναι, γνώρισα τέτοιους ανθρώπους. Ανθρώπους που δεν ήταν πρωταγωνιστές, αλλά είχαν όλα αυτά τα ελαττώματα του πρωταγωνιστή, του φιλόδοξου, του μοναχοφάη, που παίζει μόνος του το έργο και θέλει οι άλλοι να μην κάνουν τίποτα, απλώς να τον κοιτάζουν.

>Δεν ασχολούμαι με την πολιτική. Καθόλου. Αν έχεις περάσει όλη αυτή τη ζωή, από τον εμφύλιο μέχρι σήμερα, ζώντας 50 διαφορετικές κυβερνήσεις και τις ίδιες σχεδόν καταστάσεις με όλους, κάνοντας μια αναδρομή θα δεις ότι δεν αξίζει και δεν λέει τίποτα. Δεν μπόρεσα ποτέ να συνταυτιστώ με κόμματα και ιδεολογίες. Καταδικάζω τη βία και τον εξαναγκασμό, πράγματα που επιφέρουν δικτατορίες, αλλά προσωπικά στο θέμα της δημοκρατίας έχω πολύ μεγάλες αμφιβολίες. Γι' αυτό δεν μπόρεσα να πιστέψω ότι δημοκρατία είναι κάτι το οποίο ψηφίζεται από μια πλειοψηφία. Τι θα πει αυτό το πράγμα; Μπορεί να είμαι στη μειοψηφία, αλλά εγώ δεν συμφωνώ.

>Είμαι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει γύρω στους τριάντα πανικούς για κρίση και για καταστροφή. Αυτό το πράγμα το έχω ξαναζήσει και ποτέ μου δεν το κατάλαβα. Δεν λέω ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει ανέχεια και δυστυχία, υπάρχει, ποτέ μου όμως δεν θυμάμαι, ακόμα και σε τραγικές στιγμές, να μην είναι τα μπουζούκια γεμάτα, τα φαστ φουντ γεμάτα, οι κινηματογράφοι φουλ. Τα βλέπω και τώρα αυτά. Ορισμένοι κλάδοι υποφέρουν, αλλά και αυτό κάπου είναι φυσικό. Υπάρχουν γύρω στα 30 χιλιάδες καταστήματα με ρούχα, υπάρχουν τουλάχιστον 200 θέατρα. Πού να πρωτοπάει ο κόσμος; Αυτό τον πανικό και την κρίση πιο πολύ τα θεωρώ τεχνητά. Πιστεύω ότι έπρεπε να γίνει έτσι για να συγκαλύψουν όλα αυτά τα χρήματα και τα δισεκατομμύρια τα οποία φαγώθηκαν. Αυτήν τη στιγμή, λέει, τα ταμεία είναι άδεια. Ποιος τα άδειασε, εγώ;

>Με εξοργίζει η γενική αδιαφορία της εξουσίας προς τον πολίτη: οι γιατροί, η αστυνομία, οι κυβερνήσεις, οι υπηρεσίες. Εκεί βλέπω την απαράδεκτη αντιμετώπιση του. Κάθε πολίτης έχει μια προσωπικότητα, έχει μια οικογένεια, παιδιά, έχει αγωνιστεί, σηκώνεται το πρωί μέσα στο κρύο, μες στη βροχή, να πάει να δουλέψει, δεν μπορείς να του φέρεσαι και να τον αντιμετωπίζεις έτσι. Και δεν μπορώ να ζω σε μια χώρα στην οποία δεν κάνουν τίποτα άλλο απ' το να λένε ότι είμαι κλέφτης. Συνεχώς. Έβλεπα τίτλο στην τηλεόραση «κλέφτες φοροφυγάδες». Εσείς που τα φάγατε και τα εξαφανίσατε, τι είσαστε; Είναι τρελά τα πράγματα που συμβαίνουν σε αυτήν τη χώρα.

>Έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε που έκανα σινεμά και δεν έχω και ιδιαίτερη νοσταλγία, πιο πολύ μου λείπει η τηλεόραση. Τηλεόραση έκανα 30 χρόνια. Και στα 30 χρόνια αποφάσισε η τηλεόραση ν' αλλάξει σκεπτικό, και να πει ότι από δω και μπρος θέλουμε άλλου είδους παίξιμο, άλλου είδους σκηνοθεσία, άλλου είδους γράψιμο, κι άλλου είδους ηθοποιούς. Ήταν κάτι που αγαπούσα πάρα πολύ. Το έλεγα κάποιες φορές, μάλιστα, το θέατρο είναι η σύζυγός μου αλλά η ερωμένη μου είναι η τηλεόραση. Τις αγαπούσα και τις δύο.