Παλιά πήγαινα σε λιμάνια και αεροδρόμια, κοιτούσα τους πίνακες αναχωρήσεων, έβλεπα προορισμούς που με ενδιέφεραν, κι έφευγα εκείνη τη στιγμή

Μεγάλωσα στην πλατεία Βάθη. Ήταν πολύ περήφανη γειτονιά τότε. Είχε μεγαλύτερη ασφάλεια, δεν υπήρχαν ναρκωτικά. Είχε πολλούς εμπόρους, παλιούς Αθηναίους, είχε και Τσιγγάνους με αρκούδες, είχε φοιτητόκοσμο γιατί ήταν πίσω από το Πολυτεχνείο, αριστερούς, τις πανσπουδαστικές με τα γαρύφαλλα, πουτάνες που είχαν όμως επιλέξει να την κάνουν αυτήν τη δουλειά, παππούδες και γιαγιάδες που είχαν έρθει για δουλειές. Ήμουν παιδί που γύρναγα, έτσι μεγαλώναμε τότε, ήταν πολύ ζωντανή περιοχή. Εκεί ήταν και το σχολείο μου, το πρώτο σχολείο που ξεκίνησε τις καταλήψεις το '85. Γυρνάγαμε με λεμόνια και μπαίναμε στο Πολυτεχνείο -τότε δεν είχαν τα χημικά που έχουν τώρα, είχανε μόνο δακρυγόνα- και βάζαμε λεμόνι στα μάτια μας.

Είναι αστείο που επέλεξα να γίνω φωτογράφος γιατί περπατούσα στον δρόμο και τα 'βλεπα όλα μαυρόασπρα. Ίσως επειδή η Αθήνα ήταν γκρίζα, οι αναμνήσεις που έχω από τότε ειναι μαυρόασπρες. Είναι περίεργο, αλλά ακόμα και τώρα οι Αθηναίοι δεν φοράνε χρωματιστά ρούχα.

Έφυγα από το σπίτι στα 18 μου. Πήγα κι έμεινα σε μια κατάληψη σε ενα νεοκλασικό πίσω από το Πολυτεχνείο. Έπρεπε να φύγω από το σπίτι, γιατί ήθελα να γίνω φωτογράφος. Γνώρισα μια ομάδα που ασχολιόταν με την τέχνη .Είχανε κάψει το ταβάνι του νεοκλασικού για να το κάνουνε σκοτεινό θάλαμο.Τότε όλα τα νεοκλασικά ήτανε υπό κατάληψη. Ακόμα και τώρα σε μερικά από τα πιο ωραία νεοκλασικά μένουνε μετανάστες.

Τότε δεν λέγαμε «όταν μεγαλώσω θα γίνω αυτό». Τουλάχιστον, η παρέα η δική μου δεν το 'λεγε. Ακούγαμε μουσική, κάναμε βόλτες, κοπάνες.

Μετά πια άρχισα να σπουδάζω φωτογραφία στη focus. Πήγα να μάθω κάποια πρακτικά πράγματα και ξαφνικά βρέθηκα σε ενα μελίσσι πολύ σπουδαίων ανθρώπων που είχαν φοβερή καύλα με την τέχνη, με την ιστορία της φωτογραφίας, με όλα.

Στο τρίτο έτος έφυγα και πήγα στις Ινδίες. Ήθελα πάντα να πάω στις Ινδίες - έμεινα δύο μήνες. Εκείνη την εποχή στην Αθήνα η δουλειά του φωτογράφου δεν ήταν όπως τώρα: κόβανε τις φωτογραφίες, τις κροπάρανε , τις αλλάζανε, δεν δημοσιεύανε τα ονόματά μας. Οταν πια επέστρεψα, πήγα σε ένα περιοδικό κι έδειξα το θέμα μου για τις Ινδίες μαζί με ένα κείμενο. Έκανα μετά ένα ρεπορτάζ στο ψυχιατρείο στο Δαφνί, στην Πράγα, όταν έγινε η διάσπαση της Τσεχοσλοβακίας. Σε ένα ρεπορτάζ, ακόμα κι αν ειναι αρνητικό αυτό που κάνουν οι άνθρωποι, για κάποιο λόγο το κάνουν.Ακόμα κι ένας δουλέμπορος έχει κίνητρο. Έτσι γίνονται τα ρεπορτάζ, όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν οτι έχεις μπει στην ψυχή τους και θες να μάθεις γιατί κάνουν αυτό που κάνουν.

Από όλα τα θέματα που έχω κάνει μόνο ένα δεν έχει πουληθεί. Ίσως γιατί στην Ελλάδα καμιά φορά δεν θέλουμε να χαλάσουμε την Κυριακή του αναγνώστη.

Πώς διαλέγω τι ρεπορταζ θα κάνω; Αρχικά, σκέφτομαι με εικόνες και πάντα επιλέγω ευαίσθητα θέματα. Προσπαθώ να κάνω θέματα που είναι όσο το δυνατόν λιγότερο γνωστά. Υπάρχουν θέματα. Όποιος λέει ότι «δεν υπάρχουν θέματα», ή ότι «είναι δύσκολη η δουλειά» ή «είμαι γυναίκα»... όχι, δεν είναι έτσι! Πας στο αεροδρόμιο και λες «ενα εισιτήριο για...», σηκώνεις το κεφάλι, κοιτάς τον πίνακα αναχωρήσεων, διαλέγεις προορισμό και φεύγεις. Παλιά το έκανα αυτό συνέχεια και στα λιμάνια και στα αεροδρόμια. Πήγαινα, έβλεπα προορισμούς που με ενδιέφεραν, κι έφευγα εκείνη τη στιγμή.

Έτσι πήγα στην Αιθιοπία. Στον γυρισμό μου από ένα ταξίδι απο τη Νότιο Αφρική χάλασε το αεροπλάνο και μείναμε στην Αιθιοπία δυο μέρες. Οι άλλοι φύγανε, εγώ έμεινα. Πάντα πάω με ανοιχτό εισιτήριο. Εκεί δεν υπάρχουν ούτε αεροδρόμια. Μπαίνεις σε κάτι εξαθέσια αεροπλάνα που προσγειώνονται στα χωράφια. Μπορείς να τα προγραμματίσεις όλα, κι όταν φτάσεις εκεί να μην πάει τίποτα όπως το 'θελες. Αλλά βρίσκεις την άκρη.

Τώρα, με τα παιδιά πια, έχω φτιάξει ένα σπίτι στην Αθήνα. Τότε δεν υπήρχε σπίτι, υπήρχε μια πατρική μονοκατοικία στον Λόφο Σκουζέ, με ένα γραφείο κι ένα κρεβάτι κι εγω που πηγαινοερχόμουν στον κόσμο. Ήταν ένα σπίτι με φοβερά γλέντια, όπου μπορεί να σπάγανε όλα σε ένα βράδυ, με φοβερά ξενύχτια για δουλειά και κυρίως ένα σπίτι όπου έχω φιλοξενήσει ανθρώπους απ' όλον τον κόσμο - μέχρι και ιθαγενείς Μαορί από τη Νέα Ζηλανδία.

Μου αρέσουνε όλα στην Αθήνα· να περπατάω, να χαζεύω, τα βράδια στα μπαράκια, μου αρέσει να πηγαίνω στους φίλους μου τους άστεγους και να μου λένε τα ποιήματα που γράφουνε. Έχω δυο φίλες - την Άννα στην πλατεία Κλαυθμώνος και την Αγγελική στην πλατεία Βάθη. Μου αρεσει το περιθώριο της Αθήνας.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί είναι έτσι η Αθήνα. Τουλάχιστον, ας βάψουμε τις προσόψεις των κτιρίων - έντονα χρώματα: ματζέντα, λεμονί , μπλε, θα γίνει ένα ωραίο πραγμα. Λείπει το χρώμα .

Με τα θέματα που κάνω διαμαρτύρομαι για οτιδήποτε άδικο γίνεται κάπου στον πλανήτη και ταυτόχρονα λέω μια αλήθεια. Ρωτάω την άποψη όλων, και των μεν και των δε. Θα μπορούσες να πεις οτι κάνω ακτιβισμό. Κι αυτό είναι μια στάση απέναντι στην κοινωνία. Άλλοι κάνουνε βιολογική καλλιέργεια στο μπαλκόνι τους. Όλοι πρέπει να έχουμε μια στάση απέναντι στην κοινωνία, αλλιώς θα μας φάνε λάχανο.

Αν δεν πήγαιναν κάποιοι δημοσιογράφοι να δείξουνε δυο πράγματα, δεν θα υπήρχε το θέμα των αλμπίνων στην Τανζανία, ας πούμε. Τους αλμπίνους τους λένε φαντάσματα, τους κρύβουνε. Και πας εσύ ο άσχετος μέσα στις καλύβες, μέσα στη μαλάρια, να τρως μαζί τους, να πίνεις μαζί τους.Κι όλα αυτά για να δείξεις μια αδικία. Παθιάζεσαι.

Εμένα δώσ' μου τρελούς, ψυχασθενείς και καταφρονεμένους. Τους συμπονώ πολύ. Δεν ξέρω τι είναι αυτό το πραγμα. Σε τέτοια μέρη, όπως η Αφρική, μαθαίνεις τη χαρά. Το χαμόγελο ενός παιδιού που χαμογελάει χωρίς να έχει τίποτα -μπορεί να έχουν μια πίτα για να βγάλουν τη βδομάδα, το ένα αδερφάκι να έχει βγάλει το νεφρό του για να ζησει το μικρό- κι όμως σε έχουν εκεί μαζί τους. Αυτό είναι η πραγματική χαρά, η ουσία της ζωής. Εκείνη τη στιγμή νιώθεις ενα ρίγος, μια ευτυχία που σου αναποδογυρίζει τα πάντα και τα πάντα είναι ωραία.

Δεν είναι δυστυχία αυτό. Αυτό είναι η ελπίδα κι εμείς πρέπει να το στηρίξουμε αυτό γιατί κι εμείς κάπου έχουμε στηριχτεί. Κι εμείς δεν έχουμε στηριχτεί από κάπου; Εμένα μου έχουν προσφέρει και με έχουν βοηθήσει τόσοι άνθρωποι.