Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Δεν ανακάλυψε την πενικιλίνη ο Τζίμης. Αλλά στη γενιά μου, που είχε δομή μαμμόθρεφτου και συμπεριφορά βαρυποινίτη, ήταν ένας μυστικός ήρωας. Λίγοι είχαν ανέβει τα σκαλιά της Κυρρήστου στην Πλάκα, κι ακόμα πιο λίγοι είχαν χτυπήσει τατουάζ – δεν ήταν της μόδας.

 

Ετοιμαζόμουνα να γράψω κάτι άσχετο, για να κλείσει το τεύχος, όταν ανέβηκε, χωρίς να το περιμένω, ένα άρθρο στο LIFO.gr για τον Τζίμη. Σοφτ σποτ ο Τζίμης. Του οφείλω δυο λόγια, όπως οφείλουμε σε οποιονδήποτε έχει κυνηγηθεί αδίκως. Αλλά συμβαίνει κάτι όταν σε κυνηγάνε. Τρεχεις να ξεφύγεις. Και τρέχοντας, ανοίγεις δρόμους.

 

Μην τρελαθούμε. Δεν ανακάλυψε την πενικιλίνη ο Τζίμης. Αλλά στη γενιά μου, που είχε δομή μαμμόθρεφτου και συμπεριφορά βαρυποινίτη, ήταν ένας μυστικός ήρωας. Λίγοι είχαν ανέβει τα σκαλιά της Κυρρήστου (καλά τη γράφω;) στην Πλάκα, κι ακόμα πιο λίγοι είχαν χτυπήσει τατουάζ – δεν ήταν της μόδας.

 

Είχα πάει κι εγώ, στα 25. Είχα χτυπήσει ένα μικρό που έχει θαμπώσει πια στον ώμο μου –μια ημισέληνο και ένα άστρο– καμάρωνα. Δεν το θέλω πια, είναι εκτός μόδας, πρωτόγονο και δειλό, συγκριτικά με τα καινούργια. Κι επίσης, στα μπάνια ή στο γυμναστήριο, πολλοί με περνάνε για Τούρκο (υπεκφεύγω, λέγοντας ότι το έκανα στην Τυνησία). Αλλά το αφήνω, αν και παράταιρο με τη γενική μπλόφα του σώματος καθώς μεγαλώνεις, γιατί μου φαίνεται πια μέρος του κορμιού μου, καταδικό μου χαρακτηριστικό, σαν την ελιά που είχε ο πατέρας μου στο μάγουλο. Και μου θυμίζει τα ωραία ζόρια εκείνης της εποχής που με διαμόρφωσαν κι εν τέλει τα αγαπώ, όπως τα λάθη μου, όπως τα πάθη μου.

 

Έγραψα τότε ένα ολοσέλιδο άρθρο στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (πούλαγε 280.000 φύλλα!) με τίτλο «Χτύπα με, Τζίμη!». Δηθενιά λίγο, αλλά και ποιητικούτσικο. Με είχε σαγηνεύσει η μυθολογία της δερματοστιξίας, είχα μεταφράσει κι ένα μικρό αγγλικό διήγημα που δεν θυμάμαι το τίτλο του, για κάποιον που φυλακίζει ένα κορίτσι που ποθεί τρελά και το γεμίζει τατουάζ σε όλο το σώμα, για να το κάνει τελικά δικό του, μέσα από την έκσταση του πόνου. Σκοτεινό, στα σύνορα του Όσιμα, του Σαντ και του Φουκό, που τότε είχαν ρέντα -- νομίζω το δημοσίευσα κι αυτό στην «Ελευθεροτυπία» με τίτλο «Κάτι για σένα».

 

Και να ο Τζίμης, κοτσονάτος γέρων, στακάτος, όξινος, μυθιστορηματικός. Με τις φωτογραφίες της νιότης του, τα σέα του, τα μέα του. Ένας ωραίος Αθηναίος, αγύριστο κεφάλι που εσαεί έκανε το δικό του, να απλώνει όλη του τη ζωή, σαν τραχανά, στον Θάνο Χαραμή.

 

Να πω ότι δεν συγκινήθηκα; Για πολλά και διάφορα. Βασικά για το πέρασμα του χρόνου και το γήρασμα της μορφής -- έννοιες που κλονίζονται εκ βάθρων στην πράξη του τατουάζ. Αφού υπενθυμίζουν μνησιπήμονα (σαν το σημάδι του Κάιν) το εκ γενετής κουσούρι μας: γερνάμε και πεθαίνουμε.

 

Αλλά ας τα αφήσουμε αυτά. Εδώ μιλάει ένα παιδί του δρόμου. Ναυτικός, ρεμπέτης, γερό κόκαλο. Οι ομορφάντρες και οι αμαζόνες που αγαπούν τα τατουάζ καλό είναι ξέρουν ποια είναι η αρχαιολογία της τέχνης τους.

 

Σαπό!

 

www.facebook.com/stathis.tsagar