«Δεν ξέρω τι σημαίνει Ημέρα της Γυναίκας. Δεν θυμάμαι τι σημαίνει γυναίκα. Ξέρω όμως ότι εδώ και καιρό έχω απεκδυθεί τη φύση της γυναίκας, και σαν άντρας είμαι η μόνη προστάτιδα της οικογένειάς μου. Η μόνη υπεύθυνη για τις ζωές τους. Ξέρω ότι παλεύω να μη λυγίσω, να αντέξω, γιατί το μόνο που θυμίζει την ανθρώπινη φύση μου είναι η αξιοπρέπειά μου. Ξέρω ότι πρέπει να φροντίσω το παιδομάνι μέσα σε ετοιμόρροπα κτίρια, αυτοσχέδιες σκηνές και καταφύγια, ενώ κάποιες φορές το πρόσωπο της γυναίκας που μου έχει απομείνει, γίνεται βορά στα χέρια επιτήδειων, κι εγώ τότε κοιτάζω τον ουρανό και λέω «σφίξε τα δόντια, θα περάσει».

 

Ξέρω ότι τα παιδιά μου που βλέπουν κάθε μέρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό τον θάνατο, έχουν γεμίσει τραυματικές εμπειρίες, τα βράδια δεν μπορούν να κοιμηθούν γιατί ακόμα νομίζουν ότι είμαστε σε εκείνη τη λέμβο και αν κλείσουν τα μάτια δεν θα προλάβουν το κακό, θα τα ξεβράσει το κύμα όπως ξέβρασε τους φίλους τους, κι εκείνα είδαν το πρόσωπο του θανάτου και τώρα φοβούνται ότι το τέρας παραμονεύει γιατί κάτι του χρωστούν.

 

Ξέρω ότι για να φάνε, πρέπει σιγά σιγά να πουλήσω ότι έχω και δεν έχω. Πούλησα μέχρι και τη βέρα μου, το μόνο υλικό που ακόμα μου θύμιζε τον άντρα μου, δεν ξέρω τι απόγινε, αιχμαλωτίστηκε; Σκοτώθηκε; Πνίγηκε; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι είμαι γυναίκα και έχασα τον άντρα μου και το βάρος μου είναι αβάσταχτο, γιατί και γυναίκα και άντρας μαζί δεν γίνεται. Για μένα έχει γίνει βάσανο να είμαι γυναίκα, γιατί από τη μια δεν μπορώ να γίνω δεκτή σε καμία δουλειά, γυναίκα και πρόσφυγας μαζί κακός συνδυασμός, ζω από φιλανθρωπίες και από ηλικιωμένους συγγενείς για πόσο όμως ακόμα; Και δεν θέλω να είμαι γυναίκα γιατί υπάρχουν φορές που με αντιμετωπίζουν σαν πόρνη, ένα σκεύος και τίποτε άλλο, κι εγώ δεν έχω κανέναν, δεν μπορώ να στηριχτώ σε κανέναν, η απόγνωση και η αγωνία είναι μεγάλη, όχι, δεν θέλω να είμαι γυναίκα.

 

Ξέρω όμως ότι έχω δύναμη, ξέρω ότι ο μόνος κουβαλητής, το μόνο στήριγμα της οικογένειάς μου, έχω δύναμη και πρέπει να αντέξω, δεν θέλω όμως η κραυγή βοήθειάς μου να σκορπίζεται συνέχεια στη σκόνη. Ξέρω ότι η Νούχα δεν θέλει να βγει από το σπίτι της γιατί είδε να σκοτώνουν τον άντρας της μπροστά στα μάτια της, ξέρω ότι η Ντιάλα γίνεται θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης ξανά και ξανά ακόμα και από τους δικούς μας άντρες απλά και μόνο για ένα κουπόνι και φοβάμαι πολύ. Ξέρω ότι η Ντίνα είναι συνέχεια πανικοβλημένη γιατί δεν έχουνε να φάνε, πρέπει να είναι χαρούμενη μπροστά στα παιδιά της, να τους δίνει αγάπη και παράλληλα να πρέπει να βρει λεφτά.


»Δεν ξέρω τι είναι σήμερα. Κάποτε πίστευα ότι γεννήθηκα γυναίκα. Τώρα ξέρω ότι έγινα μέσα από τη φωτιά και τον θάνατο. Και το βάρος του είναι μεγάλο. Πείνα, εξαθλίωση, άγχος, αγωνία, φόβος, τρομοκρατία, βιασμός από τους διακινητές, να κοιμάσαι στον δρόμο, να βλέπεις τα θολά μάτια του θανάτου, να φεύγεις από τον θάνατο για να ζήσεις, και καταλήγεις σε έναν κόσμο που εύχεται και επιδιώκει τον θάνατό σου. Είμαι όμως γυναίκα και πρέπει να αντέξω».


Αυτός θα μπορούσε να είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας- πρόσφυγα, σήμερα εγώ αυτήν ακούω στη συνείδησή μου.