Κάποτε, σε μια χώρα της Ανατολής, υπήρχαν άνθρωποι που υπέφεραν στα χέρια ενός δυνάστη. Είχαν συνηθίσει τόσο την κακοποίηση, την εκμετάλλευση, τον πόνο και τις κακουχίες, τα παιδιά τους πια γεννιόντουσαν σε ένα νοσηρό περιβάλλον που ένα βρόμικο ξεροκόμματο τους φαινόταν ευχαριστήριο γεύμα, που το μαστίγωμα και το γδάρσιμο ήταν φυσιολογική ποινή παραδειγματισμού αν ασεβούσαν στον επί γης θεό τους. Και οι άνθρωποι αυτοί, μέσα στην εμπόλεμη τούτη κατάσταση, δεν σήκωναν κεφάλι, τρυπούσαν με τα μάτια τους το χώμα, γιατί τους βάραινε σκληρός ζυγός, και αισθάνονταν ότι ο θεός τους είχε εγκαταλείψει.

 

Κάποια στιγμή όμως, ανάμεσά τους άρχισε να γεννιέται η ιδέα να φύγουν. Να το σκάσουν από τη χώρα αυτή και να αναζητήσουν τη δική τους γη της επαγγελίας. Όποιο κι αν ήταν το κόστος, βουτηγμένοι και πνιγμένοι στον φόβο, μέσα τους σκιρτούσε ο θεός και διέταζε ελευθερία: το σύμβολο του ανθρώπου. Και αυτό το μέσα τους πια δεν μπορούσε να σιωπήσει.

 

Και έτσι μάζεψαν τα υπάρχοντά τους, ζώστηκαν τα μωρά κάτω από τις μασχάλες τους, οι άντρες έδιναν θάρρος στις γυναίκες, και πήραν τον δρόμο για τη δύσκολη ελευθερία τους. Πολλές φορές στην πορεία αυτή σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να γυρίσουν πίσω, στην ασφάλεια του φόβου, αλλά αμέσως το μετάνιωναν γιατί ήθελαν να ζήσουν, το χρωστούσαν στον θεό μέσα τους. Και έσερναν στο ζεστό, αμμώδες, κακοτράχαλο έδαφος το πονεμένο τους βήμα.

 

Και κάποια στιγμή έφτασαν στη θάλασσα. Και τώρα τι; Σκέφτηκαν. Πώς θα περάσουμε; Θα πνιγούμε. Να γυρίσουμε πίσω. Χρωστούσαν όμως στον θεό μέσα τους. Ο θεός είναι μαζί μας. Αν είναι γραφτό, ας πνιγούμε. Και είδαν τη θάλασσα να ανοίγει μπροστά τους, και άρχισαν να τη διαβαίνουν. Με τα κύματα να πυργώνονται δεξιά και αριστερά, να στριφογυρίζουν πάνω από τα κεφάλια τους με την υπόσχεση θανάτου, εκείνοι όμως δεν κοίταξαν στιγμή πίσω. Το χρωστούσαν στον θεό μέσα τους. Κι όταν πια πέρασαν τη θάλασσα, τα κύματα εκδικητικά, τους ζήτησαν φόρο αίματος, και άφησαν σημάδια της παρουσίας τους ξεψυχισμένα κορμιά, ελπίδες που πέθαναν φρούδες, και τώρα επιπλέουν στα κύματα, άγραφη υπενθύμιση στις καρδιές των άλλων για τη βαρβαρότητα που συντελέστηκε.

 

Αν η ιστορία σας θύμισε την Έξοδο τον Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, το Πέρασμα της Ερυθράς και τώρα απορείτε γιατί η ιστορία δεν κλείνει με τη γη της επαγγελίας, είναι γιατί η ιστορία αφορά στην πραγματικότητα τους πρόσφυγες, την πάλη τους με τον θάνατο στη θάλασσα για μια πιο ανθρώπινη ζωή, τη γη της επαγγελίας που ήλπιζαν να βρουν, να δώσουν στα παιδιά τους, και βρίσκουν ανθρώπους που πίσω από τη μάσκα του πολιτισμένου Δυτικού, σκέφτονται πώς θα τους πνίξουν, πώς θα περιφράξουν τη γη τους από τα «ζωύφια» αυτά, πώς θα αναζωπυρώσουν την ξενοφοβική ψυχή τους. Και αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν ανάμεσά μας. Μπορεί να είμαι εγώ, μπορεί κι εσύ που δοξάζεις το Έλεος του θεού στον δύστυχο λαό του Ισραήλ, αλλά στα πρόσωπα των ανθρώπων αυτών βλέπεις τρομοκράτες που θέλουν να κλέψουν και να ρημάξουν τη χώρα σου. Όταν πας να ανάψεις ένα κερί την επόμενη φορά για να νιώσεις πιο σωστός χριστιανός, θυμήσου:  Ξένον δεν πρέπει να τον καταπιέζετε ούτε να τον εκμεταλλεύεστε, γιατί κι εσείς ήσασταν κάποτε ξένοι.